Quantcast
Channel: EX LIBRIS
Viewing all 176 articles
Browse latest View live

Μια ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία

$
0
0

«Εντευ­κτή­ριο», Δί­μη­νο καλ­λι­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό,
Οκτώ­βριος 1987, τεύ­χος 1,
Διεύ­θυν­ση: Γιώρ­γος Κορ­δο­με­νί­δης,
Γ. Σε­φέ­ρη 15, Σταυ­ρού­πο­λη, Θεσ­σα­λο­νί­κη.

Ζω­γρα­φιά
του Μι­χά­λη
Μα­νου­σά­κη
α­πό την
ει­κο­νο­γρά­φη­ση
του τεύ­χους.








Αυ­τή εί­ναι η ταυ­τό­τη­τα του πρώ­του τεύ­χους του πε­ριο­δι­κού. Πα­ρό­τι πρώ­το, δεν υ­πάρ­χει προοί­μιο για το τι εί­ναι, σε τι α­κρι­βώς στο­χεύει ή, τε­λο­σπά­ντων, κά­τι σαν δια­κή­ρυ­ξη αρ­χών. Στις τε­λευ­ταίες σε­λί­δες, κα­τα­χω­ρού­νται τα βιο­ερ­γο­γρα­φι­κά “των συ­νερ­γα­τώ­ν/συγ­γρα­φέων του τεύ­χους”. Εκεί πα­ρου­σιά­ζε­ται, κα­τά αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά, και ο ά­γνω­στος, τό­τε, σε Αθη­ναίους και λοι­πούς Πα­λαιο­ελ­λα­δί­τες, διευ­θυ­ντής του πε­ριο­δι­κού, με έ­να σύ­ντο­μο βιο­γρα­φι­κό. Μα­θαί­νου­με ό­τι υ­πήρ­ξε συ­νερ­γά­της κα­τά την προ­η­γού­με­νη επτα­ε­τία (1979-1986) της ΕΡ­Τ-2 Θεσ­σα­λο­νί­κης ως πα­ρα­γω­γός εκ­πο­μπών και ό­τι έ­χει μια με­λέ­τη στο ε­νερ­γη­τι­κό του, με τίτ­λο, «Τα μου­σεία της Θεσ­σα­λο­νί­κης». Η συ­νε­χής α­να­γνω­στι­κή συ­νά­φεια, ε­πί έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να, με το πε­ριο­δι­κό του, δι­καίω­σε την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση ε­νός αν­θρώ­που χα­μη­λών τό­νων, που α­πο­δεί­χτη­κε ό­τι διέ­θε­τε ο­ρι­σμέ­νες πρό­σθε­τες ι­διό­τη­τες, ό­πως δη­μιουρ­γι­κός, ε­πί­μο­νος, α­πο­τε­λε­σμα­τι­κός.
Το πρώ­το τεύ­χος, ω­στό­σο, συ­νο­δευό­ταν α­πό δι­πλό δελ­τίο Τύ­που. Το έ­να πα­ρου­σία­ζε τα πε­ριε­χό­με­να του τεύ­χους και το άλ­λο, το εγ­χεί­ρη­μα της έκ­δο­σης. Αντι­γρά­φου­με ε­πι­λε­κτι­κά α­πό αυ­τό το δεύ­τε­ρο, που, ό­ντας έ­να δελ­τίο Τύ­που, μπο­ρεί και να μην δια­σώ­θη­κε. “Εί­ναι έ­νας έ­ντυ­πος χώ­ρος ό­που συ­να­ντώ­νται πρό­σω­πα και κεί­με­να... Δεν εί­ναι στε­νά λο­γο­τε­χνι­κό... φι­λο­δο­ξεί να γί­νει πε­ριο­δι­κό γε­νι­κής παι­δείας και πνευ­μα­τι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού... Δεν εί­ναι το­πι­κό πε­ριο­δι­κό. Ού­τε η θε­μα­το­γρα­φία του, ού­τε οι συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­ρί­ζο­νται στο χώ­ρο της Θεσ­σα­λο­νί­κης... φι­λο­δο­ξεί να δια­βά­ζε­ται με το ί­διο εν­δια­φέ­ρον σε ό­λη την Ελλά­δα...” Ευ­σε­βείς πό­θοι, θα έ­λε­γε κα­νείς, οι ο­ποίοι, ό­μως, φαί­νε­ται ό­τι, λί­γο πο­λύ, ευο­δώ­θη­καν.
Ο διευ­θυ­ντής του πε­ριο­δι­κού, ή­δη α­πό το πρώ­το τεύ­χος, εί­χε προ­τι­μή­σει, α­ντί α­φιε­ρω­μα­τι­κών τευ­χών, να πα­ρα­χω­ρεί πε­ρισ­σό­τε­ρες ή λι­γό­τε­ρες σε­λί­δες σε έ­να θέ­μα. Ως προς αυ­τό, ε­κεί­νο το πρώ­το τεύ­χος διεκ­δι­κεί μια μο­να­δι­κό­τη­τα. Δεν πι­στεύου­με να υ­πήρ­ξε πο­τέ άλ­λο λο­γο­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, που να ξε­κί­νη­σε το πρώ­το τεύ­χος του με σε­λί­δες α­φιε­ρω­μέ­νες στις συν­θή­κες που ε­πι­κρα­τούν στις φυ­λα­κές. Βε­βαίως, πρό­κει­ται για έ­να θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κο πε­ριο­δι­κό, ό­που το Γε­ντί Κου­λέ α­πο­τε­λεί έ­να α­πό τα ση­μεία α­να­φο­ράς της πό­λης. Όπως και να έ­χει, το τεύ­χος α­νοί­γει με “Σε­λί­δες για τη φυ­λα­κή”. Έναυ­σμα στά­θη­κε ο θό­ρυ­βος που εί­χε προ­κα­λέ­σει, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’80, η έκ­θε­ση της ει­σαγ­γε­λέως Χρυ­σού­λας Για­τα­γά­να για τις συν­θή­κες στη Δι­κα­στι­κή Φυ­λα­κή Επτα­πυρ­γίου. Στο πρώ­το κεί­με­νο, ο Ντί­νος Χρι­στια­νό­που­λος πα­ρου­σιά­ζει έ­να βι­βλίο του 1921, «Από τον τά­φο των ζω­ντα­νών», του Γεωρ­γίου Ιορ­δά­νου. Κά­τι σαν χρο­νι­κό ή α­πο­μνη­μό­νευ­μα α­πό το Γε­ντί Κου­λέ του 1918. Για της φυ­λα­κής τα σί­δε­ρα γρά­φουν α­κό­μη, οι Ηλίας Πε­τρό­που­λος και Κώ­στας Τα­χτσής.

«Εντευ­κτή­ριο», Λο­γο­τε­χνι­κό και καλ­λι­τε­χνι­κό πε­ριο­δι­κό, Αύ­γου­στος - Οκτώ­βριος 2012, τεύ­χος 98, Εκδό­της - Διευ­θυ­ντής Γιώρ­γος Κορ­δο­με­νί­δης, Underground Εντευ­κτή­ριο, Δε­σπε­ραί 9. 

Αυ­τή εί­ναι η ταυ­τό­τη­τα του τρέ­χο­ντος τεύ­χους. Εί­ναι το τρί­το στη σει­ρά, που θυ­μί­ζει στο ε­ξώ­φυλ­λό του τη συ­μπλή­ρω­ση 25 χρό­νων συ­νε­χούς πα­ρου­σίας, χω­ρίς πε­ρίο­δο α­γρα­νά­παυ­σης ή ά­τα­κτης έκ­δο­σης. Ση­μά­δι ό­τι έ­χει κά­τι να πει και πως ο χαλ­κέ­ντε­ρος  εκ­δό­της του ού­τε κου­ρά­στη­κε ού­τε, το βα­σι­κό­τε­ρο, κού­ρα­σε. Όπως ση­μειώ­νε­ται ει­σα­γω­γι­κά, το πε­ριο­δι­κό άρ­χι­σε να ε­πι­χο­ρη­γεί­ται α­πό το Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη. Αυ­τή η χο­ρη­γία θα μπο­ρού­σε να στα­θεί α­φορ­μή για κά­ποιες σε­λί­δες α­φιε­ρω­μέ­νες στην πα­λαιό­τε­ρη πε­ζο­γρα­φία, που α­πο­τε­λεί το α­πο­κλει­στι­κό α­ντι­κεί­με­νο των εκ­δό­σεων του Ιδρύ­μα­τος. Δε­δο­μέ­νου ό­τι, τα τε­λευ­ταία χρό­νια, οι άλ­λοι εκ­δο­τι­κοί φο­ρείς την έ­χουν σχε­δόν ο­λο­σχε­ρώς ε­γκα­τα­λεί­ψει, ε­νώ το «Εντευ­κτή­ριο» πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρά ε­πι­κε­ντρω­μέ­νο στο πα­ρόν, έ­να με­γά­λο τμή­μα του α­να­γνω­στι­κού κοι­νού α­γνο­εί τις σχε­τι­κές εκ­δό­σεις. Γι’ αυ­τό, πι­στεύου­με ό­τι θα ή­ταν κα­λή ι­δέα να κα­τα­χω­ρού­νται οι εκ­δό­σεις του Ιδρύ­μα­τος στις σε­λί­δες του πε­ριο­δι­κού. Λ.χ., α­νοί­γο­ντας το τεύ­χος, ο α­να­γνώ­στης να α­ντι­κρί­ζει δυο, πι­θα­νώς, ά­γνω­στους σε αυ­τόν, αλ­λά κα­θό­λου τυ­χαίους, ό­πως ο Κων­στα­ντί­νος Σά­θας και ο Εμίλ Λε­γκράν, και η δια­φη­μι­στι­κή προ­βο­λή να κε­ντρί­ζει την πε­ριέρ­γειά του για την Αλλη­λο­γρα­φία τους, μια πρό­σφα­τη έκ­δο­ση του Ιδρύ­μα­τος, που δεν βρή­κε την α­ντί­στοι­χη α­ντα­πό­κρι­ση.   

Τα γε­νέ­θλιά του, πά­ντως, δη­λα­δή τη συ­μπλή­ρω­ση της ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τίας, το πε­ριο­δι­κό τα ε­ορ­τά­ζει με αυ­τό το τεύ­χος. Του Οκτω­βρίου 2012. Να πα­ρα­τη­ρή­σου­με, ό­τι στην ταυ­τό­τη­τα δεν α­να­φέ­ρε­ται η πό­λη. Ποιος, α­λή­θεια, γνω­ρί­ζει πλην Θεσ­σα­λο­νι­κέων, την ο­δό Δε­σπε­ραί κι ας εί­ναι πα­ράλ­λη­λος της Αγγε­λά­κη, έ­να βή­μα α­πό τον Λευ­κό Πύρ­γο. Κά­ποιοι, ό­μως, θα πρέ­πει να έ­χουν α­κου­στά τον στρα­τη­γό Φραν­σαί Δε­σπε­ραί, που θριάμ­βευ­σε στο Μα­κε­δο­νι­κό Μέ­τω­πο τον Σε­πτέμ­βριο του 1918. Αυ­τό, σε συ­σχε­τι­σμό, με τις σε­λί­δες του τεύ­χους τις α­φιε­ρω­μέ­νες στην Γερ­τρού­δη Στάϊν και το διή­γη­μα του γάλ­λου πε­ζο­γρά­φου Ερβέ Λε Τε­λιέ, δί­νει στο τεύ­χος γαλ­λι­κό ά­ρω­μα. Ίσως, α­κρι­βέ­στε­ρα, πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νο, κα­θώς δη­μο­σιεύο­νται, ε­πί­σης, πε­ζά Αμε­ρι­κα­νί­δας, Ούγ­γρου, Ισπα­νού, ποιή­μα­τα Τούρ­κων και φω­το­γρα­φίες Ελβε­τί­δας. Ύστε­ρα, στους συ­νερ­γά­τες υ­περ­τε­ρούν σα­φώς οι Αθη­ναίοι. Και δη, η α­φρό­κρε­μα του πνευ­μα­τι­κού μας χώ­ρου. Ο διευ­θυ­ντής φαί­νε­ται να ε­τοί­μα­σε με ι­διαί­τε­ρη μέ­ρι­μνα τη συ­νά­ντη­ση προ­σώ­πων και κει­μέ­νων για το γε­νέ­θλιο τεύ­χος.  

Το τεύ­χος α­νοί­γει με έ­να διή­γη­μα. Όχι ι­στο­ρία, διή­γη­μα. Ο τίτ­λος κυ­ριο­λε­κτεί ως προς τη μορ­φή. «Τρί­πτυ­χο». Απο­τε­λεί­ται α­πό τρεις μυ­θο­πλα­στι­κές συν­θέ­σεις, που συν­δέ­ο­νται με­τα­ξύ τους δια μέ­σου του το­πι­κού τους στίγ­μα­τος. “Ένα με­γά­λο μπαλ­κό­νι”, που προ­βάλ­λει προ­στα­τευ­τι­κό ως μη­τρι­κός κόλ­πος. Οι δυο α­κραίες “ει­κό­νες” σαν να δι­πλώ­νο­νται προς αυ­τήν που βρί­σκε­ται στο κέ­ντρο και να την κα­λύ­πτουν. Υπο­θε­τι­κός τίτ­λος αυ­τού του ε­πί μέ­ρους δί­πτυ­χου, “θη­λυ­κή πρό­κλη­ση”. Πε­ρι­γρά­φε­ται σε ό­λο της το με­γα­λείο η χά­ρις του αι­λου­ρο­ει­δούς. “Η ορ­θω­μέ­νη ου­ρά”, “τα μπρά­τσα και οι γά­μπες μαυ­ρι­σμέ­να α­πό τη θά­λασ­σα”. Μια α­λα­νιά­ρα γά­τα, έ­να θη­λυ­κό που δεν εν­δί­δει εύ­κο­λα. Συ­γκοι­νω­νού­ντα δο­χεία αι­σθη­σια­σμού. Τα αι­λου­ρο­ει­δή, α­νε­ξαρ­τή­τως εί­δους και ε­θνι­κό­τη­τας, δια­τη­ρούν “την α­ξιο­πρέ­πειά τους” και ε­πι­δει­κνύουν ε­ξαι­ρε­τι­κή α­ντο­χή. Ού­τε μια πε­ριτ­τή λέ­ξη, ού­τε αι­σθη­μα­το­λο­γι­κές ή άλ­λες πα­ρεκ­βά­σεις. “Η μνή­μη των σω­μά­τω­ν”, η μνή­μη των τό­πων. Τον Ευ­ρώ­τα θυ­μά­ται ο α­φη­γη­τής, την Άνω Τζου­μα­γιά η Βουλ­γά­ρα της με­σαίας “ει­κό­νας” του τρί­πτυ­χου, που “έρ­χε­ται κά­θε Τε­τάρ­τη”. 
Υπο­γείως ε­πε­τεια­κό το διή­γη­μα. Οι μά­χες Κρέσ­νας- Σι­μιτ­λή-Τζου­μα­γιάς, 11-15 Ιου­λίου 1913. “Δια της α­λώ­σεως των στε­νών της Κρέσ­νας, ο ελ­λη­νι­κός στρα­τός ή­το ε­λεύ­θε­ρος να βα­δί­ση προς την Τζου­μα­γιάν... ε­στα­μά­τη­σεν εις τεσ­σά­ρων χι­λιο­μέ­τρων α­πό­στα­σιν και την εί­δε καιό­με­νη...”, κα­τά πα­λαιά χρο­νο­γρα­φι­κή κα­τα­γρα­φή. Η Συν­θή­κη του Βου­κου­ρε­στίου τρά­βη­ξε την ο­ριο­θε­τι­κή γραμ­μή και η Άνω Τζου­μα­γιά πή­ρε το ό­νο­μα του Ντι­μι­τάρ Μπλα­γκό­εφ α­πό τη Ζα­γο­ρί­τσα­νη Κα­στο­ριάς. Ορα­μα­τι­στής κο­μου­νι­στής, ας ό­ψε­ται κι αυ­τός, που η Βουλ­γά­ρα ξε­νο­δου­λεύει στο Πα­γκρά­τι. Αυ­τά πί­σω α­πό τις γραμ­μές. Κα­τά τα άλ­λα, κυ­ρίαρ­χη κα­τα­λη­κτι­κή ε­ντύ­πω­ση, η α­πό­λαυ­ση της συ­νεύ­ρε­σης, ό­ταν του δι­ψα­σμέ­νου “μαρ­τυ­ρού­νε τα γό­να­τά του” για να φτά­σει τη δυσ­πρό­σι­τη πη­γή. Το διή­γη­μα α­ρι­στεύει α­πό μό­νο του, δεν χρειά­ζε­ται να το σπρώ­ξει το ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα. Έτσι κι αλ­λιώς, το βα­ρύ­γδου­πο, στις η­μέ­ρες μας, ό­νο­μα του συγ­γρα­φέα του θα χα­λού­σε τους χα­μη­λούς τό­νους στο Εντευ­κτή­ριο. Άλλω­στε, το τεύ­χος κλεί­νει με πα­ρου­σία­ση του τε­λευ­ταίου βι­βλίου τού εν λό­γω μη ο­νο­μα­σθέ­ντος συγ­γρα­φέα, ό­που ορ­γιά­ζουν τα θαυ­μα­στι­κά ε­πί­θε­τα σε βαθ­μό α­νοι­κο­νό­μη­το.
Στη συ­νά­ντη­ση προ­σώ­πων και κει­μέ­νων, ο Τί­τος Πα­τρί­κιος και η Κι­κή Δη­μου­λά συ­νο­μι­λούν με τον Λευ­τέ­ρη Ξαν­θό­που­λο. Ο Μέ­νης Κου­μα­ντα­ρέ­ας γρά­φει κά­τι σαν η­με­ρο­λό­γιο για τον ε­ορ­τα­σμό των πε­νή­ντα χρό­νων πα­ρου­σίας του στα γράμ­μα­τα. Το κεί­με­νό του α­κο­λου­θεί, δί­κην συ­μπλη­ρώ­μα­τος, η ο­μι­λία της Αντι­γό­νης Βλα­βια­νού στην ε­πε­τεια­κή εκ­δή­λω­ση, που έ­λα­βε χώ­ρα στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής Αθη­νών. Η με­λε­τή­τρια εκ­κι­νεί να “προ­σμε­τρά” πλεί­στα ό­σα, σε­νά­ριο, θε­α­τρι­κό, με­τα­φρά­σεις, δο­κι­μια­κά βι­βλία (έ­τσι α­πο­κα­λεί τις τρεις συ­να­γω­γές προ­σω­πι­κών κει­μέ­νων), για να συλ­λά­βει το συ­νο­λι­κό έρ­γο του. Κά­νει, μά­λι­στα, και μια πο­λύ πρω­τό­τυ­πη πα­ρα­τή­ρη­ση: “Ένα έρ­γο με­γά­λο, α­κό­μη κι αν πε­ριο­ρι­στού­με στα α­κραιφ­νώς λο­γο­τε­χνι­κά του κεί­με­να...” Δη­λα­δή, αν δια­βά­ζου­με σω­στά, την εκ­πλήσ­σει, έ­να έρ­γο λο­γο­τέ­χνη να εί­ναι με­γά­λο μό­νο με τα λο­γο­τε­χνι­κά κεί­με­να. Όπως και να έ­χει, α­να­φέ­ρο­ντας α­πό τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα μό­νο το μπε­στ σέ­λε­ρ, «Η φα­νέ­λα με το εν­νιά», και τα υ­πό­λοι­πα σω­ρευ­τι­κά μέ­σα α­πό αποφθεγματικές απο­φάνσεις και κρί­σεις Ευ­ρω­παίων και γη­γε­νών, πο­λύ φο­βό­μα­στε ό­τι ο λο­γο­τε­χνι­κός Κου­μα­ντα­ρέ­ας δια­φεύ­γει.         
Στη συ­νά­ντη­ση προ­σέρ­χο­νται με πε­ζά πέ­ντε συγ­γρα­φείς (Γ. Ευ­στα­θιά­δης, Μα­ρία Κου­γιουμτ­ζή, Κ. Χα­ρί­τος, Κ. Αρκου­δέ­ας, Μα­ρία Στα­σι­νο­πού­λου, κα­τά σει­ρά πα­ρά­τα­ξης). Και με ποιή­μα­τα, άλ­λοι πέ­ντε (Α. Μα­ρω­νί­τη, Βα­σί­λης Πα­πάς, Κ. Συ­φιλτ­ζό­γλου, Σω­τή­ρης Πα­στά­κας, Ν. Κυ­ρια­κί­δης). Σε αυ­τά προ­στί­θε­νται με­τα­φρά­σεις, θέ­α­τρο, κρι­τι­κή και το φω­το­γρα­φι­κό έν­θε­το «Camera Obscura». Η ζω­γρα­φι­κή του Μι­χά­λη Μα­νου­σά­κη συ­μπλη­ρώ­νει ει­κο­νο­γρα­φι­κά τη συ­νά­ντη­ση. 
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, υ­πάρ­χει έ­νας μο­να­δι­κός συ­νερ­γά­της του πρώ­του  τεύ­χους, που εμ­φα­νί­ζε­ται και στο γε­νέ­θλιο 98ο. Συμ­με­τέ­χει και τις δυο φο­ρές με πε­ζό, ό­που δια­κρί­νε­ται η ί­δια ευαι­σθη­σία, αλ­λά και η ε­ξέ­λι­ξη της γρα­φής. Ας α­φή­σου­με τα γνω­στά ο­νό­μα­τα σαν γρί­φο για τους φα­να­τι­κούς του Εντευ­κτη­ρίου. Ευ­χό­μα­στε μια δεύ­τε­ρη, ε­ξί­σου γό­νι­μη, ει­κο­σι­πε­ντα­ε­τία. Εί­θε, στο τέ­λος της, ο εκ­δό­της του πε­ριο­δι­κού, που θα έ­χει φθά­σει τα χρό­νια του μέ­ντο­ρά του, να δια­τη­ρεί το δι­κό του σφρί­γος. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου



Το ίζημα

Tου Βασίλη Παπά

Βράχοι πελεκημένοι τραβερτίνης
τα τείχη που προστάτεψαν την πόλη.
Βούρκωνε, όμως, το έδαφος απ’ τα νερά
που χρόνια γλείφανε τις πέτρες
στο τέλος τις διαλύσανε.
Το ίζημα παχύ, πυκνό
κάθισε πάνω από τους δρόμους
και τα σπίτια
με τα σαγόνια της να τα μασήσει
η υγρασία σιωπηλά.
Καθώς όμως τα σκέπασε
κατέληξε στο τέλος να τα συντηρήσει.
Το ίζημα των στάσιμων νερών
όπως το ίζημα του χρόνου
όταν αρχίζει να λιμνάζει
στις επιφάνειες των πεπραγμένων
και η ζωή αποκτά κάποια στιγμή
το αρχαιολογικό δικό της πάρκο
και ξεκινούν άτακτες, τότε,
σωστικές ανασκαφές
μ’ ευρήματα, συνήθως, χρηστικά
ρουτίνας περισσότερο
με συλημένα όλα τα σπουδαία της σημεία
που γίνανε αιθέρας κι εξατμίστηκαν
έχοντας μόνο να αποδώσει πια
τα ανελαστικά και ογκώδη ερείπια
μιας καθημερινότητας.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 24/2/2013.

Το περιοδικό του Μάνου Χατζιδάκι

$
0
0


Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος
«ΤΟ ΤΕ­ΛΕΥ­ΤΑΙΟ ΤΕ­ΤΑΡ­ΤΟ
Ένα ελ­λη­νι­κό χρο­νι­κό»
Εκδό­σεις Πό­λις
Οκτώ­βριος 2012

 Το τελευταίο τεύχος
υπό την διεύθυνση
του Μάνου Χατζιδάκι.











Μό­λις τέσ­σε­ρις μή­νες με­τά την πα­ρου­σία­ση  του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Τά­κη Θε­ο­δω­ρό­που­λου, «Η ε­πι­δη­μία», έκ­δο­ση του 2011, ε­πα­νερ­χό­μα­στε με α­φορ­μή το και­νού­ριο του βι­βλίο. Τε­λι­κά, ά­δι­κοι οι φό­βοι μας. Ως ά­ψο­γος ε­παγ­γελ­μα­τίας συγ­γρα­φέ­ας, δεν α­θέ­τη­σε ού­τε ε­φέ­τος το ο­κτω­βρια­νό ρα­ντε­βού του με τους α­να­γνώ­στες. Απλώς, το βι­βλίο του διέ­λα­θε α­πό τους “100 νέ­ους τίτ­λους του φθι­νο­πώ­ρου”, κα­θώς δεν υ­πά­γε­ται στη συ­νή­θη δυα­δι­κή τα­ξι­νό­μη­ση μυ­θι­στο­ρή­μα­τα-δο­κί­μια. Πα­ρά τα μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά του στοι­χεία και τη δο­κι­μια­κή του χροιά, κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, δεν ε­ντάσ­σε­ται σε κα­μία α­πό τις δυο κα­τη­γο­ρίες. Αλλά και σε πεί­σμα του υ­πό­τιτ­λου, ού­τε στα χρο­νι­κά μπο­ρεί να συ­μπε­ρι­λη­φθεί, α­φού πόρ­ρω α­πέ­χει μιας λε­πτο­με­ρούς ε­ξι­στό­ρη­σης γε­γο­νό­των σε κά­ποια χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά. Ήδη, α­πό τις πρώ­τες σε­λί­δες, κα­θί­στα­ται εμ­φα­νές ό­τι της εύ­τα­κτης α­νά­πτυ­ξης υ­πε­ρι­σχύει η συ­νειρ­μι­κή α­να­δρο­μή, ε­νώ η ε­ξι­στό­ρη­ση ε­στιά­ζε­ται στο ε­πί μέ­ρους, φω­τί­ζο­ντας πλα­γίως τη συ­νο­λι­κή ει­κό­να. Και τα δυο αυ­τά συ­νι­στούν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μάλ­λον μυ­θι­στο­ρή­μα­τος πα­ρά χρο­νι­κού. Πλην, ό­μως, ό­πως προσ­διο­ρί­ζει ο υ­πό­τιτ­λος, ε­δώ πρό­κει­ται για “έ­να ελ­λη­νι­κό χρο­νι­κό”, που, με τη ση­με­ρι­νή χρή­ση της λέ­ξης ελ­λη­νι­κός α­πό τους λοι­πούς Ευ­ρω­παίους, μπο­ρεί να ση­μαί­νει και τρε­λό, με την έν­νοια του πα­ρά­λο­γου, που ε­νυ­πάρ­χει κά­πο­τε στις μυ­θο­πλα­σίες.
Στον πρό­λο­γο, πά­ντως, ο συγ­γρα­φέ­ας δη­λώ­νει ό­τι πρό­θε­σή του ή­ταν “να γρά­ψει το χρο­νι­κό της πε­ρι­πέ­τειας του «Τέ­ταρ­του»”, την ο­ποία το­πο­θε­τεί στο τε­λευ­ταίο έ­τος της πρώ­της δια­κυ­βέρ­νη­σης ΠΑ­ΣΟΚ και στο ξε­κί­νη­μα της δεύ­τε­ρης. Κα­τά τα άλ­λα, λαμ­βά­νει ως δε­δο­μέ­νο, ό­τι ό­σοι α­νοί­ξουν το βι­βλίο γνω­ρί­ζουν τι εί­ναι αυ­τό το «Τέ­ταρ­το». Ο ί­διος το α­να­φέ­ρει σαν έ­να πε­ριο­δι­κό, που “δεν έ­γρα­ψε Ιστο­ρία”, ού­τε “ση­μά­δε­ψε τα πνευ­μα­τι­κά πράγ­μα­τα του τό­που”. Προ­χω­ρά­ει, ω­στό­σο, και δι­καιο­λο­γεί την πρό­θε­σή του. Όταν α­να­φέ­ρε­ται στην “πε­ρι­πέ­τεια του πε­ριο­δι­κού”, δεν εν­νο­εί αυ­τό κα­θ’ αυ­τό το πε­ριο­δι­κό, ως έ­να πε­ριο­δι­κό υ­ψη­λής στάθ­μης, α­φού, ό­πως ι­σχυ­ρί­ζε­ται, ού­τε καν κοί­τα­ξε τα τεύ­χη, αλ­λά το πώς αυ­τό προέ­κυ­ψε και μπή­κε σε εκ­δο­τι­κή πο­ρεία. Κι αυ­τό, για­τί τον εν­δια­φέ­ρουν τα πρό­σω­πα και οι κα­τα­στά­σεις, με ε­πί­κε­ντρο τη σύ­γκρι­ση τού τό­τε με το σή­με­ρα. Τον εν­δια­φέ­ρουν, κυ­ρίως, οι δυο βα­σι­κοί ε­μπλε­κό­με­νοι στην “πε­ρι­πέ­τεια του πε­ριο­δι­κού”. Ο διευ­θυ­ντής του, Μά­νος Χατ­ζι­δά­κις και ο εκ­δό­της του, Γιώρ­γος Κο­σκω­τάς. Και πά­λι, ό­μως, ό­χι σαν α­το­μι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, αλ­λά σαν εκ­πρό­σω­ποι δυο εκ δια­μέ­τρου α­ντί­θε­των α­ντι­λή­ψεων. Κα­τά τον συγ­γρα­φέα, έ­κα­στος α­πο­τέ­λε­σε κά­τι σαν σή­μα κα­τα­τε­θέν μιας ο­ρι­σμέ­νης νοο­τρο­πίας. 

Ακρι­βώς μια γε­νιά

Ο Θε­ο­δω­ρό­που­λος χρη­σι­μο­ποιεί τη λέ­ξη νοο­τρο­πία, η ο­ποία ε­στιά­ζε­ται στον τρό­πο του σκέ­πτε­σθαι, α­πο­φεύ­γο­ντας τη λέ­ξη η­θι­κή, που εί­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη με τους κα­νό­νες συ­μπε­ρι­φο­ράς. Κι ό­μως, ε­πι­διώ­κει να θέ­σει τον δά­κτυ­λο εις τον τύ­πον των ή­λων, ζη­τώ­ντας τα συ­μπτώ­μα­τα της ελ­λη­νι­κής “με­τάλ­λα­ξης”, που έ­λα­βε χώ­ρα στη διάρ­κεια μιας γε­νιάς. Αν ε­μείς, κά­πως αυ­θαί­ρε­τα, με­τρή­σου­με τη γε­νιά α­πό την 1η Ια­νουα­ρίου 1981, την η­με­ρο­μη­νία ε­πί­ση­μης έ­ντα­ξης της Ελλά­δας στην Ευ­ρω­παϊκή Κοι­νό­τη­τα, και την ε­πε­κτεί­νου­με στο κο­ντι­νό μέλ­λον, μέ­χρι την αρ­χή του 2014, ο­πό­ταν ο­ρι­σμέ­νοι προ­φή­τες κα­κών το­πο­θε­τούν την κα­τάρ­ρευ­ση, θα έ­χου­με μια α­κέ­ραια γε­νιά, 33 ε­τών. Έτσι, πι­θα­νώς και να α­να­δει­κνύε­ται πλη­ρέ­στε­ρα το κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο, που ό­λοι βιώ­νου­με και για το ο­ποίο οι ει­δι­κοί ε­πι­στρα­τεύουν αυ­τόν τον δά­νειο α­πό τη βιο­λο­γία ό­ρο. Ωστό­σο, ό­ποιος κά­νει λό­γο για “με­τάλ­λα­ξη”, δη­λα­δή  τρο­πο­ποίη­ση της κλη­ρο­νο­μι­κής σύ­στα­σης ε­νός κυτ­τά­ρου, που κα­τα­λή­γει σε γε­νε­τι­κή αλ­λα­γή του ορ­γα­νι­σμού, α­πο­δέ­χε­ται πως το εν λό­γω κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο έ­χει δυο βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά.
Πρώ­τον, ό­τι, κα­τά την εκ­κί­νη­ση, υ­πε­ρί­σχυε, ως κλη­ρο­νο­μι­κή ι­διο­συ­στα­σία, η α­το­μι­κή η­θι­κή και αν πρό­κει­ται για πνευ­μα­τι­κούς δη­μιουρ­γούς, η ευαι­σθη­σία, η ο­ποία και κυ­ρίως εκ­φρα­ζό­ταν με την καλ­λι­τε­χνι­κή δη­μιουρ­γία. Και δεύ­τε­ρον, ό­τι, στην τε­λι­κή φά­ση, έ­χει πα­ρα­με­ρι­στεί η προ­σω­πι­κή ευ­θύ­νη και έ­χει α­πο­κα­τα­στα­θεί η δη­μο­κρα­τία των μέ­σων ό­ρων ή και “μα­ζι­κή δη­μο­κρα­τία”. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, ε­στιά­ζο­ντας στο χώ­ρο του πο­λι­τι­σμού, αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι, για το τι συ­νι­στά έρ­γο τέ­χνης, μπο­ρεί να α­πο­φαί­νε­ται ο κα­θέ­νας. Γεν­νά­ται, ω­στό­σο, το ε­ρώ­τη­μα κα­τά πό­σο συμ­φω­νεί ο συγ­γρα­φέ­ας ό­τι αυ­τό το δεύ­τε­ρο στοι­χείο α­πο­τε­λεί ση­μείο κα­τά­πτω­σης του ση­με­ρι­νού κοι­νω­νι­κού σώ­μα­τος. Από την ε­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φία του, ό­πως, λ.χ., σχε­τι­κά με τα χρυ­σαυ­γί­τι­κα στο Χυ­τή­ριο, κά­τι τέ­τοιο δεν εί­ναι σα­φές. Κά­πο­τε, φαί­νε­ται να πα­ρα­σύ­ρε­ται α­πό τις α­πό­ψεις των πε­πτω­κό­των δια­νοού­με­νων, ό­πως ο ί­διος ο­ρί­ζει εύ­στο­χα τους “κουλ­του­ριά­ρη­δες”. Στο βι­βλίο, πά­ντως, ο α­φη­γη­τής υ­πεκ­φεύ­γει.

Ρη­ξι­κέ­λευ­θες ι­δέες

Πέ­ραν του προ­λό­γου και των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων, το βι­βλίο θα ι­κα­νο­ποιή­σει ό­σους γνω­ρί­ζουν μέ­σες ά­κρες “την πε­ρι­πέ­τεια του «Τέ­ταρ­του»”, αλ­λά και ό­σους δεν το έ­χουν ού­τε α­κου­στά. Τους πρώ­τους, α­φού τους δί­νει την ευ­και­ρία να ρί­ξουν μια μα­τιά στο πα­ρα­σκή­νιο, α­νε­ξάρ­τη­τα αν, ξε­κι­νώ­ντας την α­νά­γνω­ση, πι­θα­νώς να ήλ­πι­ζαν σε πε­ρισ­σό­τε­ρα. Τους δεύ­τε­ρους, για­τί θα πά­ρουν μια γεύ­ση για το πώς λει­τουρ­γού­σε ο εκ­δο­τι­κός χώ­ρος πριν κο­ντά τώ­ρα τριά­ντα χρό­νια. Άλλω­στε, α­κό­μη και να θέ­λουν να ε­ξα­κρι­βώ­σουν την α­λή­θεια ή το α­νυ­πό­στα­το ό­σων ε­ξι­στο­ρού­νται, τα ί­χνη του πε­ριο­δι­κού έ­χουν σχε­δόν α­πα­λει­φθεί. Στις δυο πρό­σφα­τες δε­κα­ε­τίες, κα­τά το γύ­ρι­σμα του αιώ­να, υ­πο­τι­μή­θη­κε το πα­ρελ­θόν έ­να­ντι του πα­ρό­ντος και κυ­ρίως, του μέλ­λο­ντος. Ποιος θα α­σχο­λη­θεί με τον Τύ­πο α­πό την Με­τα­πο­λί­τευ­ση και ε­δώ­θε. Όσο για το Δια­δί­κτυο, που α­πο­τε­λεί την κυ­ρίαρ­χη πλέ­ον πη­γή ε­νη­μέ­ρω­σης, στο ε­ρώ­τη­μα, πε­ριο­δι­κό «Τέ­ταρ­το», δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για το πα­τρι­νό free press «Τέ­ταρ­το».
Το πλέ­ον εν­δια­φέ­ρον στοι­χείο του βι­βλίου βρί­σκε­ται μάλ­λον στο ά­τυ­πο α­πο­μνη­μό­νευ­μα πα­ρά στο τεκ­μη­ριω­μέ­νο δο­κί­μιο. Άλλω­στε, τον χα­ρα­κτή­ρα του “memoir”, ό­πως το α­πο­κά­λε­σε ευ­ρω­παΐζων κρι­τι­κός, προ­δί­δουν και τα α­πο­κα­λού­με­να πε­ρι­κει­με­νι­κά στοι­χεία, με πρώ­το τη φω­το­γρα­φία ε­ξω­φύλ­λου. Πρό­κει­ται για λε­πτο­μέ­ρεια φω­το­γρα­φίας δη­μο­σιευ­μέ­νης στο τεύ­χος του Ιου­νίου 1985, το ο­ποίο θα πρέ­πει να κυ­κλο­φό­ρη­σε με­τά τις ε­κλο­γές της 2ας Ιου­νίου, που έ­φε­ραν έ­να ΠΑ­ΣΟΚ του 46%, μείον μό­λις δυο μο­νά­δες α­πό την θριαμ­βι­κή εί­σο­δό του δυό­μι­σι και κά­τι χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Αυ­τό προ­δί­δει το “editorial” του Χατ­ζι­δά­κι, με τίτ­λο, «Μια μωβ σκιά Μαΐου». Μπο­ρεί το πε­ριε­χό­με­νο του να μην α­να­φέ­ρε­ται στην πο­λι­τι­κή ε­πι­και­ρό­τη­τα, ω­στό­σο κα­τα­λή­γει με “την μωβ σκιά” της ε­κλο­γι­κής νί­κης. Η μα­σκα­ρι­σμέ­νη φω­το­γρα­φία συ­γκρα­τεί δυο μό­νο πρό­σω­πα, τους πρω­τα­γω­νι­στές του “memoir”. Τον συγ­γρα­φέα και τον Χατ­ζι­δά­κι, σε μια κά­πως πα­ρά­ξε­νη στά­ση. Με­τω­πι­κά, χα­μο­γε­λα­στούς, με σταυ­ρω­μέ­να στο στή­θος τα χέ­ρια, σαν έ­τοι­μους για κά­ποια α­να­μέ­τρη­ση. Πρό­κει­ται για την τυ­πο­ποιη­μέ­νη φω­το­γρα­φι­κή πό­ζα πο­δο­σφαι­ρι­κής ο­μά­δας πριν τον α­γώ­να. 
Η φω­το­γρα­φία εί­ναι α­πό την ει­κο­νο­γρά­φη­ση του «Φα­ντα­στι­κού κα­φε­νείου» ε­κεί­νου του τεύ­χους, που ή­ταν α­φιε­ρω­μέ­νο στο πο­δό­σφαι­ρο. Η εν λό­γω ρου­μπρί­κα ή­ταν μια α­πό τις πρω­τό­τυ­πες ή και ρη­ξι­κέ­λευ­θες ι­δέες του Χατ­ζι­δά­κι. Εκεί­νος ό­ρι­ζε το θέ­μα, ε­πέ­λε­γε τους συ­νο­μι­λη­τές και συμ­με­τεί­χε ως κο­ρυ­φαίος, προ­σπα­θώ­ντας να στή­σει “κα­φε­νεια­κή κου­βέ­ντα”. Ως σύλ­λη­ψη στό­χευε να εί­ναι ο α­ντί­λο­γος της νεό­κο­πης α­κό­μη τό­τε τη­λε­ο­πτι­κής “στρογ­γυ­λής τρά­πε­ζας”. Στην πρά­ξη, ό­μως, η ι­δέα θα πρέ­πει να α­πο­δείχ­θη­κε ου­το­πι­κή, α­φού πραγ­μα­το­ποιή­θη­καν μό­λις πέ­ντε πα­ρό­μοιες συ­ζη­τή­σεις. Αλλά και ο­λό­κλη­ρο το «Τέ­ταρ­το» του Χατ­ζι­δά­κι, με μό­λις έ­ντε­κα τεύ­χη, μή­πως δεν α­πο­δείχ­θη­κε ου­το­πι­κό. Το ρη­το­ρι­κό ε­ρώ­τη­μα, που θέ­τει ο συγ­γρα­φέ­ας στο ε­πι­λο­γι­κό κε­φά­λαιο, κα­τά πό­σο “ή­ταν κα­λό πε­ριο­δι­κό”, δεν εί­ναι το πιο πρό­σφο­ρο. Το πε­ριο­δι­κό έ­μει­νε ως μύ­θος στο χώ­ρο του πο­λι­τι­σμού. Κά­τι σαν τον συγ­γρα­φέα του ε­νός αλ­λά ση­μα­δια­κού βι­βλίου. Ως α­νά­μνη­ση της ε­πο­χής πριν την “με­τάλ­λα­ξη”, ό­ταν η ποιό­τη­τα α­πο­τε­λού­σε α­κό­μη το κρι­τή­ριο ε­πι­λο­γών και πρά­ξεων.

Με την ο­πτι­κή του α­φη­γη­τή

Στα αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα βι­βλία, συ­νη­θί­ζε­ται τε­λευ­ταία ο συγ­γρα­φέ­ας να ει­κο­νί­ζε­ται στο ε­ξώ­φυλ­λο. Εδώ, ω­στό­σο. ο α­φη­γη­τής πα­ρου­σιά­ζε­ται ως έ­να δια­φο­ρε­τι­κό πρό­σω­πο, με κά­ποιες γο­η­τευ­τι­κά α­ντι­φα­τι­κές ι­διό­τη­τες. Το δια­φο­ρε­τι­κό ι­σχύει και σε σχέ­ση με τους α­φη­γη­τές των μυ­θο­πλα­στι­κών και λοι­πών βι­βλίων του Θε­ο­δω­ρό­που­λου. “Νο­μάς” αλ­λά και “ερ­γα­σιο­μα­νής”, μπλα­ζέ και “παι­δί του Δια­φω­τι­σμού”, αρ­χαιο­λά­τρης δια της γαλ­λι­κής καλ­λιέρ­γειας πα­ρα­κα­μπτη­ρίου, αν και κά­πο­τε χω­ρίς την αί­σθη­ση του μέ­τρου, πα­ρορ­μη­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας ως Βαλ­κά­νιος και συ­νά­μα, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, α­πρό­σμε­να φλεγ­μα­τι­κός. Ενδια­φέ­ρει ι­διαί­τε­ρα ως πρό­σω­πο, ό­πως άλ­λω­στε ό­λοι οι α­φη­γη­τές, α­φού τους άλ­λους ε­μπλε­κό­με­νους “στην πε­ρι­πέ­τεια του πε­ριο­δι­κού” τους γνω­ρί­ζου­με μέ­σα α­πό τη δι­κή του “υ­πο­κει­με­νι­κώς α­ντι­κει­με­νι­κή” σκια­γρά­φη­ση.
Σε αυ­τόν, εμ­μέ­σως, πι­θα­νώς και να α­να­φέ­ρε­ται ο τίτ­λος. Όταν Χατ­ζι­δά­κις, Γκά­τσος και Θε­ο­δω­ρό­που­λος α­να­ζη­τού­σαν τίτ­λο για το πε­ριο­δι­κό, ο Χατ­ζι­δά­κις πρό­τει­νε «Το τε­λευ­ταίο τέ­ταρ­το του ει­κο­στού», α­φού αυ­τό διή­νυαν. Ο Γκά­τσος α­πέρ­ρι­ψε τον τίτ­λο ως μα­κρι­νά­ρι. Σύμ­φω­να με τον α­φη­γη­τή, χά­ρις στην πα­ρέμ­βα­ση του τρί­του της πα­ρέ­ας, συ­ντο­μεύ­τη­κε στον τίτ­λο, «Το Τέ­ταρ­το», ώ­στε το πε­ριο­δι­κό να δεί­χνει ως δια­δο­χή του ε­πι­τυ­χη­μέ­νου ρα­διο­φω­νι­κού προ­γράμ­μα­τος, «Το Τρί­το», του Χατ­ζι­δά­κι. Κα­τά τα άλ­λα, ό­μως, ε­κεί­νο το τέ­ταρ­το του αιώ­να ή­ταν το τέ­ταρ­το του βίου του Γκά­τσου, το τρί­το του Χατ­ζι­δά­κι, γεν­νη­μέ­νου το 1925, και το δεύ­τε­ρο του α­φη­γη­τή. Οι δυο με­γα­λύ­τε­ροι δεν το έ­ζη­σαν μέ­χρι τέ­λους (1991 α­να­χώ­ρη­σε ο πρώ­τος, 1994 ο δεύ­τε­ρος). 
Σή­με­ρα, ο μι­κρό­τε­ρος πλη­σιά­ζει στην η­λι­κία, που εί­χε ο Χατ­ζι­δά­κις του «Τέ­ταρ­του», και ή­δη άγ­χε­ται α­πό το φό­βο του μοι­ραίου. Απο­κα­λύ­πτο­ντας μια συ­ναι­σθη­μα­τι­κή πτυ­χή, α­φιε­ρώ­νει έ­να κε­φά­λαιο στο θά­να­το του πα­τέ­ρα του σε πα­ρα­πλή­σια η­λι­κία. Κά­που αλ­λού, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι του “α­ρέ­σει να γρά­φει υ­πό πίε­ση χρό­νου”. Κα­τά μια εκ­δο­χή, στο δι­κό του τε­λευ­ταίο τέ­ταρ­το α­να­φέ­ρε­ται ο τίτ­λος. Εξ ου και το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό ά­νοιγ­μα. Πι­θα­νόν, η αί­σθη­ση ό­τι “ο χρό­νος τον πιέ­ζει” να α­πο­βεί και πε­ραι­τέ­ρω γο­νι­μο­ποιός. Να ση­μειώ­σου­με, ό­τι το βι­βλίο το α­φιε­ρώ­νει στην κό­ρη του, που προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό την α­φή­γη­ση σαν το μο­να­δι­κό στα­θε­ρό ση­μείο του νο­μα­δι­κού του βίου και η ο­ποία γεν­νή­θη­κε στο ξε­κί­νη­μα “της πε­ρι­πέ­τειας του «Τέ­ταρ­του»”, Μάρ­τιο 1984. 

Προ­ξε­νη­τής

Στην εν λό­γω “πε­ρι­πέ­τεια”, ο α­φη­γη­τής εμ­φα­νί­ζε­ται ως ο “εν­διά­με­σος” στη συ­νερ­γα­σία ή και ως προ­ξε­νη­τής στον εκ­δο­τι­κό “γά­μο”, Χατ­ζι­δά­κι-Κο­σκω­τά. Αφή­νο­ντας η­μι­τε­λές έ­να δι­δα­κτο­ρι­κό γύ­ρω α­πό τη γυ­ναί­κα και τη νό­σο στην ελ­λη­νι­κή τρα­γω­δία, νο­σού­ντος του ι­δίου α­πό έ­ρω­τα, α­κο­λου­θεί τη γυ­ναί­κα. Τε­λι­κά, ε­γκα­τα­λεί­πο­ντας Πα­ρί­σι, Νέα Υόρ­κη και γυ­ναί­κα, ε­πι­στρέ­φει και δη­μο­σιο­γρα­φεί σε πε­ριο­δι­κό ποι­κί­λης ύ­λης, που διευ­θύ­νει ε­πί τριε­τία ο Παύ­λος Μπα­κο­γιάν­νης, ο ο­ποίος, ε­πί­σης, έ­χει ε­γκα­τα­λεί­ψει Μό­να­χο και Ρα­διο­φω­νία, α­κο­λου­θώ­ντας μια γυ­ναί­κα. Ο δεύ­τε­ρος, ό­μως, για κα­κό του κε­φα­λιού του, δεν α­πα­γκι­στρώ­νε­ται α­πό τη γυ­ναί­κα, λό­γος για τον ο­ποίο και α­πο­λύε­ται α­πό το πε­ριο­δι­κό. Κά­πως έ­τσι, ο α­φη­γη­τής βρί­σκε­ται με α­φε­ντι­κό τον Κο­σκω­τά. Επί Μπα­κο­γιάν­νη α­κό­μη, Πρω­το­χρο­νιά 1984, έ­χει γνω­ρί­σει τον Χατ­ζι­δά­κι ως σε­νε­ντευ­ξια­στής του. Εκεί­νος φαί­νε­ται ό­τι εξ αρ­χής έ­χει ε­κτι­μή­σει τις ι­κα­νό­τη­τές του και του προ­τεί­νει συ­νερ­γα­σία στο πε­ριο­δι­κό, που έ­χει κα­τά νου να εκ­δώ­σει. Στη συ­νέ­χεια, δεν ε­πα­νέρ­χε­ται.
Αρχές κα­λο­και­ριού, ο α­φη­γη­τής εί­ναι έ­τοι­μος να ε­γκα­τα­λεί­ψει τη δη­μο­σιο­γρα­φία για την με­γά­λη ε­ρω­μέ­νη, τη συγ­γρα­φή, που έ­χει κο­ντά μια δε­κα­ε­τία πα­ρα­με­λή­σει. Τό­τε, εμ­φα­νί­ζε­ται ο Κο­σκω­τάς, που ε­τοι­μά­ζε­ται να ει­σέλ­θει και στο χώ­ρο του Τύ­που με πε­ριο­δι­κό. Κι αυ­τός έ­χει ε­κτι­μή­σει τις ι­κα­νό­τη­τές του και του προ­τεί­νει να το α­να­λά­βει. Ο ί­διος, ω­στό­σο, καί­τοι γαλ­λο­τρα­φείς δια­νοού­με­νος, που ε­κεί­να του­λά­χι­στον τα χρό­νια σή­μαι­νε διά­νος φου­σκω­μέ­νος, δια­θέ­τει αυ­το­γνω­σία και ε­φαρ­μό­ζει το “στρί­βειν δια του αρ­ρα­βώ­νος”, ό­πως θα λέ­γα­με άλ­λο­τε. Μέ­σα σε λι­γό­τε­ρο α­πό ε­ξά­μη­νο, Πρω­το­χρο­νιά 1985, συμ­βάλ­λει στο να κλεί­σει η συμ­φω­νία  των δυο ε­πί­δο­ξων ερ­γο­δο­τών του για “μη­νιαίο πε­ριο­δι­κό πο­λι­τι­κής και τέ­χνης”. Η τέως εκ­δο­τι­κή ε­ται­ρεία Μπα­κο­γιάν­νη και ή­δη Κο­σκω­τά εί­ναι ο ι­διο­κτή­της, εκ­δό­της - διευ­θυ­ντής α­να­λαμ­βά­νει ο Χατ­ζι­δά­κις και ο “εν­διά­με­σος” εμ­φα­νί­ζε­ται ως “διευ­θυ­ντής σύ­ντα­ξης”.
Πέ­ντε τεύ­χη πα­ρέ­μει­νε στην ταυ­τό­τη­τα του πε­ριο­δι­κού (Μάιο-Σε­πτ. 1985), για τα ε­πό­με­να έ­ξι του Χατ­ζι­δά­κι, “διευ­θυ­ντής σύ­ντα­ξης” δεν υ­πάρ­χει, με­τά τη θέ­ση αμ­φο­τέ­ρων κα­λύ­πτει πο­λυ­με­λής συ­ντα­κτι­κή ε­πι­τρο­πή, α­πό την ο­ποία, α­πό έ­να ση­μείο και ύ­στε­ρα, προ­κύ­πτει “υ­πεύ­θυ­νος για την έκ­δο­ση”. Τέσ­σε­ρα τα “σχό­λια της σύ­ντα­ξης” που υ­πο­γρά­φει, τα ο­ποία θα πρέ­πει να α­πο­τε­λούν το ε­ναρ­κτή­ριο λά­κτι­σμα του με­τέ­πει­τα ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φου. Η α­φή­γη­ση γί­νε­ται α­πό μνή­μης, ού­τε καν η­με­ρο­λο­για­κές ση­μειώ­σεις δεν ε­πι­κα­λεί­ται. Κα­τ’ ε­πα­νά­λη­ψη, ο α­φη­γη­τής ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι δεν θυ­μά­ται τίτ­λους πε­ριο­δι­κών και η­με­ρο­μη­νίες. Όσο για τα πρό­σω­πα, α­κο­λου­θεί την αρ­χή “ο­νό­μα­τα δεν λέ­με, οι­κο­γέ­νειες δεν θί­γου­με”. Μπο­ρεί, ό­μως, και να υιο­θε­τεί την ε­πι­κρα­τού­σα ά­πο­ψη, ό­τι η Ιστο­ρία δεν γρά­φε­ται με ο­νό­μα­τα. Μό­νο δυο συ­νερ­γά­τες του πε­ριο­δι­κού α­να­φέ­ρο­νται, κι αυ­τοί με ψευ­δώ­νυ­μα, τα ο­ποία, ό­μως, ο α­φη­γη­τής ε­πι­λέ­γει αρ­κού­ντως διά­φα­να για τους Ιε­ρο­σο­λυ­μί­τες. Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον ό­τι ο μο­να­δι­κός α­πό το χώ­ρο του Τύ­που και των Γραμ­μά­των, που κα­το­νο­μά­ζε­ται, εί­ναι έ­νας κρι­τι­κός λο­γο­τε­χνίας. Σε αυ­τό το ση­μείο, υ­πε­ρι­σχύει η συγ­γρα­φι­κή ψυ­χο­σύν­θε­ση, που, α­δυ­να­τώ­ντας να α­πο­δεχ­θεί τις τυ­χόν ε­πι­κρί­σεις του κρι­τι­κού, φα­ντα­σιώ­νε­ται πλεί­στους ό­σους ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κούς λό­γους. Κα­τά την ε­μπει­ρία μας, αυ­τή η συγ­γρα­φι­κή α­γκύ­λω­ση δεν βελ­τιώ­νε­ται ού­τε με την η­λι­κία ού­τε με την καλ­λιέρ­γεια. 
Στην πε­ρι­γρα­φή των προ­σώ­πων, ο α­φη­γη­τής προ­σπα­θεί να α­να­συ­στή­σει τις πρώ­τες ε­ντυ­πώ­σεις ε­κεί­νης της ε­πο­χής, α­πο­φεύ­γο­ντας το ρε­του­σά­ρι­σμα ή την α­μαύ­ρω­ση α­πό τον χρό­νο και την με­τέ­πει­τα πεί­ρα. Από το πώς πε­ρι­γρά­φει τα πρό­σω­πα, λ.χ. τον Χατ­ζι­δά­κι έ­να­ντι του Γκά­τσου, συ­μπλη­ρώ­νε­ται το δι­κό του προ­φίλ. Συ­νο­ψί­ζο­ντας, θα προ­τι­μού­σα­με λι­γό­τε­ρη δο­κι­μια­κή χροιά στο πρώ­το και το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του βι­βλίου. Ο λό­γος της τρέ­χου­σας δια­νό­η­σης, που κα­ταγ­γέλ­λει ό­σα συμ­βαί­νουν σαν η ί­δια να μην συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους κα­τοί­κους της χώ­ρας, α­πο­μα­κρύ­νει τον α­να­γνώ­στη. Έτσι κι αλ­λιώς, τα κα­λύ­τε­ρα γρά­φο­νται ε­ρή­μην των συγ­γρα­φι­κών προ­θέ­σεων. Εδώ, υ­πάρ­χει η α­φή­γη­ση, που κι­νεί­ται σε τε­θλα­σμέ­νη γραμ­μή και διαν­θί­ζε­ται με ο­ξείς συ­γκρί­σεις του τό­τε και του σή­με­ρα, αιφ­νι­διά­ζο­ντας με εύ­στο­χες πα­ρα­τη­ρή­σεις για κα­τα­στά­σεις και πρω­τό­τυ­πες χα­ρα­κτη­ρο­λο­γι­κές α­πο­χρώ­σεις στις σκια­γρα­φή­σεις ε­πι­φα­νών.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου      

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 3/3/2013.

Λίγο απ’ όλα για την κρίση

$
0
0














Σύν­θη­μα σε βι­τρί­να α­δεια­νού κα­τα­στή­μα­τος της ο­δού Στα­δίου. Αδεια­νό α­πό το 1997, ό­ταν η κρί­ση της α­γο­ράς άρ­χι­σε να χτυ­πά­ει τις πρώ­τες ελ­λη­νι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις. Πρό­κει­ται για το άλ­λο­τε γνω­στό κα­τά­στη­μα
των Αθη­νών Άκρο­ν-Ίλιο­ν-Κρυ­στά­λ, Στα­δίου 26.


«Το α­πο­τύ­πω­μα της κρί­σης»
Ιστο­ρίες
Επι­μέ­λεια:
Ελέ­νη Μπού­ρα, Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη
Εκδό­σεις Με­ταίχ­μιο
Φε­βρουά­ριος 2013

Εκ πρώ­της ό­ψεως, ο τίτ­λος του βι­βλίου δεί­χνει πο­λύ ευ­ρύς για μια θε­μα­τι­κή συλ­λο­γή ι­στο­ριών. Δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται το­πι­κά, ο­πό­τε μπο­ρεί να α­φο­ρά την κρί­ση σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα ή σε συ­γκε­κρι­μέ­νο τμή­μα του πλα­νή­τη, ό­πως ο ευ­ρω­παϊκός νό­τος, ή, α­κό­μη στε­νό­τε­ρα, μια χώ­ρα, αλ­λά και α­κό­μη πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, την πρω­το­πό­ρο στον συ­γκε­κρι­μέ­νο στί­βο, Ελλά­δα. Επί­σης, α­φή­νει α­νοι­χτή τη σφαί­ρα, στην ο­ποία α­να­φέ­ρε­ται. Πο­λι­τι­κή, οι­κο­νο­μι­κή, πο­λι­τι­σμι­κή. Ακό­μη και μό­νο η πρώ­τη λέ­ξη του τίτ­λου, το α­πο­τύ­πω­μα, ε­πι­δέ­χε­ται δια­φο­ρε­τι­κές ερ­μη­νείες, κα­θώς δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται ε­πί ποιου σώ­μα­τος δη­μιουρ­γεί­ται αυ­τό το α­πο­τύ­πω­μα. Του ε­θνι­κού, του κοι­νω­νι­κού ή του προ­σω­πι­κού ως έν­δει­ξη ο­ρι­σμέ­νης ψυ­χο­λο­γι­κής κα­τά­στα­σης.
Αυ­τήν την ευ­ρύ­τη­τα, ω­στό­σο, πε­ριο­ρί­ζει, ή­δη με τον τίτ­λο του, ο πρό­λο­γος των δυο ε­πι­με­λη­τριών, της Ελέ­νης Μπού­ρα και της Μι­κέ­λας Χαρ­του­λά­ρη, «Το λο­γο­τε­χνι­κό α­πο­τύ­πω­μα της ελ­λη­νι­κής ε­πι­και­ρό­τη­τας». Σύμ­φω­να με το κεί­με­νό τους, “οι ι­στο­ρίες λει­τουρ­γούν ως με­γε­θυ­ντι­κός φα­κός αλ­λά και μαρ­τυ­ρίες για την κρί­ση στην Ελλά­δα α­πό το 2010”. Πού ση­μαί­νει την τριε­τία α­πό τις 23 Απρ. 2010, που ο τό­τε πρω­θυ­πουρ­γός Γιωρ­γά­κης Πα­παν­δρέ­ου, α­πό το α­κρι­τι­κό Κα­στε­λό­ρι­ζο, α­να­κοί­νω­νε την προ­σφυ­γή της χώ­ρας στον τρι­πλό μη­χα­νι­σμό οι­κο­νο­μι­κής στή­ρι­ξης μέ­χρι το χρό­νο γρα­φής των ι­στο­ριών, που προσ­διο­ρί­ζε­ται α­πό τον Μάρ. μέ­χρι τον Οκτ. του 2012. Μέ­νει να φα­νεί κα­τά πό­σο οι ι­στο­ρίες ε­πα­λη­θεύουν τις ε­ξαγ­γε­λίες τους. Ή, μή­πως κά­ποιοι α­πό τους συμ­με­τέ­χο­ντες συγ­γρα­φείς πα­ρε­ξέ­κλι­ναν, δε­λε­α­σμέ­νοι α­πό τον γε­νι­κό­λο­γο τίτ­λο. Αλλά και ό­σοι πε­ριο­ρί­στη­καν στο ε­δώ και τώ­ρα, κα­τά πό­σο λει­τούρ­γη­σαν με τον τρό­πο που τους ζη­τή­θη­κε, δη­λα­δή ως αυ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες.
Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, πρό­κει­ται για μια συλ­λο­γή 17 ι­στο­ριών α­πό ι­σά­ριθ­μους συγ­γρα­φείς, των ο­ποίων τα ο­νό­μα­τα α­να­γρά­φο­νται στο ε­ξώ­φυλ­λο και το ο­πι­σθό­φυλ­λο. Και τις δυο φο­ρές, ό­πως και στην πα­ρά­τα­ξη των ι­στο­ριών τους, υιο­θε­τεί­ται η αλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά. Άλλω­στε, ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη τά­ξη μάλ­λον δεν θα γι­νό­ταν α­πο­δε­κτή α­πό τους συμ­με­τέ­χο­ντες. Μια δια­φο­ρε­τι­κή, ω­στό­σο, δια­δο­χή των ι­στο­ριών, πι­θα­νώς να έ­δι­νε έ­να α­φη­γη­μα­τι­κά πιο εν­δια­φέ­ρον α­πο­τέ­λε­σμα. Δεν πρό­κει­ται για αν­θο­λό­γη­μα, α­φού δεν έ­γι­νε στα­χυο­λό­γη­ση α­πό κά­ποια πα­ρα­κα­τα­θή­κη ή­δη δη­μο­σιευ­μέ­νων ι­στο­ριών, αλ­λά για ε­πι­λο­γή συ­γκε­κρι­μέ­νων συγ­γρα­φέων, που έ­γρα­ψαν “εν θερ­μώ” τις ι­στο­ρίες τους. Σύμ­φω­να με σχε­τι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα, οι συμ­με­τέ­χο­ντες πι­θα­νώς να ή­ταν πε­ρισ­σό­τε­ροι ή, ί­σως, να προ­τι­μώ­ντο κά­ποιοι άλ­λοι, που αρ­νή­θη­καν λό­γω α­νω­τέ­ρας βίας, του­τέ­στιν έλ­λει­ψης χρό­νου ή και δο­θεί­σης υ­πό­σχε­σης α­πό­λυ­της πί­στης στον εκ­δό­τη τους. Επι­δίω­ξη, πά­ντως, των ε­πι­με­λη­τριών ή­ταν να ε­πι­λε­γούν “οι πλέ­ον πα­ρεμ­βα­τι­κοί και εν­δια­φέ­ρο­ντες έλ­λη­νες συγ­γρα­φείς”. Με­γά­λη κου­βέ­ντα, α­πό ε­κεί­νες που συ­νη­θί­ζο­νται σε δια­φη­μι­στι­κά σλό­γκαν. Όταν, ό­μως, έρ­χε­ται α­πό δυο ε­πι­τυ­χη­μέ­νες μά­νατ­ζερ στο χώ­ρο του βι­βλίου, που δρα­στη­ριο­ποιού­νται σε αυ­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο της ει­κο­σα­ε­τίας, ως ε­πι­με­λή­τρια η πρώ­τη και ως βι­βλιο­πα­ρου­σιά­στρια η δεύ­τε­ρη, α­πο­κτά δια­φο­ρε­τι­κή βα­ρύ­τη­τα. “Κόου­τς” διά­ση­μων συγ­γρα­φέων χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται η Μπού­ρα, ελ­λη­νι­κό ι­σο­δύ­να­μο του Μπερ­νάρ Πι­βώ η Χαρ­του­λά­ρη, ά­ρα κά­τι θα γνω­ρί­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό ε­μάς για το τι συ­νι­στά σή­με­ρα τον πα­ρεμ­βα­τι­κό και εν­δια­φέ­ρο­ντα συγ­γρα­φέα. Πα­ρα­τη­ρού­με ό­τι δεν ε­πι­λέ­γουν τους κα­τέ­χο­ντες υ­ψη­λές θέ­σεις, ού­τε ό­σους έ­χουν κα­τέ­βει στον πο­λι­τι­κό στί­βο, ού­τε καν τους γνω­στούς ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φους. Ανε­ξάρ­τη­τα, πά­ντως, με το πό­σο πα­ρεμ­βαί­νουν στα κοι­νά οι 17 ε­πι­λεχ­θέ­ντες ή το πό­σο εν­δια­φέ­ρο­ντα μπο­ρεί να κρι­θούν τα βι­βλία τους, υ­πάρ­χει σα­φής προ­τί­μη­ση στους κα­τοί­κους της Αθή­νας, ό­πως και στους άρ­ρε­νες.
Οι ε­πι­λο­γές τους, γραμ­μα­το­λο­γι­κά, πε­ριο­ρί­ζο­νται σε δυο ο­μά­δες συγ­γρα­φέω­ν: Επτά τα­ξι­νο­μού­νται στους προ­βε­βλη­μέ­νους της λε­γό­με­νης γε­νιάς του ’80, ό­που δυο τρεις α­πό αυ­τούς θα μπο­ρού­σαν να χα­ρα­κτη­ρι­στούν και πα­ρεμ­βα­τι­κοί. Και δέ­κα - α­νε­ξαρ­τή­τως η­λι­κίας, τρεις εί­ναι συ­νη­λι­κιώ­τες των προ­η­γού­με­νων - ε­ντάσ­σο­νται στην ε­πό­με­νη ο­μά­δα, που εμ­φα­νί­στη­κε με την αν­θο­φο­ρία της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’90 και φτά­νει μέ­χρι τις πα­ρα­μο­νές της κρί­σης. Και ε­δώ, δυο τρεις πι­θα­νώς και να χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν πα­ρεμ­βα­τι­κοί, με βά­ση το πό­σο συ­χνά εμ­φα­νί­ζο­νται με κά­ποια δή­λω­ση στα ΜΜΕ. Αν και αυ­τήν τη δια­ση­μό­τη­τα την ο­φεί­λουν μάλ­λον στις ε­παγ­γελ­μα­τι­κές τους δρα­στη­ριό­τη­τες πα­ρά στη συγ­γρα­φι­κή τους ι­διό­τη­τα. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, πο­τέ, ού­τε πα­λαιό­τε­ρα ού­τε σή­με­ρα, το πα­ρεμ­βα­τι­κός δεν ση­μαί­νει και εν­δια­φέ­ρων συγ­γρα­φέ­ας, χω­ρίς και να το α­πο­κλείει.
Θε­μα­τι­κές προ­τι­μή­σεις
Η γε­νι­κό­τε­ρη ε­ντύ­πω­ση α­πό τις ι­στο­ρίες τους εί­ναι ό­τι οι μι­κρό­τε­ροι η­λι­κια­κά συγ­γρα­φείς στά­θη­καν πιο πει­θαρ­χι­κοί, πι­θα­νώς και για­τί έ­χουν συ­νη­θί­σει να γρά­φουν ι­στο­ρίες κα­τά πα­ραγ­γε­λία για ποι­κί­λα έ­ντυ­πα και θε­μα­τι­κές αν­θο­λο­γίες. Αυ­τοί πε­ριο­ρί­στη­καν στο συ­γκε­κρι­μέ­νο θέ­μα της ελ­λη­νι­κής κρί­σης, ε­πι­λέ­γο­ντας ως ε­στία­ση, άλ­λοι τα αί­τια, που α­πλώ­νο­νται σε με­γα­λύ­τε­ρο βά­θος χρό­νου, και άλ­λοι τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα, ό­πως τα βιώ­νου­με σή­με­ρα. Αντι­θέ­τως, οι συγ­γρα­φείς της πρώ­της ο­μά­δας ά­νοι­ξαν τον θε­μα­τι­κό ο­ρί­ζο­ντα, μάλ­λον α­κρι­βέ­στε­ρα, έ­μει­ναν προ­σκολ­λη­μέ­νοι στις δι­κές τους θε­μα­τι­κές προ­τι­μή­σεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση δυο συ­νο­μή­λι­κων, α­πό τους πο­λυ­γρα­φό­τε­ρους αυ­τής της ο­μά­δας, της Σώ­της Τρια­ντα­φύλ­λου και του Θεό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη. Από μια ά­πο­ψη, οι ι­στο­ρίες τους δεί­χνουν το α­πο­τύ­πω­μα της πα­γκό­σμιας κρί­σης, ή και ει­δι­κό­τε­ρα, τη βαρ­βα­ρό­τη­τα του ύ­στε­ρου κα­πι­τα­λι­σμού, που ξε­σπί­τω­σε α­πό Ιρα­κι­νούς μέ­χρι Αφρι­κα­νούς, δη­μιουρ­γώ­ντας το με­τα­να­στευ­τι­κό ρεύ­μα οι­κο­νο­μι­κών και πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων.
Αν και η ι­λα­ρο­τρα­γι­κή ι­στο­ρία του νε­α­ρού ά­ντρα α­πό το Μπε­νίν της Δυ­τι­κής Αφρι­κής έ­χει δια­φο­ρε­τι­κά αί­τια. Ο α­νή­συ­χος ή­ρωας της Τρια­ντα­φύλ­λου δι­ψά­ει για πε­ρι­πέ­τειες. Το ί­διο του κά­νει αν θα κα­τα­λή­ξει σε μια α­φρι­κα­νι­κή με­γα­λού­πο­λη ή σε μια ευ­ρω­παϊκή. Αρκεί να εί­ναι γαλ­λό­φω­νη, κα­θό­σον η χώ­ρα του, το πα­λαιό βα­σί­λειο της Δα­χο­μέ­ης, υ­πήρ­ξε γαλ­λι­κή α­ποι­κία. Κι αν δεν ε­γκα­θί­στα­ται τε­λι­κά στην Ελλά­δα, δεν φταίει η κρί­ση και η α­νερ­γία. Ένας κα­λός τε­χνί­της ό­πως αυ­τός, και μά­λι­στα, μαρ­μα­ράς, που κά­νει α­πό τα­φό­πλα­κες μέ­χρι με­ρε­μέ­τια μπά­νιου, δεν έ­χει πρό­βλη­μα. Το δι­κό του δρά­μα στά­θη­κε ε­ρω­τι­κό. Αντα­να­κλά το πα­λαιό και μέ­γα πρό­βλη­μα για έ­να ζευ­γά­ρι, αυ­τό του δια­φο­ρε­τι­κού θρη­σκεύ­μα­τος, που συ­νε­πά­γε­ται και άλ­λους η­θι­κούς κώ­δι­κες. Όταν, μά­λι­στα, ε­κεί­νος δεν εί­ναι μου­σουλ­μά­νος, ό­πως ο συ­μπα­τριώ­της του, που ε­πέ­δει­ξε ευε­λι­ξία και αλ­λα­ξο­πί­στη­σε, αλ­λά α­σπά­ζε­ται το βου­ντού, την πα­νάρ­χαια α­φρι­κα­νι­κή θρη­σκεία των θε­ο­ποιη­μέ­νων προ­γό­νων και των πνευ­μά­των τους, που α­πλώ­θη­κε στην α­με­ρι­κα­νι­κή ή­πει­ρο με τους σκλά­βους και την κυ­ρίευ­σε, το χά­σμα α­πο­βαί­νει α­γε­φύ­ρω­το. Η ι­στο­ρία έρ­χε­ται ως συ­νέ­χεια των α­φρι­κα­νι­κών μυ­θι­στο­ρη­μά­των της Τρια­ντα­φύλ­λου, με τίτ­λο, «Voodoo child», δά­νειο α­πό μι­κρού μή­κους, βρα­βευ­μέ­νη ται­νία.
Δια­φο­ρε­τι­κή εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση του Κούρ­δου α­πό το Ιρά­κ, που ήρ­θε πρό­σφυ­γας στην Ελλά­δα μέ­σω Τουρ­κίας αλ­λά τε­λι­κά έ­φυ­γε, ό­πως προϊδεά­ζει ο τίτ­λος της ι­στο­ρίας του Γρη­γο­ριά­δη, «Ο ξέ­νος που έ­φυ­γε». Σύμ­φω­να με την α­φή­γη­σή του, πε­ρισ­σό­τε­ρο τον α­πα­σχο­λεί το α­πο­τυ­χη­μέ­νο ζευ­γά­ρω­μά του με μια Αθη­ναία. Όπως ο ή­ρωας της Τρια­ντα­φύλ­λου, έ­τσι κι αυ­τός, δου­λειά βρί­σκει εύ­κο­λα στις οι­κο­δο­μές, ρα­τσι­στι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές και ξε­νο­φο­βία δεν α­να­φέ­ρει. Το μό­νο πα­ρά­πο­νό του εί­ναι η με­τα­να­στευ­τι­κή πο­λι­τι­κή, την ο­ποία συ­γκρί­νει με ε­κεί­νη των σκαν­δι­να­βι­κών χω­ρών, ό­που κα­τα­φεύ­γει στη συ­νέ­χεια. Τε­λι­κά, το βα­θύ­τε­ρο α­πο­τύ­πω­μα εί­ναι ε­κεί­νο του νό­στου, α­φού κα­τα­λή­γει να ε­πι­στρέ­ψει στο Ιράκ και ε­κεί να νοι­κο­κυ­ρευ­τεί.
Μια τρί­τη πε­ρί­πτω­ση εί­ναι αυ­τή του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου, κα­θώς η ι­στο­ρία του δεί­χνει σαν συ­νέ­χεια των πρό­σφα­των δη­μο­σιευ­μά­των του. Ήταν α­πό τους πρώ­τους, που έ­γρα­ψε διη­γή­μα­τα με πε­ρι­θω­ριο­ποιη­μέ­νους ε­σω­τε­ρι­κούς με­τα­νά­στες, και τώ­ρα, θα α­να­με­νό­ταν να τον ε­μπνεύ­σει “το νέο προ­λε­τα­ριά­το” της Αθή­νας. Όπως, ε­πί­σης, “η έ­ξο­δος προς την πε­ρι­φέ­ρεια” ή, έ­στω, η ε­πι­στρο­φή των με­τοί­κων της Αθή­νας στον γε­νέ­θλιο τό­πο τους. Αλλά ο Δη­μη­τρίου περ­νά­ει προ­σώ­ρας φά­ση αυ­το­βιο­γρά­φη­σης. Αφη­γεί­ται μια ε­πί­σκε­ψη στην Ηγου­με­νί­τσα, α­ντι­πα­ρα­θέ­το­ντας ει­κό­νες των αρ­χών του ’60 με ση­με­ρι­νές, στις ο­ποίες το­νί­ζε­ται η με­τα­μόρ­φω­ση της υ­παί­θρου, α­πό λου­λου­δια­σμέ­νες πλα­γιές με μο­νο­πά­τια σε πυ­κνά και εις ύ­ψος δο­μη­μέ­νη πε­ριο­χή. Αυ­τά εί­ναι τα “ξέ­να ρού­χα”, που, κα­τά τον τίτ­λο, φό­ρε­σε ο­λό­κλη­ρη η χώ­ρα. Δεν εί­ναι, βε­βαίως, ά­στο­χη ως πα­ρα­τή­ρη­ση, αν και δεί­χνει ε­πι­σφα­λής στη με­ρι­κό­τη­τά της .Όπως και ο πε­ριο­ρι­σμός των δει­νο­πα­θού­ντων στους Αλβα­νούς.
Τε­λι­κά, για τους συγ­γρα­φείς, το μέ­τρο της κοι­νω­νι­κής ευαι­σθη­σίας φαί­νε­ται πως εκ­φρά­ζε­ται μέ­σω των Αλβα­νών. Ένας άλ­λος συγ­γρα­φέ­ας της ί­διας γε­νιάς, ο Κώ­στας Ακρί­βος, δί­νει στην ι­στο­ρία του τη μορ­φή ε­πι­στο­λής, που ά­φη­σε μα­θη­τής στο γρα­φείο του κα­θη­γη­τή-α­φη­γη­τή. Με στό­χο να α­να­δεί­ξει το φαι­νό­με­νο του ρα­τσι­σμού, στή­νει έ­να δί­πο­λο: α­πό τη μια, ο Αλβα­νός που έ­γρα­ψε το γράμ­μα και α­πό την άλ­λη, ε­κεί­νος που “ζω­γρα­φί­ζει πά­νω στο θρα­νίο α­γκυ­λω­τούς σταυ­ρούς”. Η ι­στο­ρία α­γλαΐζει τον Αλβα­νό, ή­δη α­πό το πα­ρά­πο­νο που εκ­φρά­ζε­ται με τον τίτ­λο, «Δεν θα γί­νω Έλλη­νας πο­τέ;». Το έ­τε­ρο ά­κρο του δί­πο­λου, ό­που βρί­σκε­ται “το α­πο­τύ­πω­μα της κρί­σης” και για το ο­ποίο φέ­ρει ευ­θύ­νη και ο κα­θη­γη­τής, ε­κεί­νος το α­ντι­πα­ρέρ­χε­ται με την κα­τα­λη­κτι­κή πα­ρά­γρα­φο: Στην ε­πέ­τειο του Πο­λυ­τε­χνείου προ­γραμ­μα­τί­ζει να δι­δά­ξει τη «Δή­λω­ση» του Σε­φέ­ρη. “Η πρώ­τη για φέ­τος δο­κι­μα­σία”, α­πο­φθέγ­γε­ται. Απο­ρού­με, τι θέ­λει να πει ο συγ­γρα­φέ­ας. Να πα­ρα­τη­ρή­σου­με ό­τι η ι­στο­ρία του Ακρί­βου εί­ναι κα­θο­ρι­στι­κής ση­μα­σίας για την ε­ντύ­πω­ση που δη­μιουρ­γεί ο α­να­γνώ­στης, κα­θώς με αυ­τήν α­νοί­γει το βι­βλίο. Του δί­νει την πρώ­τη γεύ­ση της κρί­σης.
Άρω­μα κρί­σης
Δυο συγ­γρα­φείς της πρώ­της ο­μά­δας, η Έρση Σω­τη­ρο­πού­λου και ο Τά­σος Κα­λού­τσας, γρά­φουν ι­στο­ρίες ε­πι­κε­ντρω­μέ­νες στην ελ­λη­νι­κή κρί­ση της σή­με­ρον, με ή­ρωες γη­γε­νείς, στρι­μωγ­μέ­νους οι­κο­νο­μι­κά. Στην ι­στο­ρία της Σω­τη­ρο­πού­λου, το κύ­ριο πρό­σω­πο εί­ναι μια ά­νερ­γη και το θέ­μα η πο­λυ­πό­θη­τη, α­κό­μη και α­πό κα­θ’ ό­λα μά­χι­μους με­σή­λι­κες, συ­ντα­ξιο­δό­τη­ση. Η ι­στο­ρία πλέ­κε­ται γύ­ρω α­πό τη συ­νά­ντη­σή της με έ­ναν λο­γι­στή. Υπο­τί­θε­ται ό­τι εί­ναι ο άν­θρω­πος κλει­δί, α­φού γνω­ρί­ζει δι­κη­γό­ρους και ερ­γα­το­λό­γους, ά­ρα εί­ναι σε θέ­ση να α­νοί­γει πα­ρά­θυ­ρα στους νό­μους. «Ελά­τε στο γρα­φείο μου» εί­ναι ο τίτ­λος και εύ­στο­χη η ι­δέα της συγ­γρα­φέως να πλά­σει έ­ναν συ­ντα­ξιού­χο λο­γι­στή, που χρη­σι­μο­ποιεί για γρα­φείο την κα­φε­τέ­ρια πο­λυ­κα­τα­στή­μα­τος, κα­θώς α­ντα­να­κλά μια και­νού­ρια συ­νή­θεια των Αθη­ναίων να ε­πι­λέ­γουν τις κα­φε­τέ­ριες για πα­ρα­δό­σεις μα­θη­μά­των, ε­παγ­γελ­μα­τι­κά ρα­ντε­βού, α­να­γνω­στή­ρια και πλεί­στα άλ­λα. Η κου­βέ­ντα α­νέρ­γου και λο­γι­στή έ­χει το στε­ρεό­τυ­πο χα­ρα­κτή­ρα πα­ρό­μοιων συ­ζη­τή­σεων. Η συγ­γρα­φέ­ας δί­νει έ­ναν σου­ρε­α­λι­στι­κό τό­νο στις στι­χο­μυ­θίες και την πε­ρι­γρα­φή της ε­πι­κρα­τού­σας α­τμό­σφαι­ρας, σε μια προ­σπά­θεια να α­πο­τυ­πώ­σει την έ­κρυθ­μη κα­τά­στα­ση της κρί­σης. Όσο για την ά­νερ­γο, ο ε­σω­τε­ρι­κός της μο­νό­λο­γος ται­ριά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο σε μια αρ­γό­σχο­λη.
Ο Κα­λού­τσας ε­πι­λέ­γει έ­ναν θεσ­σα­λο­νι­κιό οι­κο­γε­νειάρ­χη, μι­σθω­τό, που ξε­χρεώ­νει δά­νειο. Τον στε­νο­χω­ρούν τα κλει­σμέ­να κα­τα­στή­μα­τα και οι έ­ρη­μοι δρό­μοι. Προ πά­ντων φο­βά­ται, κα­θώς κα­τα­τρύ­χε­ται α­πό τις τη­λε­ο­πτι­κές ει­δή­σεις για λη­στείες και φό­νους. Άλλα, ό­μως, εί­ναι ε­κεί­να που μαυ­ρί­ζουν τη ζωή του και α­να­ζη­τά μια α­νά­σα στην προο­πτι­κή της τριή­με­ρης “δρα­πέ­τευ­σης” στο σπι­τά­κι του χω­ριού. Έχει προ­βλη­μα­τι­κό παι­δί και ο ί­διος πά­σχει α­πό εκ γε­νε­τής βλά­βη στην καρ­διά. Εί­ναι έ­να διή­γη­μα με φό­ντο την κρί­ση, κα­θώς το­πο­θε­τεί­ται στις αρ­χές Μαρ. 2011, ό­ταν αρ­χί­ζουν οι μα­ζι­κές δια­δη­λώ­σεις στην Αθή­να.
Στο ε­δώ και τώ­ρα της κρί­σης πει­θαρ­χεί και ο έ­βδο­μος της πρώ­της ο­μά­δας, ο Βα­σί­λης Γκου­ρο­γιάν­νης. Οι δι­κοί του ή­ρωες δεν έ­χουν οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα. Η ι­στο­ρία του έ­χει τη μορ­φή συ­ζή­τη­σης τεσ­σά­ρων φί­λων και συ­να­δέλ­φων. Νο­μι­κοί, η­λι­κίας ά­νω των 55, ε­κεί που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι τους α­πα­σχο­λεί η κρί­ση, αρ­χί­ζουν τις α­μπε­λο­φι­λο­σο­φίες πε­ρί ζωής και ευ­θύ­νης του Θε­ού. Την α­φορ­μή τους τη δί­νει η α­πο­κά­λυ­ψη του μπο­ζο­νίου, του λε­γό­με­νου σω­μα­τι­δίου του Θε­ού. Ακρο­βα­τούν με­τα­ξύ Φυ­σι­κής και πο­λι­τι­κής, για να κα­τα­λή­ξουν στο συλ­λο­γι­σμό πως, αν ο Έλλη­νας πιά­σει πά­το, θα α­πο­δεχ­θεί ό­τι εί­ναι μη­δε­νι­κό και θα αρ­χί­σει να α­να­ζη­τά την α­ξία του. Μια α­πλου­στευ­τι­κή σκέ­ψη, που τε­λευ­ταία ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται σαν κα­ρα­μέ­λα. Κα­λοί οι πα­ραλ­λη­λι­σμοί τους, αλ­λά πα­ρα­βλέ­πουν τα στοι­χειώ­δη α­πό τις γυ­μνα­σια­κές σπου­δές. Το σω­μα­τί­διο του Θε­ού έ­χει μη­δε­νι­κή μά­ζα, αλ­λά δια­θέ­τει το ι­σο­δύ­να­μο, κα­τά τον παπ­πού Αϊνστάιν, σε ε­νέρ­γεια.
Άρω­μα α­πό την κρί­ση έ­χουν και ι­στο­ρίες των συ­νο­μη­λί­κων τους, που άρ­γη­σαν να εμ­φα­νι­στούν και ε­ξέ­δω­σαν το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό τους βι­βλίο με­τά το 2000. Ο Μι­χά­λης Μο­δι­νός, α­πό την ε­μπει­ρία του ως πε­ρι­βαλ­λο­ντο­λό­γος, πλέ­κει μια ι­στο­ρία, που δια­κω­μω­δεί τις α­πο­τυ­χη­μέ­νες προ­σπά­θειες για την “πρά­σι­νη α­νά­πτυ­ξη”, κα­θώς και τους πο­νη­ρούς τρό­πους για τη νο­μι­μο­ποίη­ση οι­κι­στι­κών πα­ρα­νο­μιών. Ό ή­ρωας της Ελέ­νης Γιαν­να­κά­κη, κο­ντά ο­γδό­ντα χρό­νων, δεν μπο­ρεί να βγά­λει α­πό το μυα­λό του έ­ναν α­κό­μη που πή­δη­ξε α­πό την τα­ρά­τσα του. Τα δι­κά του προ­βλή­μα­τα, ω­στό­σο, που εί­ναι τα γε­ρά­μα­τα, η οι­κο­νο­μι­κή στε­νό­τη­τα και ο πα­ντρε­μέ­νος γιος στη Γερ­μα­νία, υ­πήρ­χαν και α­νε­ξάρ­τη­τα της κρί­σης. Συγ­γε­νεύει με το διή­γη­μα του Κα­λού­τσα, κα­θώς και οι δυο συγ­γρα­φείς ε­ντο­πί­ζουν το α­πο­τύ­πω­μα της κρί­σης στους η­λι­κια­κά με­γα­λύ­τε­ρους και οι­κο­γε­νειάρ­χες, δη­λα­δή στους πιο ευά­λω­τους στην τρο­μο­κρά­τη­ση που α­σκούν τα ΜΜΕ.
Σα­τι­ρι­κές εκ­δο­χές
Δια­φο­ρε­τι­κή η πε­ρί­πτω­ση του Νί­κου Κου­νε­νή, που κα­λύ­πτει έ­να με­γά­λο κε­νό ό­χι μό­νο της συλ­λο­γής αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα. Την α­που­σία της σά­τι­ρας α­πό το ι­διαί­τε­ρα πρό­σφο­ρο για δια­κω­μώ­δη­ση πα­ρόν της κρί­σης. Στο στοι­χείο του ο συγ­γρα­φέ­ας, α­πο­πει­ρά­ται μια γε­λοιο­γρα­φι­κή τα­ξι­νό­μη­ση των πο­λι­τών της χώ­ρας με βά­ση την ε­παγ­γελ­μα­τι­κή τους ι­διό­τη­τα και συ­να­κό­λου­θα, το πό­σο πλήτ­το­νται α­πό την κρί­ση. Μιας μορ­φής σά­τι­ρα προ­σπα­θεί να στή­σει και έ­νας α­πό τους νεό­τε­ρους, ο Κώ­στας Κα­τσου­λά­ρης. Εκεί­νος, ό­μως, ε­πι­λέ­γει να κι­νη­θεί στο χώ­ρο της μελ­λο­ντο­λο­γίας, ό­που α­παι­τεί­ται άλ­λου εί­δους ε­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα. Το σκη­νι­κό που στή­νει κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­ση του ση­με­ρι­νού, σε συν­δυα­σμό με το δι­δα­κτι­κό μύ­θο της ι­στο­ρίας, α­πο­δυ­να­μώ­νει το α­πο­τέ­λε­σμα. Στο ί­διο σα­τι­ρι­κό πνεύ­μα κι­νεί­ται και ο Χρή­στος Αστε­ρίου, πλά­θο­ντας την κα­ρι­κα­τού­ρα ε­νός πο­λι­τευό­με­νου. Στα χρό­νια που το κόμ­μα του κα­τεί­χε την ε­ξου­σία, έ­κα­νε έ­να πλή­θος δη­μό­σια έρ­γα στον γε­νέ­θλιο τό­πο του, έ­να ο­ρει­νό χω­ριό, με α­πώ­τε­ρο στό­χο τη δη­μαρ­χία. Ανα­κα­τώ­νο­ντας ο συγ­γρα­φέ­ας γνω­στές πε­ρι­πτώ­σεις σπα­τά­λη­σης κον­δυ­λίων για μου­σεία στη μέ­ση του που­θε­νά και έρ­γα τύ­που Κα­λα­τρά­βα, κα­τα­λή­γει σε μια μάλ­λον πα­ρα­τρα­βηγ­μέ­νη ι­λα­ρο­τρα­γω­δία.
Υπάρ­χουν και δυο ι­στο­ρίες, που α­πο­τυ­πώ­νουν τη δυ­να­μι­κή της κρί­σης, χά­ρις στους ή­ρωές τους. Τους νέ­ους, χω­ρίς οι­κο­γε­νεια­κά βά­ρη, με δυ­να­τό­τη­τες να προ­κό­ψουν, που υ­πε­ρε­κτί­μη­σαν τις δυ­νά­μεις τους, δεν στάθ­μι­σαν σω­στά τις υ­πο­σχέ­σεις των γύ­ρω τους, και κα­τέ­λη­ξαν ά­νερ­γοι στα ό­ρια της ε­ξα­θλίω­σης. Εί­ναι οι ι­στο­ρίες της Λέ­νας Κι­τσο­πού­λου και της Κάλ­λιας Πα­πα­δά­κη, που εμ­φα­νί­ζο­νται σαν έ­τοι­μες α­πό και­ρό για πα­ρό­μοιες ι­στο­ρίες. Με­γα­λύ­τε­ρης εμ­βέ­λειας της Πα­πα­δά­κη, κα­θώς δεί­χνει το α­πο­τύ­πω­μα της κρί­σης και μέ­σω του χώ­ρου της λε­γό­με­νης κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σης, κα­θώς και την α­πει­λη­τι­κή εγ­γύ­τη­τα για πολ­λούς της κα­τά­στα­σης του ά­στε­γου.
Νου­νε­χή θα χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με τον Νί­κο Πα­να­γιώ­τα­που­λο, που πε­ριο­ρί­στη­κε στο μό­νο χώ­ρο, α­πό τον ο­ποίο έ­χει βιω­μα­τι­κή ε­μπει­ρία των συ­νε­πειών της κρί­σης. Στην ι­στο­ρία του, ζω­ντα­νεύει τον μι­κρό­κο­σμο της πο­λυ­κα­τοι­κίας κα­τά τη διάρ­κεια μιας κω­μι­κο­τρα­γι­κής συ­νέ­λευ­σης των ε­νοί­κων. Απρό­σμε­νος α­πο­δει­κνύε­ται ο Χρή­στος Οι­κο­νό­μου. Προ τριε­τίας ε­ξέ­δω­σε μια συλ­λο­γή με με­ρι­κά α­πό τα πρώ­τα διη­γή­μα­τα, που έ­φε­ραν το α­πο­τύ­πω­μα της κρί­σης, και τώ­ρα, που θα α­να­με­νό­ταν α­κό­μη έ­να, λ.χ., με α­γα­να­κτι­σμέ­νους πο­λί­τες ή αυ­τό­χει­ρες, που ου­σια­στι­κά α­που­σιά­ζουν α­πό τη συλ­λο­γή, ε­κεί­νος πλά­θει έ­ναν “φευ­γά­το”. Προ­φα­νώς και υ­πάρ­χει το ά­ρω­μα κρί­σης, α­φού πα­ρό­μοιοι ή­ρωες ζουν μο­νί­μως σε κα­τα­στά­σεις κρί­σης. Ο ή­ρωάς του, ο­νό­μα­τι Τά­σος Δε­λιάς, εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­νος α­πό τον Σμυρ­νιό Ανέ­στη Δε­λιά. Ήταν α­πό τα πρώ­τα μπου­ζού­κια του Πει­ραιά, αλ­λά και πρώ­τος πρε­ζά­κιας. Τον βρή­καν νε­κρό στο πε­ζο­δρό­μιο της Βαρ­βα­κείου Αγο­ράς, το 1944, μό­λις πα­τη­μέ­να τα 30.
Απο­μέ­νει η τε­λευ­ταία ι­στο­ρία της συλ­λο­γής, ση­μα­ντι­κή για τη συ­νο­λι­κή ε­ντύ­πω­ση του βι­βλίου ό­πως και η πρώ­τη. Εί­ναι του Χρή­στου Χρυ­σό­που­λου, που φαί­νε­ται σαν να γρά­φει έ­να ε­πι­πλέ­ον κε­φά­λαιο στο περ­σι­νό βι­βλίο του, «Φα­κός στο στό­μα». Ο ά­στε­γος, η κρί­ση, η Αθή­να, α­πό τη γω­νία ε­νός α­πο­στα­σιο­ποιη­μέ­νου πε­ρι­πα­τη­τή. Μια πα­ρα­τή­ρη­ση για τις σκέ­ψεις, που ε­κεί­νος κά­νει με α­φορ­μή το γκρά­φι­τι σε βι­τρί­να α­δεια­νού κα­τα­στή­μα­τος (η ει­κό­να που πα­ρα­θέ­του­με). Ο α­φη­γη­τής βλέ­πει σε αυ­τό α­δυ­να­μία να ο­νει­ρευ­τού­με, κα­θώς η α­νι­σό­τη­τα στο γκρά­φι­τι του θυ­μί­ζει το σύν­θη­μα, “η φα­ντα­σία στην ε­ξου­σία”. Εμείς πι­στεύου­με ό­τι οι γκρα­φι­τά­δες εί­ναι πιο προσ­γειω­μέ­νοι α­πό τους συγ­γρα­φείς. Εδώ, το γκρά­φι­τι πα­ρα­πέ­μπει στην ε­πο­χή των δα­νείων και των υ­πο­σχέ­σεων, ό­ταν δυο συν δυο μπο­ρού­σαν να ι­σού­νται με ο­τι­δή­πο­τε.
Τε­λι­κά, η συλ­λο­γή γεν­νά το ε­ρώ­τη­μα: μή­πως οι ι­στο­ρίες για την τρέ­χου­σα κρί­ση δεν γρά­φο­νται και τό­σο εύ­κο­λα α­πό τη θέ­ση του πα­ρα­τη­ρη­τή; Υπήρ­ξαν, πα­λαιό­τε­ρα, συγ­γρα­φείς, που έ­ζη­σαν για έ­να με­γά­λο χρο­νι­κό διά­στη­μα στις συν­θή­κες και τις κα­τα­στά­σεις, στις ο­ποίες ή­θε­λαν να το­πο­θε­τή­σουν τους ή­ρωές τους. Με άλ­λα λό­για, να βρε­θείς ο ί­διος με το “φα­κό στο στό­μα”. Άλλο, δη­λα­δή, πα­ρα­τη­ρη­τής και άλ­λο πα­θών. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, και ο συ­γκε­ρα­σμός αυ­τών των δύο, α­π’ τον ο­ποίο προ­κύ­πτει ο πα­θια­σμέ­νος πα­ρα­τη­ρη­τής.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

​Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 7/7/2013.

Φιλόδοξο βήμα

$
0
0
Φράνσις
Μπέικον,
«Σπουδή για
προσωπογραφία», 1971.



Πά­νος Τσί­ρος
«Δεν εί­ν’ έ­τσι;»
Εκδό­σεις Μι­κρή Άρκτος
Μάρ­τιος 2013

Πέ­ντε χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση του πρώ­του βι­βλίου του Πά­νου Τσί­ρου, «Φέρ­τε μου το κε­φά­λι της Μα­ρίας Κέν­σο­ρα», εκ­δό­θη­κε το δεύ­τε­ρο. Πρό­κει­ται και πά­λι για έ­να ο­λι­γο­σέ­λι­δο βι­βλίο με διη­γή­μα­τα. Συ­μπτω­μα­τι­κά, τα δυο βι­βλία α­ριθ­μούν τον ί­διο α­ριθ­μό σε­λί­δων, 92. Αλλά­ζουν, ό­μως, το σχή­μα και η τυ­πο­τε­χνι­κή φυ­σιο­γνω­μία, κα­θώς άλ­λα­ξε ο εκ­δό­της. Από τις εκ­δό­σεις Γα­βριη­λί­δης το πρώ­το, α­πό την δι­σκο­γρα­φι­κή και εκ­δο­τι­κή ε­ται­ρεία Μι­κρή Άρκτος το δεύ­τε­ρο. Μι­κρός και ο δεύ­τε­ρος εκ­δο­τι­κός οί­κος, σύμ­φω­να και με την ε­πω­νυ­μία του, δέ­κα ε­πτά έ­τη με­τά την ί­δρυ­σή του, βου­τά στον ω­κε­α­νό της πε­ζο­γρα­φίας, δια­ψεύ­δο­ντας το ι­σχύον για την “α­εί­πο­τε πε­ρί τον πό­λον στρε­φό­με­νη­ν” Μι­κρή Άρκτο, το “μη­δέ­πο­τε εις τον ω­κε­α­νόν βυ­θι­ζο­μέ­νη­ν”. Ο εκ­δό­της, Πα­ρα­σκευάς Κα­ρα­σού­λος, με­τά την περ­σι­νή δι­πλή ε­πέ­τειο της συ­μπλή­ρω­σης πέ­ντε δε­κα­ε­τιών βίου και δυό­μι­σι στι­χουρ­γι­κής πα­ρου­σίας, και α­φού φρό­ντι­σε καλ­λι­τέ­χνες και ποιη­τές, α­πο­φά­σι­σε να κά­νει τό­πο και στους πε­ζο­γρά­φους. Ξε­κι­νά με τη διη­γη­μα­το­γρα­φία. Το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του Τσί­ρου εί­ναι το πρώ­το, ό­πως α­να­κοί­νω­σε, στη σει­ρά «Διη­γή­σεις».
Οκτώ χρό­νια νεό­τε­ρός του ο Τσί­ρος, πα­ρου­σιά­στη­κε με ε­κεί­νο το πρώ­το βι­βλίο, χω­ρίς προ­η­γού­με­νες δη­μο­σιεύ­σεις σε έ­ντυ­πα. Δεν έ­μει­νε α­μνη­μό­νευ­το το πό­νη­μά του. Επι­σή­μως, κα­τα­γρά­φτη­καν τέσ­σε­ρις πα­ρου­σιά­σεις, που συ­να­γω­νί­ζο­νται σε ε­παί­νους. Διά­κρι­ση δεν α­πέ­σπα­σε, ού­τε καν πρό­κρι­ση στη βρα­χεία λί­στα του Βρα­βείου Δια­βά­ζω για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους. Εκεί­νη τη χρο­νιά, το Βρα­βείο δό­θη­κε στην Σταυ­ρού­λα Σκα­λί­δη, ε­νώ, του διη­γή­μα­τος, στην ε­πί­σης πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νη Μα­ρία Κου­γιουμτ­ζή. Το Κρα­τι­κό Βρα­βείο διη­γή­μα­τος –πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου δεν εί­χε α­κό­μη προ­κύ­ψει– στην Ευ­γε­νία Φα­κί­νου. Πά­ντως, το βι­βλίο δεν λη­σμο­νή­θη­κε. Υπήρ­ξαν αρ­γο­πο­ρη­μέ­νες πα­ρου­σιά­σεις, πι­θα­νώς α­πόρ­ροια των σχέ­σεων, που εί­χε αρ­χί­σει να έ­χει ο συγ­γρα­φέ­ας με το χώ­ρο του βι­βλίου. Άλλω­στε, δεν θα πρέ­πει να εί­ναι τυ­χαία η με­τα­στέ­γα­σή του σε εκ­δο­τι­κό οί­κο ο­μό­τε­χνού του.
Το βιο­γρα­φι­κό στο αυ­τά­κι του βι­βλίου έ­μει­νε το ί­διο, πλην της προ­σθή­κης της έκ­δο­σης του πρώ­του βι­βλίου και φω­το­γρα­φίας. Μια πλη­ρο­φο­ρία, που κα­νείς συ­γκρα­τεί, εί­ναι το θέ­μα των με­τα­πτυ­χια­κών σπου­δών του στο Λον­δί­νο. Ασχο­λή­θη­κε με το «Tractatus Logico-Philosophicus» του Βίτ­γκεν­σταϊν. Στη συ­νέ­χεια, ε­γκα­τέ­λει­ψε τις σπου­δές φι­λο­σο­φίας για τη Μέ­ση Εκπαί­δευ­ση. Αν και πο­τέ δεν ξέ­ρεις. Και ο Βίτ­γκεν­σταϊν διέ­κο­ψε την ε­να­σχό­λη­σή του με τη φι­λο­σο­φία και με­τά δέ­κα χρό­νια ε­πα­νήλ­θε. Όπως και να έ­χει, ε­κεί­νο το πρώ­το έρ­γο του αυ­στρια­κού φι­λό­σο­φου ε­ξα­κο­λου­θεί να τον α­πα­σχο­λεί. Μά­λι­στα, το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του δεί­χνει ό­τι τον έ­χει ε­πη­ρεά­σει ο φι­λο­σο­φι­κός στο­χα­σμός και της δεύ­τε­ρης πε­ριό­δου του Βίτ­γκεν­σταϊν. Αν τα πρώ­τα διη­γή­μα­τά του α­ντα­να­κλούν τον προ­βλη­μα­τι­σμό του νε­α­ρού Βίτ­γκεν­σταϊν, το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του α­κο­λου­θεί τον αυ­στρια­κό φι­λό­σο­φο στις α­να­ζη­τή­σεις του κα­τά τα ύ­στε­ρα χρό­νια, ό­πως αυ­τές κα­τα­γρά­φτη­καν στο δεύ­τε­ρο με­γά­λο έρ­γο του, τις «Φι­λο­σο­φι­κές έ­ρευ­νες».
Ήδη, στο πρώ­το διή­γη­μα του πρώ­του βι­βλίου, με τίτ­λο, «Χω­ρίς στό­μα», λαν­θά­νει η έ­βδο­μη και τε­λευ­ταία πρό­τα­ση της «Λο­γι­κό-Φι­λο­σο­φι­κής Πραγ­μα­τείας» (ό­πως α­πο­δό­θη­κε ο τίτ­λος του «Tractatus...» στα ελ­λη­νι­κά, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο του πρω­τό­τυ­που «Logisch-Philosophische Abhandlung»): “Για ό­σα δεν μπο­ρεί να μι­λά­ει κα­νείς, πρέ­πει να σω­παί­νει.” Το τι μπο­ρεί να ει­πω­θεί και να γί­νει κα­τα­νο­η­τό α­πό τον άλ­λο, δη­λα­δή η φύ­ση της γλώσ­σας, ή­ταν το θε­με­λιώ­δες πρό­βλη­μα, που έ­θε­σε ο αυ­στρια­κός φι­λό­σο­φος. Η α­πά­ντη­ση, στην ο­ποία κα­τέ­λη­ξε, γκρό­σο μό­ντο, ή­ταν ό­τι οι μό­νες κα­τα­νο­η­τές προ­τά­σεις εί­ναι ε­κεί­νες που δί­νουν μια ει­κό­να της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Από τα ό­ρια της γλώσ­σας, έ­νας συγ­γρα­φέ­ας περ­νά­ει σε ε­κεί­να της λο­γο­τε­χνίας. Στα πρώ­τα διη­γή­μα­τα, ο Τσί­ρος δο­κι­μά­ζει τα ό­ρια της ρε­α­λι­στι­κής α­φή­γη­σης. Οι ή­ρωές του, ε­κτός α­πό τους αν­θρώ­πους του πε­ρί­γυ­ρού τους, συγ­χρω­τί­ζο­νται με τους νε­κρούς τους, ό­πως και με τους προ­σφι­λείς τους πα­ρελ­θο­ντι­κών χρό­νων, με την υ­πό­στα­ση που ε­κεί­νοι εί­χαν τό­τε. Στο πα­ρόν, μπο­ρεί να εί­ναι μεν ζω­ντα­νοί, ό­μως εί­ναι άλ­λοι, κα­θώς, στο πέ­ρα­σμα του χρό­νου, δια­φο­ρο­ποιή­θη­κε η υ­πό­στα­σή τους. Αυ­τή η συμ­βίω­ση, που νο­ε­ρά γί­νε­ται σαν προέ­κτα­ση των κα­θη­με­ρι­νών συ­να­να­στρο­φών, δεν χω­ρά­ει στον πραγ­μα­τι­κό χώ­ρο. Η ε­πι­τυ­χία των διη­γη­μά­των έ­γκει­ται στον τρό­πο με τον ο­ποίο η α­φή­γη­ση περ­νά­ει στο χώ­ρο του φα­ντα­στι­κού ή συ­μπλη­ρώ­νει μια ει­κό­να της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας με προ­σφυ­γές στο πα­ρά­λο­γο.
Στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο, κερ­δί­ζει έ­δα­φος η ρε­α­λι­στι­κή α­φή­γη­ση. Δεν υ­πάρ­χουν πα­ρεκ­βά­σεις προς το φα­ντα­στι­κό, ε­νώ το πα­ρά­λο­γο πε­ριο­ρί­ζε­ται στο χώ­ρο των ο­νεί­ρων, τα ο­ποία και πλη­θαί­νουν. Οκτώ τα διη­γή­μα­τα του πρώ­του βι­βλίου, δέ­κα τέσ­σε­ρα τα πε­ζά του δεύ­τε­ρου, που χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται και αυ­τά διη­γή­μα­τα. Ωστό­σο, δια­βά­ζο­ντάς τα δη­μιουρ­γεί­ται η αί­σθη­ση της συ­νέ­χειας, με το τε­λευ­ταίο πε­ζό να θέ­τει υ­πό αί­ρε­ση τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό του βι­βλίου ως συλ­λο­γή διη­γη­μά­των. Αυ­τό το δέ­κα­το τέ­ταρ­το πε­ζό φέ­ρει τον τίτ­λο, «Επί­λο­γος», και έ­χει, σε μι­κρο­γρα­φία, τη μορ­φή του «Tractatus...», ό­πως ε­πι­ση­μαί­νει και ο α­φη­γη­τής. Απο­τε­λεί­ται α­πό μια σει­ρά πα­ρα­τη­ρή­σεις πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νες και α­ριθ­μη­μέ­νες με δε­κα­δι­κή α­ρίθ­μη­ση. Δη­λα­δή, κα­θε­μία α­πό τις κύ­ριες πα­ρα­τη­ρή­σεις α­κο­λου­θεί­ται α­πό ά­λυ­σο προ­τά­σεων, που φέ­ρουν έ­να δεύ­τε­ρο δε­κα­δι­κό ψη­φίο. Οι κύ­ριες προ­τά­σεις του «Επι­λό­γου» εί­ναι έ­ξι, έ­να­ντι των ε­πτά θέ­σεων του «Tractatus...».
Στη δεύ­τε­ρη πρό­τα­ση του «Επι­λό­γου», ο α­φη­γη­τής ση­μειώ­νει: “Όλες οι προ­η­γού­με­νες ι­στο­ρίες α­φο­ρούν ά­με­σα ή έμ­με­σα τον φί­λο μου.” Ου­σια­στι­κά, α­να­τρέ­πει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό διη­γή­μα­τα, προϊδεά­ζο­ντας για την μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή υ­φή του βι­βλίου του. Μά­λι­στα, μο­ντερ­νί­στι­κη, α­φού, σε μια ε­πό­με­νη πρό­τα­ση, δη­λώ­νει ό­τι δεν α­κο­λού­θη­σε “ευ­θύ­γραμ­μη ο­μα­λή α­φή­γη­ση”. Ενώ, σε μια άλ­λη, κα­το­πι­νή της πρό­τα­ση, δια­τυ­πώ­νει την ά­πο­ψη πως “μια ι­στο­ρία κα­τα­σκευά­ζε­ται ό­πως έ­να παζλ. Δεν έ­χει ση­μα­σία ποιο κομ­μά­τι θα βά­λεις πρώ­τα.” Γε­γο­νός που μπο­ρεί να ι­σχύει για τον τρό­πο γρα­φής, μό­νο που αυ­τός ο ά­ναρ­χος τρό­πος α­πο­βαί­νει προ­βλη­μα­τι­κός, ό­ταν δια­τη­ρεί­ται στην τε­λι­κή μορ­φή. Οι ε­πό­με­νες προ­τά­σεις, ω­στό­σο, υ­πε­ρα­σπί­ζο­νται την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα πα­ρό­μοιων α­φη­γη­μα­τι­κών πει­ρα­μα­τι­σμών. Στην τε­λευ­ταία πρό­τα­ση της πέ­μπτης α­λύ­σου, συ­νο­ψί­ζει: “Αλλά αυ­τό που θέ­λου­με να πού­με κα­θρε­φτί­ζε­ται μέ­σα σ’ αυ­τό που γρά­φου­με.”
Τι θέ­λει, λοι­πόν, να πει ο συγ­γρα­φέ­ας; Έμμε­σα δί­νε­ται η α­πά­ντη­ση, με τους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους που υιο­θε­τεί, τη δο­μή που δί­νει στο βι­βλίο, και, πρώ­τα α­π’ ό­λα, με τον τίτ­λο. Το “δεν εί­ν’ έ­τσι;” του τίτ­λου, εκ­φρά­ζει την α­βε­βαιό­τη­τα του α­φη­γη­τή. Δυο α­πό τα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια στις «Φι­λο­σο­φι­κές έ­ρευ­νες» του Βίτ­γκεν­σταϊν φέ­ρουν τους τίτ­λους, «Πε­ρί α­βε­βαιό­τη­τας» και «Τα ε­ντός μας». Το ε­ρώ­τη­μα που ε­κεί­νος έ­θε­τε ή­ταν το πώς μπο­ρώ να γνω­ρί­ζω τα αι­σθή­μα­τα και τις σκέ­ψεις του άλ­λου. Δεν μπο­ρώ να ε­ξο­μοιώ­σω την ε­μπει­ρία του με τη δι­κή μου, αλ­λά ού­τε και να στη­ρι­χτώ στη δι­κή του λε­κτι­κή δια­τύ­πω­ση για το τι αι­σθά­νε­ται. Ακό­μη κι αν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι ο άλ­λος εί­ναι ει­λι­κρι­νής και δεν υ­πο­κρί­νε­ται. Ο α­φη­γη­τής του Τσί­ρου πε­ρι­γρά­φει δρά­σεις και α­ντι­δρά­σεις των χα­ρα­κτή­ρων, με­τα­φέ­ρο­ντας ό­σα του λέ­νε. Για τις σκέ­ψεις και τα αι­σθή­μα­τά τους, ό­μως, ελ­λο­χεύει πά­ντο­τε η αμ­φι­βο­λία, δη­λα­δή κα­τά πό­σο εί­ναι πράγ­μα­τι έ­τσι.
Ένας τρό­πος πα­ρου­σία­σης του βι­βλίου θα ή­ταν η α­να­διά­τα­ξη του παζ­λ, σε μια α­πό­πει­ρα να α­πο­κα­τα­στα­θεί η χρο­νι­κή αλ­λη­λου­χία. Με ε­ξαί­ρε­ση το έ­βδο­μο κε­φά­λαιο, στα υ­πό­λοι­πα θα μπο­ρού­σε ο α­φη­γη­τής να εί­ναι κοι­νός. Οι τέσ­σε­ρις τό­ποι, στους ο­ποίους ε­κεί­νος βρί­σκε­ται σε δια­φο­ρε­τι­κούς χρό­νους, ο­δη­γούν σε τέσ­σε­ρις πε­ριό­δους της ζωής του. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, μέ­νει α­πο­ρία, για­τί ως ε­ξώ­φυλ­λο ε­πι­λέχ­θη­κε πί­να­κας α­πό μια πέ­μπτη πό­λη, το Βε­λι­γρά­δι. Στην πρώ­τη χρο­νι­κά ε­νό­τη­τα, πέ­ντε κε­φα­λαίων (2,4,6,8,11), με τίτ­λους τα ο­νό­μα­τα προ­σώ­πων και συμ­βά­ντων γύ­ρω α­πό τα ο­ποία στρέ­φε­ται το κά­θε κε­φά­λαιο, ο α­φη­γη­τής κά­νει με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, σχε­τι­κές με τη φι­λο­σο­φία και τον Βίτ­γκεν­σταϊν, ό­πως λέει στην κο­πέ­λα του μπαρ που φλερ­τά­ρει. Της διη­γεί­ται και την υ­πό­θε­ση μιας ται­νίας που εί­δε τε­λευ­ταία, τον «Κρυμ­μέ­νο» του Μί­κα­ελ Χά­νε­κε. Πρό­κει­ται για α­φη­γη­μα­τι­κό τέ­χνα­σμα, ώ­στε να α­να­φερ­θεί πλα­γίως στο τι ση­μαί­νει πα­ρα­κο­λου­θώ τις ζωές των άλ­λων.
Σε αυ­τήν την ε­νό­τη­τα, υ­πάρ­χει μια υ­πο­τυ­πώ­δης πλο­κή. Πα­ρου­σιά­ζε­ται ο φί­λος του α­φη­γη­τή, που εί­ναι, σύμ­φω­να με τον «Επί­λο­γο», “ο ά­ξο­νας του βι­βλίου”. Τον α­να­φέ­ρει ως Δ. και εί­ναι συ­γκά­τοι­κός του. Ο α­φη­γη­τής πε­ρι­γρά­φει συ­γκε­κρι­μέ­να γε­γο­νό­τα, ό­πως η ε­πί­σκε­ψη των γο­νιών του Δ. και οι τυ­χαίες συ­να­ντή­σεις με γνω­στά του πρό­σω­πα. Η συ­νέ­χεια δί­νε­ται στο μο­να­δι­κό κε­φά­λαιο της δεύ­τε­ρης ε­νό­τη­τας (12), στο ο­ποίο ο α­φη­γη­τής εί­ναι φα­ντά­ρος στην Κο­μο­τη­νή. Αυ­τή η ε­νό­τη­τα, α­ντί του εκ των υ­στέ­ρων δη­λω­τι­κού τίτ­λου, «Χη­μι­κό ερ­γα­στή­ρι», θα μπο­ρού­σε να έ­χει τον κυ­ριο­λε­κτι­κό, «Το τη­λε­φώ­νη­μα», κα­θώς το μό­νο που συμ­βαί­νει εί­ναι έ­να τη­λε­φώ­νη­μα α­πό τον Δ., πα­ρα­μο­νή Πρω­το­χρο­νιάς, στο στρα­τό­πε­δο. Εκεί­νος εί­ναι α­κό­μη φοι­τη­τής στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και του ζη­τά­ει βοή­θεια. Η έκ­βα­ση δί­νε­ται ε­πι­γραμ­μα­τι­κά στον «Επί­λο­γο», σε ε­πί μέ­ρους πρό­τα­ση της υ­π’ α­ριθ­μό τρί­της α­λύ­σου: “Τε­λι­κά τη βοή­θεια που μου ζή­τη­σε δεν του την έ­δω­σα. Δεν ή­θε­λα να μπλέ­ξω.”
Σύ­ντο­μες και κο­φτές οι προ­τά­σεις, πε­ριο­ρί­ζο­νται στην πε­ρι­γρα­φή δρά­σεων και τη με­τα­φο­ρά δια­λό­γων, που δεί­χνουν κοι­νό­το­ποι, κα­θώς α­να­πα­ρά­γουν ό­σα συ­νή­θως λέ­γο­νται σε πα­ρό­μοιες πε­ρι­στά­σεις. Κά­ποιοι χα­ρα­κτή­ρες διη­γού­νται πα­ρελ­θο­ντι­κές ι­στο­ρίες, τις ο­ποίες ε­πί­σης με­τα­φέ­ρει ο α­φη­γη­τής. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, αυ­τός δεν σχο­λιά­ζει, σαν να κρα­τά α­πο­στά­σεις. Κα­τά την ε­κτί­μη­σή μας, δί­νει α­φη­γη­μα­τι­κή υ­πό­στα­ση στη θέ­ση του αυ­στρια­κού δα­σκά­λου του ό­τι ε­κεί­νο που μπο­ρεί να πε­ρι­γρα­φεί εί­ναι οι εκ­φρά­σεις της αν­θρώ­πι­νης ζωής. Από ό,τι ε­ξω­τε­ρι­κεύε­ται και μό­νο, συ­νά­γου­με χα­ρα­κτή­ρες και αι­σθή­μα­τα. Οδη­γού­με­νοι α­πό αυ­τά, θα μπο­ρού­σα­με να ταυ­τί­σου­με τον ελ­λεί­πο­ντα α­φη­γη­τή του έ­βδο­μου κε­φα­λαίου με έ­ναν α­πό τους γνω­στούς τού κυ­ρίως α­φη­γη­τή. Συ­γκε­κρι­μέ­να, τον αλ­κοο­λι­κό Λά­ζα­ρο του έ­κτου κε­φα­λαίου. Χω­ρίς να εί­ναι α­πα­ραί­τη­το, κα­θώς τα πε­ζά δια­τη­ρούν την αυ­το­νο­μία τους. Με­ρι­κά, μά­λι­στα, δια­θέ­τουν α­ρε­τές διη­γή­μα­τος
Στην τρί­τη ε­νό­τη­τα, τεσ­σά­ρων κε­φα­λαίων (5,9,10,13), με πε­ρι­φρα­στι­κούς ή και αλ­λη­γο­ρι­κούς τίτ­λους, ο α­φη­γη­τής εί­ναι πα­ντρε­μέ­νος στην Αθή­να με γυ­ναί­κα έ­γκυο στον έ­κτο μή­να. Εδώ, ε­στιά­ζει στον ε­αυ­τό του. Ένας έν­δον λό­γος, που α­να­κυ­κλώ­νει σκέ­ψεις, αι­σθή­μα­τα και ε­νο­χές, για­τί δεν κα­τά­λα­βε τι ζη­τού­σαν οι άλ­λοι α­πό αυ­τόν. Όλοι πά­σχο­ντες, που α­γω­νιού­σαν να ξε­πε­ρά­σουν τις ε­ξαρ­τή­σεις τους α­πό αν­θρώ­πους, αλ­κοό­λ, ναρ­κω­τι­κές ου­σίες. Για το μό­νο πρό­σω­πο, που ο α­φη­γη­τής εκ­δη­λώ­νει συ­ναι­σθη­μα­τι­κή έ­γνοια, εί­ναι η σύ­ζυ­γος του. Κι αυ­τό, για­τί κυο­φο­ρεί την κό­ρη του. Κα­θρέ­φτης της ψυ­χι­κής του κα­τά­στα­σης εί­ναι τα ό­νει­ρα. Λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­φιαλ­τι­κά, τα κα­τα­γρά­φει με τη ζω­ντά­νια που δια­τη­ρούν για έ­ναν ε­λά­χι­στο χρό­νο με­τά το ξύ­πνη­μα. Ως κύ­ρια μορ­φή σε αυ­τά, προ­βάλ­λει ο πα­τέ­ρας. Γύ­ρω α­πό αυ­τόν και τα φροϋδι­κά υ­πο­κα­τά­στα­τά του στρέ­φο­νται δυο α­πό τα κα­λύ­τε­ρα διη­γή­μα­τα του βι­βλίου, το «Χαρ­τα­ε­τός» και το «Ο γέ­ρος στο σπί­τι», που θα μπο­ρού­σαν να δώ­σουν τρο­φή σε ε­κτε­νή ψυ­χα­να­λυ­τι­κή α­νά­πτυ­ξη.
Σε μια α­πό τις πα­ρα­τη­ρή­σεις του «Επι­λό­γου», ο α­φη­γη­τής προσ­διο­ρί­ζει: “Την πε­ρίο­δο που έ­γρα­ψα την ι­στο­ρία πε­ρί­με­να τη γέν­νη­ση της κό­ρης μου.” Αν δώ­σου­με βά­ση στο λό­γο του, η ε­να­πο­μέ­νου­σα ε­νό­τη­τα, δυο κε­φά­λαιων (1,3), με τους πα­ρά­ξε­νους τίτ­λους, «Δια­χεί­ρι­ση ποιό­τη­τας» και «Έχω δώ­σει τη ζωή μου», μέ­νει ε­κτός χρο­νι­κής αλ­λη­λου­χίας. Σε αυ­τήν ο α­φη­γη­τής ερ­γά­ζε­ται στο Λον­δί­νο και κα­τοι­κεί μα­ζί με τη σύ­ζυ­γό και την πε­θε­ρά του. Στην πρώ­τη πρό­τα­ση του πρώ­του κε­φα­λαίου, με το που α­νοί­γει το βι­βλίο, ε­κεί­νος μνη­μο­νεύει τη σο­βού­σα οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση, πε­ρι­γρά­φο­ντας το ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο λον­δρέ­ζι­κο κέ­ντρο. Ανα­φέ­ρε­ται στον ε­αυ­τό του, την κα­θη­με­ρι­νή ρου­τί­να της ερ­γα­σίας του σε μια ε­ται­ρεία, ε­πι­μέ­νει σε κι­νή­σεις και συ­να­ντή­σεις. Χρη­σι­μο­ποιεί προ­σε­κτι­κή γλώσ­σα, ε­πι­δει­κνύο­ντας ορ­θο­λο­γι­στι­κή διά­θε­ση, που έ­χει κά­τι το μη­χα­νι­στι­κό, σαν να δί­νει α­να­φο­ρά σε α­νώ­τε­ρό του. Ο τό­νος αλ­λά­ζει ό­ταν α­πο­μα­κρύ­νε­ται α­πό τον τό­πο ερ­γα­σίας, στα συ­να­πα­ντή­μα­τα με με­τα­νά­στες στις δι­κές τους γει­το­νιές. Με τα δυο κε­φά­λαια αυ­τής της ε­νό­τη­τας, δη­μιουρ­γεί­ται α­πό την αρ­χή μια ορ­γουε­λι­κή α­τμό­σφαι­ρα, που, α­κο­λου­θώ­ντας την πα­ρά­τα­ξη των πε­ζών στο βι­βλίο, γί­νε­ται ό­λο και πιο α­πει­λη­τι­κή, φθά­νο­ντας να ε­ξαν­τλή­σει τις α­ντο­χές του α­φη­γη­τή, που βρί­σκε­ται τε­λι­κά σπρωγ­μέ­νος ε­κτός κοι­νω­νι­κού πε­ρί­γυ­ρου.
Το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του Τσί­ρου εί­ναι φι­λό­δο­ξο. Μπο­ρεί α­πό την κρι­τι­κή να ε­κτι­μη­θεί λι­γό­τε­ρο α­πό το πρώ­το, ό­πως συ­νέ­βη με το δεύ­τε­ρο έρ­γο του Βίτ­γκεν­σταϊν, που θεω­ρή­θη­κε αι­νιγ­μα­τι­κό. Εκεί­νος το εί­χε γρά­ψει με τους πό­νους του καρ­κι­νο­πα­θούς, αρ­νού­με­νος τη νο­σο­κο­μεια­κή πε­ρί­θαλ­ψη. Εί­χε προ­τι­μή­σει να συ­νε­χί­σει τις φι­λο­σο­φι­κές του έ­ρευ­νες, στο­χα­ζό­με­νος πά­νω στην έν­νοια του πό­νου. Πέ­θα­νε την ί­δια μέ­ρα με τον Κα­βά­φη, 18 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ε­πι­βιώ­νο­ντας δυο χρό­νια πε­ρισ­σό­τε­ρα. Το 1951, στα 72. Το φι­λο­σο­φι­κό πνεύ­μα που ε­πι­κρα­τού­σε τό­τε ή­ταν ξέ­νο προς τον δι­κό του στο­χα­σμό. Όπως, κα­λή ώ­ρα, το πνεύ­μα που ε­πι­κρα­τεί στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας ως προς το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του Τσί­ρου. Μό­νο που αυ­τός εί­ναι έ­νας μά­χι­μος, ε­τών 43. Εδώ, το ε­ρώ­τη­μα εί­ναι αν θα κρα­τή­σει ψη­λά τον πή­χυ των ε­πι­διώ­ξεων ή θα εν­δώ­σει.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 14/7/2013.

Έρωτας με φόντο τους Αγανακτισμένους

$
0
0

Θα­νά­σης Χει­μω­νάς
«Ζού­με τις τε­λευ­ταίες μας μέ­ρες»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Φε­βρουά­ριος 2013
Τα τε­λευ­ταία δυο χρό­νια γρά­φο­νται διη­γή­μα­τα για την κρί­ση, α­ρ­χι­κά α­πό ε­πι­λο­γή του συ­γ­γρα­φέα, στη συ­νέ­χεια προ­στέ­θη­καν τα κα­τά πα­ρα­γ­γε­λία. Συ­χνά η κρί­ση μνη­μο­νεύε­ται και σε διη­γή­μα­τα με δια­φο­ρε­τι­κή θε­μα­το­λο­γία, κα­θώς φαί­νε­ται ό­τι έ­χει ή­δη κα­τα­λή­ξει κά­τι σαν χρο­νι­κός προ­σ­διο­ρι­σμός. Μέ­χρι πρό­τι­νος, πά­ντως, μυ­θι­στό­ρη­μα δεν εί­χε ε­μ­φα­νι­στεί. Πρό­σφα­τα, ω­στό­σο, ε­κ­δό­θη­καν και μυ­θι­στο­ρή­μα­τα με φό­ντο την κρί­ση. Που ση­μαί­νει ό­τι λα­μ­βά­νουν χώ­ρα ε­δώ και τώ­ρα, ή, έ­στω, μέ­σα στην τε­λευ­ταία τριε­τία. Εξα­κο­λου­θούν, ό­μως, να ε­πι­κε­ντρώ­νο­νται σε κά­ποιο δια­φο­ρε­τι­κό θέ­μα, το ο­ποίο πα­ρα­μέ­νει στο φά­σμα των θε­μα­τι­κών προ­τι­μή­σεων της τε­λευ­ταίας δε­κα­ε­τίας. Συ­χνή ε­πι­λο­γή εί­ναι οι πα­ρε­λ­θο­ντι­κές πε­ρι­πέ­τειες της χώ­ρας, με προ­τί­μη­ση στις δε­κα­ε­τίες ’40 και ’50 και λι­γό­τε­ρο, την ε­πτα­ε­τία της Δι­κτα­το­ρίας. Φαί­νε­ται να έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει η ά­πο­ψη ό­τι δια της α­ντι­πα­ρα­θέ­σεως του τό­τε με το τώ­ρα φω­τί­ζε­ται δια­φο­ρε­τι­κά το τό­τε. Για­τί οι συ­γ­γρα­φείς, πα­ρό­λο που ε­κεί­νο το τό­τε δεν το έ­ζη­σαν, κό­πτο­νται για την α­λή­θειά του. Οι νέες γε­νιές συ­γ­γρα­φέων θέ­τουν με­τ’ ε­πι­τά­σεως το ε­ρώ­τη­μα, κα­τά πό­σο, σή­με­ρα, μας α­φο­ρά αυ­τό το τραυ­μα­τι­κό για τη χώ­ρα πα­ρε­λ­θόν. Ενώ, ό­σοι σώ­ζουν ε­μπει­ρίες α­πό πρώ­το χέ­ρι ή ως γο­νι­κή κλη­ρο­νο­μιά, έ­χουν κα­τα­πια­στεί με την α­να­μό­ρ­φω­σή του, ώ­στε να συ­μ­φω­νεί με το θεω­ρού­με­νο σή­με­ρα ως ο­ρ­θό.
Το πώς βλέ­πουν το τώ­ρα μέ­νει προ­σώ­ρας ζη­τού­με­νο. Σύ­μ­φω­να με δη­λώ­σεις τους στον Τύ­πο, συ­μπά­σχουν με τους πει­να­λέ­ους, τους ο­ποίους συ­να­ντούν κα­τά τις βρα­δι­νές ε­ξό­δους τους χω­μέ­νους στους κά­δους α­πο­ρ­ρι­μ­μά­των. Ωστό­σο, το­νί­ζουν ό­τι, γε­νι­κό­τε­ρα, α­ντι­λα­μ­βά­νο­νται την κρί­ση ως ευ­και­ρία κα­λ­λι­τε­χνι­κής δη­μιου­ρ­γίας. Όσο για τις ε­κ­δη­λώ­σεις του πλή­θους, αυ­τές φαί­νε­ται να τις πα­ρα­κο­λου­θούν σαν θέ­α­μα, ό­πως, ά­λ­λω­στε, και έ­να κο­μ­μά­τι, ό­χι ευ­κα­τα­φρό­νη­της έ­κτα­σης, των πο­λι­τών. Από μια ά­πο­ψη, αυ­τό, α­κρι­βώς, το τε­λευ­ταίο ση­μείο, θί­γει το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα του Θα­νά­ση Χει­μω­νά.
Ιστο­ρία έ­ρω­τος
Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση σε σχέ­ση με τα πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που έ­χουν φό­ντο την κρί­ση, σε αυ­τό του Χει­μω­νά, το κυ­ρίως θέ­μα, α­ντί για τον Εμφύ­λιο, τους οι­κο­νο­μι­κούς με­τα­νά­στες και τα πα­ρε­πό­με­νά τους, εί­ναι μια ι­στο­ρία τρε­λού έ­ρω­τα και με τις δυο ση­μα­σίες της λέ­ξης τρε­λός, τό­σο αυ­τή της πα­ρα­φο­ράς ό­σο και της α­πε­ρι­σκε­ψίας. Ένας έ­ρω­τας μο­νό­πλευ­ρος και τε­λι­κά, α­νε­κ­πλή­ρω­τος, ό­πως ό­λοι οι με­γά­λοι έ­ρω­τες, γε­νι­κώς και ό­χι μό­νο στη λο­γο­τε­χνία, κα­τα­πώς το ει­δι­κεύει ο συ­γ­γρα­φέ­ας στις συ­νε­ντεύ­ξεις του. Πρό­κει­ται για το έ­βδο­μο βι­βλίο του Χει­μω­νά, που συ­μπλη­ρώ­νει δε­κα­πε­ντα­ε­τία συ­γ­γρα­φι­κής πα­ρου­σίας, πα­ρα­μέ­νο­ντας α­μι­γής μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και πι­στός στη θε­μα­τι­κή του πε­ριο­χή. Με τη δη­μο­σίευ­ση μιας ε­ρω­τι­κής ι­στο­ρίας σε ε­φη­με­ρί­δα έ­κα­νε το ντε­μπού­το του και με το πλέ­ξι­μο ε­ρω­τι­κών ι­στο­ριών συ­νε­χί­ζει. Το ε­ν­δια­φέ­ρον στοι­χείο των ι­στο­ριών του εί­ναι οι ε­κά­στο­τε ε­ρω­τευ­μέ­νοι, α­φού οι ε­μπλε­κό­με­νοι σε αυ­τήν εί­ναι ε­κεί­νοι που ρυ­θ­μί­ζουν τις δια­κυ­μά­ν­σεις της, τις κα­τα­στά­σεις τα­ρα­χής και πα­θών α­πό τις ο­ποίες πε­ρ­νά­ει, κα­θώς και τον χα­ρα­κτή­ρα της κα­τά­λη­ξής της.
Οι ή­ρωες του Χει­μω­νά κα­λύ­πτουν ό­λη τη γκά­μα αυ­τού που συ­νή­θως α­πο­κα­λού­με ά­ν­θρω­πο α­στα­θούς, κά­πο­τε και τα­ρα­γ­μέ­νου, ψυ­χι­σμού. Εί­ναι α­να­σφα­λείς, συ­μπλε­γ­μα­τι­κοί, κα­τα­θλι­πτι­κοί, πά­σχουν α­πό φο­βίες, έ­χουν κρί­σεις πα­νι­κού. Γι’ αυ­τούς ο έ­ρω­τας έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μιας σχε­δόν πα­θο­λο­γι­κής κα­τά­στα­σης. Σε α­ντί­θε­ση με ό,τι α­πο­κα­λού­με υ­γιή έ­ρω­τα, αν υ­πο­θέ­σου­με πως κά­τι τέ­τοιο υ­πά­ρ­χει, οι ε­κ­φά­ν­σεις του δι­κού τους έ­ρω­τα βρί­σκο­νται σε ά­με­ση συ­νά­ρ­τη­ση με τον πε­ρί­γυ­ρο, τον στε­νό α­λ­λά και τον ευ­ρύ­τε­ρο. Σε αυ­τό το ση­μείο, υ­πει­σέ­ρ­χε­ται και παί­ζει υ­πο­γείως κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο η ση­με­ρι­νή κρί­ση. Στο και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα δεν α­πο­τε­λεί μό­νο το σκη­νι­κό κά­ποιων συ­μ­βά­ντων και θέ­μα των πα­ρε­πό­με­νων πε­ρι­στα­σια­κών στι­χο­μυ­θιών, α­λ­λά φαί­νε­ται να λει­του­ρ­γεί σαν α­πο­ρ­ρυ­θ­μι­στι­κός πα­ρά­γων. Εδώ, δεν πρό­κει­ται για την οι­κο­νο­μι­κή ή την πο­λι­τι­κή κρί­ση. Αυ­τές οι πλευ­ρές της ου­δό­λως α­φο­ρούν τους πρω­τα­γω­νι­στές της ι­στο­ρίας. Ανα­φέ­ρο­νται μό­νο σε ο­ρι­σμέ­νες σκη­νές και ε­κεί, α­πό τρί­τα πρό­σω­πα, α­κρι­βώς, για να φα­νεί πό­σο τους α­φή­νουν α­διά­φο­ρους.
Εκεί­νο που τους α­πο­διο­ρ­γα­νώ­νει, ω­θώ­ντας τους σε σπα­σμω­δι­κές α­ντι­δρά­σεις, εί­ναι η α­τμό­σφαι­ρα της έ­ντα­σης, που ε­πι­κρα­τού­σε το 2011, στο ο­ποίο το­πο­θε­τεί­ται η υ­πό­θε­ση. Τό­τε που υ­πή­ρ­χαν α­κό­μη Αγα­να­κτι­σμέ­νοι, οι ο­ποίοι ε­ξέ­φρα­ζαν την ο­ρ­γή τους δη­μο­σίως, δια­δη­λώ­νο­ντας. Πο­λ­λοί εί­ναι αυ­τοί που δη­λώ­νουν ό­τι δεν τους ε­ν­δια­φέ­ρει η πο­λι­τι­κή. Κυ­ρίως, γυ­ναί­κες, ό­πως η Κα­τε­ρί­να του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Εκεί­να τα γε­γο­νό­τα, ό­μως, στο κέ­ντρο της Αθή­νας, πα­ρέ­συ­ραν στη δί­νη τους α­ρ­κε­τούς και α­πό αυ­τούς. Όπως, ά­λ­λω­στε, και τα πα­λαιό­τε­ρα του 2008, α­λ­λά και οι ε­πε­τεια­κές πο­ρείες του Πο­λυ­τε­χνείου. Σε ό­λες αυ­τές τις ε­κ­δη­λώ­σεις υ­πά­ρ­χει το στοι­χείο του θεά­μα­τος, που α­πο­δει­κνύε­ται α­κα­τα­μά­χη­το. Κυ­ρίως τα τε­λευ­ταία χρό­νια, χά­ρις στα ΜΜΕ, που τις πα­ρου­σιά­ζουν σαν να δια­φη­μί­ζουν ται­νία σα­σπέ­νς, η ο­ποία ε­ν­δέ­χε­ται να ε­ξε­λι­χ­θεί σε θρί­λε­ρ, με διά­ση­μους πλέ­ον πρω­τα­γω­νι­στές τους γνω­στούς-ά­γνω­στους. Οπό­τε και ο α­διά­φο­ρος, που δεν χά­νει ού­τε έ­να ε­πει­σό­διο α­πό το α­με­ρι­κα­νι­κό «LOST», α­φή­νει την πο­λυ­θρό­να του και πε­τά­γε­ται να δει, εκ του σύ­νε­γ­γυς, το ε­λ­λη­νι­κό σί­ριαλ στην Πλα­τεία Συ­ντά­γ­μα­τος. Αν, μά­λι­στα, κα­τοι­κεί στο Κο­λω­νά­κι, ό­πως οι δυο φί­λες και συ­γκά­τοι­κοι στο μυ­θι­στό­ρη­μα, η Κα­τε­ρί­να και η Κλέ­λια, πά­ει με τα πό­δια. Κι αυ­τές για το χα­βα­λέ πά­νε και ό­χι για­τί τις πεί­θει το λο­γί­δριο ε­νός πρώην ε­ρα­στή της Κα­τε­ρί­νας, που ε­μ­φα­νί­ζε­ται αι­φ­νι­δίως, υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας με πά­θος ό­τι κα­νείς δεν μπο­ρεί να μεί­νει α­μέ­το­χος. Ως “λυ­ρι­κό ξέ­σπα­σμα” ε­κλα­μ­βά­νουν τη δρα­μα­τι­κή του ε­πί­κλη­ση: “Το χρω­στά­με στα παι­διά μας, ρε γα­μώ­το!”
Απ’ την πλευ­ρά της γυ­ναί­κας
Η Κα­τε­ρί­να πλη­σιά­ζει τα τριά­ντα. Δού­λευε ως δα­σκά­λα γα­λ­λι­κών, α­λ­λά, στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης, εί­ναι ά­νε­ρ­γη, χω­ρίς αυ­τό να την στε­νο­χω­ρεί. Γε­νι­κώς, “προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για το τι θα κά­νει στη ζωή της”. Συ­γ­γε­νείς πρώ­του βα­θ­μού δεν έ­χει ε­κτός α­πό τη μη­τέ­ρα της που δια­τη­ρεί μα­γα­ζί στην Ελα­σ­σό­να και δεν της “πο­λυ­μι­λά”. Ένας, μά­λ­λον ο τε­λευ­ταίος, δε­σμός της έ­χει δια­λυ­θεί πριν τρία χρό­νια. Η α­φή­γη­ση α­φή­νει να ε­ν­νο­η­θεί κοι­νή συ­ναι­νέ­σει. Στις πα­ραι­νέ­σεις της φί­λης της να μην δε­σμευ­τεί με κά­ποιον, που δεν τον έ­χει δο­κι­μά­σει στο κρε­βά­τι, α­πα­ντά ό­τι “σεξ έ­χει κά­νει α­ρ­κε­τό στη ζωή της”. Αυ­τό που νιώ­θει για τον Παύ­λο, τον ά­ντρα που ή­ρ­θε ου­ρα­νο­κα­τέ­βα­τος και έ­γι­νε το κέ­ντρο του κό­σμου, “εί­ναι σε έ­να α­νώ­τε­ρο ε­πί­πε­δο”.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι η φί­λη της Κλέ­λια πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν μια προ­σ­γειω­μέ­νη κο­πέ­λα. Ο ρό­λος της στο μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι βο­η­θη­τι­κός, προς α­νά­δει­ξη της ευαί­σθη­της ψυ­χο­σύ­ν­θε­σης της συ­γκα­τοί­κου της, που εί­ναι το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο. Εδώ, πρό­κει­ται για μια κλα­σι­κή πε­ρί­πτω­ση του έ­ρω­τα ως ε­μ­μο­νή. Όσο ο ά­λ­λος α­δια­φο­ρεί, τό­σο η ε­ρω­τευ­μέ­νη ε­πι­μέ­νει. Ού­τε η α­πό­ρ­ρι­ψη την κά­μπτει. Ο Παύ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος μοιά­ζει με κι­νού­με­νη ά­μ­μο, δεν α­πο­κα­λύ­πτει κα­νέ­να στοι­χείο ταυ­τό­τη­τας, συ­νε­χώς ε­ξα­φα­νί­ζε­ται, πα­ρου­σιά­ζει α­πό­το­μες α­λ­λα­γές διά­θε­σης. Ακρι­βώς, ό­λα ε­κεί­να, που με­γα­λώ­νουν την ε­πι­θυ­μία μιας ε­ρω­τευ­μέ­νης γυ­ναί­κας. Από την πλευ­ρά της, συ­μ­βά­λ­λει η πα­ντε­λής έ­λ­λει­ψη ε­ν­δια­φε­ρό­ντων, α­πα­σχό­λη­σης, φί­λων, που κά­νει τη σκέ­ψη της να στρέ­φε­ται συ­νε­χώς γύ­ρω α­πό ε­κεί­νον. Κα­τά τον πα­π­πού Φρόυ­ντ, πρό­κει­ται για μα­ζο­χι­στι­κό πει­θα­να­γκα­σμό, που δη­μιου­ρ­γεί στους ά­λ­λους την ε­ντύ­πω­ση της πα­ρά­νοιας.
Ο Χει­μω­νάς πε­ρι­γρά­φει αυ­τήν τη σχέ­ση α­πό την πλευ­ρά της γυ­ναί­κας, δη­μιου­ρ­γώ­ντας α­τμό­σφαι­ρα μυ­στη­ρίου γύ­ρω α­πό τα αί­τια της συ­μπε­ρι­φο­ράς του Παύ­λου. Η λύ­ση, που δί­νει στα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια, εί­ναι ι­κα­νο­ποιη­τι­κή για έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα που δεν φι­λο­δο­ξεί πλο­κή α­στυ­νο­μι­κού τύ­που. Το βα­σι­κό εί­ναι η α­πο­κά­λυ­ψη, ό­τι ο Παύ­λος “κα­τά­γε­ται α­πό έ­να α­πό τα πιο α­ρι­στο­κρα­τι­κά σό­για της Αθή­νας”, με ε­πι­χει­ρή­σεις στο Λο­ν­δί­νο. Δη­λα­δή, πρό­κει­ται για έ­ναν τύ­πο, που α­νή­κει σε ε­κεί­νο το μι­κρό μέ­ρος του πλη­θυ­σμού, που δεν το α­γ­γί­ζει η κρί­ση. Ίσως, μό­νο, να το βυ­θί­ζει βα­θύ­τε­ρα στις “σκο­τει­νές” δο­σο­λη­ψίες του. Η μυ­θο­πλα­σία φρο­ντί­ζει να δι­καιο­λο­γή­σει την αμ­φί­θυ­μη διά­θε­σή του με το σοκ ε­νός θα­να­τη­φό­ρου τραυ­μα­τι­σμού.
Τα πρό­σω­πα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­πο­βαί­νουν α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κά, α­κρι­βώς για­τί εί­ναι ε­γκλω­βι­σμέ­να στον μι­κρό­κο­σμό τους. Την Κα­τε­ρί­να δεν την ε­ν­δια­φέ­ρουν οι πο­ρείες, οι φα­σα­ρίες, τα ΜΑ­Τ, τα χη­μι­κά, ού­τε ο πι­θα­νός νε­κρός δια­δη­λω­τής. Μό­νο ο Παύ­λος. Πριν χά­σει τε­λείως τον συ­ναι­σθη­μα­τι­κό έ­λε­γ­χο, α­πο­πει­ρά­ται να δια­φύ­γει. Ακο­λου­θεί τον πρώην της για μό­νι­μη ε­γκα­τά­στα­ση στο Πα­ρί­σι. Αλλά η α­νία και η έ­λ­λει­ψη κά­ποιου αι­σθη­μα­τι­κού α­ντι­πε­ρι­σπα­σμού την φέ­ρ­νουν πί­σω. Το ε­ρώ­τη­μα που θέ­τει πλα­γίως το μυ­θι­στό­ρη­μα του Χει­μω­νά εί­ναι μή­πως χα­ρα­κτή­ρες, ό­πως αυ­τοί που σκια­γρα­φεί, α­πο­τε­λούν α­να­πό­σπα­στο κο­μ­μά­τι της ση­με­ρι­νής κοι­νω­νίας και της ε­πο­χής μας, το ί­διο ε­πι­τυ­χη­μέ­νοι με τους πα­λαιό­τε­ρους ή­ρωές του.
Επι­ση­μά­ν­θη­κε ως α­δυ­να­μία του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος το ό,τι πα­ρου­σιά­ζει την Ελλά­δα της κρί­σης να μην α­γ­γί­ζει κα­νέ­ναν α­πό τους πρω­τα­γω­νι­στές. Μή­πως, ό­μως, αυ­τό α­κρι­βώς εί­ναι το σύ­μπτω­μα μιας με­ρί­δας του συ­λ­λο­γι­κού σώ­μα­τος; Στα γε­γο­νό­τα, ό­ταν γί­νε­ται “σκο­τω­μός, μπά­τσοι, κου­κου­λο­φό­ροι, δα­κρυ­γό­να”, οι πρω­τα­γω­νι­στές δεν τρέ­χουν α­λ­λό­φρο­νες, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν. Σύ­μ­φω­να με το μυ­θι­στό­ρη­μα, πά­νε για να χα­ζέ­ψουν και με­τά την “κά­νου­ν”. Ο κα­θέ­νας προς τα ό­που μπο­ρεί. Άλλος για το Πα­ρί­σι, ά­λ­λος για το γε­νέ­θλιο τό­πο κι ά­λ­λος, το συ­νη­θέ­στε­ρο, στην α­να­παυ­τι­κή πο­λυ­θρό­να της τη­λεό­ρα­σης.
Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 21/7/2013.

Ποικίλα φορέματα

$
0
0
Nelly’s, «Hπειρώτισσες στις θημωνιές»
(Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείο Μπενάκη).


Σω­τή­ρης Δη­μη­τρίου
«Το κου­μπί και το φό­ρε­μα»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Νοέ­μ­βριος 2012
Ο τί­τ­λος του και­νού­ριου βι­βλίου του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου και τί­τ­λος ε­νός α­πό τα 32 πε­ζά που συ­γκε­ντρώ­θη­καν σε αυ­τό, βγή­κε α­πό μια πα­ροι­μία. “Βρή­κα έ­να κου­μπί και για χά­ρη του έ­ρα­ψα έ­να φό­ρε­μα”, λέει “αυ­τή η ω­ραία πα­ροι­μία”. Δεν την έ­χου­με ξα­να­συ­να­ντή­σει, α­λ­λά για να το δια­βε­βαιώ­νει ο συ­γ­γρα­φέ­ας, που έ­χει το αυ­τί του παι­διό­θεν τε­ντω­μέ­νο στο λαϊκό λό­γο, θα υ­πά­ρ­χει. Εκτός κι αν ε­σκε­μ­μέ­να μας πα­ρα­πλα­νά, ε­πι­νοώ­ντας την πα­ροι­μία έ­τσι που να ται­ριά­ζει στο α­φη­γη­μα­τι­κό τέ­χνα­σμα, που έ­χει κα­τά νου. Όπως ε­ξη­γεί στο ο­πι­σθό­φυ­λ­λο του βι­βλίου, το κου­μπί εί­ναι έ­να ο­ποιο­δή­πο­τε στοι­χείο α­πό ό­σα κα­θη­με­ρι­νά βλέ­που­με και α­κού­με, που μας ε­ντυ­πω­σιά­ζει ι­διαί­τε­ρα. Μπο­ρεί να εί­ναι έ­νας τύ­πος α­ν­θρώ­που, μια σκη­νή, α­κό­μη κι έ­νας λό­γος, ό­πως μια πα­ροι­μία. Γυ­ρί­ζει στο μυα­λό μας μέ­χρι με κά­ποιο τρό­πο να ε­ξω­τε­ρι­κευ­θεί. Ει­δά­λ­λως, ως γνω­στόν, κα­τα­χω­νιά­ζε­ται στο υ­πο­συ­νεί­δη­το με­τά ά­λ­λων ε­μ­μο­νών, ό­που μπο­ρούν να λά­βουν χώ­ρα α­πρό­σμε­νες συ­γ­χω­νεύ­σεις και με­τα­μο­ρ­φώ­σεις. Αν, ό­μως, α­νή­κεις στην προ­νο­μιού­χο, του­λά­χι­στον α­πό ψυ­χα­να­λυ­τι­κής α­πό­ψεως, τά­ξη των συ­γ­γρα­φέων, του ρά­βεις έ­να φό­ρε­μα, του­τέ­στιν πλέ­κεις με α­φο­ρ­μή αυ­τό μια ι­στο­ρία. Τώ­ρα, το κα­τά πό­σο ο συ­γ­γρα­φέ­ας ξε­μπε­ρ­δεύει με έ­να φό­ρε­μα και δεν χρειά­ζε­ται δεύ­τε­ρο, κα­μιά φο­ρά και τρί­το, για να α­πα­λ­λα­γεί α­πό την ε­μ­μο­νή του, μέ­νει ζη­τού­με­νο. Από­δει­ξη ο Δη­μη­τρίου και το σα­κού­λι με τα κου­μπιά του. Τύ­ποι α­ν­θρώ­πων, κα­τα­στά­σεις, πα­ροι­μίες, που ό­λο και ε­πα­νέ­ρ­χο­νται στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του. Το θέ­μα, στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι τι εί­δους φό­ρε­μα ρά­βει κά­θε φο­ρά.
Πριν τρία χρό­νια, με α­φο­ρ­μή την προ­η­γού­με­νη συ­λ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Τα ζύ­για του προ­σώ­που», εί­χα­με προ­σπα­θή­σει να δια­κρί­νου­με τις στρο­φές της πο­ρείας του ως διη­γη­μα­το­γρά­φου, σε πα­ρα­λ­λη­λία με τις συ­γ­γρα­φι­κές με­τα­λ­λά­ξεις του. Εξαι­ρώ­ντας την ποιη­τι­κή συ­λ­λο­γή, «Ψη­λα­φή­σεις», που ή­ταν και το πρώ­το βι­βλίο του, το 1985, με­τρού­με πέ­ντε συ­λ­λο­γές διη­γη­μά­των, δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα (1993, 2002) και τρεις ε­κτε­νείς α­φη­γή­σεις (Δεκ. 2005 - Νοέμ. 2011). Απο­μο­νώ­νο­ντας τη σο­δειά των διη­γη­μά­των, α­να­φέ­ρα­με τρεις πε­ριό­δους: τα 30 διη­γή­μα­τα των δυο πρώ­των συ­λ­λο­γών (1987, 1989), τα διη­γή­μα­τα των δυο ε­πό­με­νων (1998, 2001) α­πό 18 ε­κά­στη και τα 25 της πέ­μπτης (Δεκ. 2009). Πε­ρί­που στο τέ­λος κά­θε δε­κα­ε­τίας, ε­μ­φα­νί­ζο­νται οι ό­ποιες α­λ­λα­γές, σαν να κυο­φο­ρού­νται στο ε­ν­διά­με­σο. Σε ε­κεί­νο το σχο­λια­σμό, χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με τα διη­γή­μα­τα της τε­λευ­ταίας συ­λ­λο­γής, “διη­γή­μα­τα της ω­ρι­μό­τη­τας”, και πε­ρι­μέ­να­με τη σο­δειά της έ­κτης συ­λ­λο­γής, που θα τα συ­μπλή­ρω­νε. Η συ­λ­λο­γή δεν ά­ρ­γη­σε, ε­κ­δό­θη­κε Νοέμ. 2012, μό­νο που τα και­νού­ρια πε­ζά εί­ναι ε­τε­ρο­γε­νή και ως σύ­νο­λο η συ­λ­λο­γή δεν έ­ρ­χε­ται σαν συ­νέ­χεια των δια­φο­ρο­ποιή­σεων που ση­μειώ­νο­νταν στην προ­η­γού­με­νη.
Συ­νέ­βη κά­τι που δεν εί­χα­με προ­βλέ­ψει ή, ί­σως α­κρι­βέ­στε­ρα, δεν εί­χα­με θε­λή­σει να δού­με πό­σο πι­θα­νό ή­ταν να συ­μ­βεί. Η κει­με­νι­κή ευ­ρυ­χω­ρία που προ­σφέ­ρουν οι ε­κτε­νείς α­φη­γή­σεις, με­γα­λύ­τε­ρη και α­πό ε­κεί­νη της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας, φαί­νε­ται να κε­ρ­δί­ζει τον συ­γ­γρα­φέα. Ο βρα­χύ­λο­γος διη­γη­μα­το­γρά­φος υ­πο­χώ­ρη­σε, πα­ρα­χω­ρώ­ντας έ­δα­φος σε έ­ναν λα­λί­στα­το α­φη­γη­τή. Έτσι κι α­λ­λιώς, το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό που α­λ­λά­ζει στις τρεις πε­ριό­δους της διη­γη­μα­το­γρα­φίας του Δη­μη­τρίου εί­ναι η σχέ­ση α­φη­γη­τή και χα­ρα­κτή­ρων. Αρχι­κά, ο α­φη­γη­τής ε­μ­φα­νί­ζε­ται α­πο­στα­σιο­ποιη­μέ­νος, για να γί­νει στην προ­η­γού­με­νη συ­λ­λο­γή μέ­το­χος των πα­θών τους μέ­χρι και πρω­τα­γω­νι­στής. Αλλά ας δού­με στις λε­πτο­μέ­ρειές τους τα και­νού­ρια φο­ρέ­μα­τα, που έ­ρα­ψε ο Δη­μη­τρίου. Τα πε­ρι­σ­σό­τε­ρα ο­λο­καί­νου­ρ­γα, με­ρι­κά με­τα­ποιη­μέ­να, και κά­ποια πα­λαιό­τε­ρα. Αυ­τά τα τε­λευ­ταία εί­ναι ο­κτώ, ή­δη δη­μο­σιευ­μέ­να. Δη­λα­δή, μό­λις το έ­να τέ­τα­ρ­το της συ­λ­λο­γής, σε α­ντί­θε­ση με την τρέ­χου­σα συ­νή­θεια, σε μια συ­λ­λο­γή, σχε­δόν το σύ­νο­λο να α­πο­τε­λεί­ται α­πό δη­μο­σιευ­μέ­να. Όσο για τα με­τα­ποιη­μέ­να, πρό­κει­ται για ε­κεί­να που δεί­χνουν σαν ε­να­λ­λα­κτι­κές ε­κ­δο­χές πα­λαιό­τε­ρων ι­στο­ριών ή και ως κε­φά­λαια των τριών ε­κτε­νών α­φη­γή­σεων.
Τ’ α­γνά­ντιο
Το πα­λαιό­τε­ρο δη­μο­σιευ­μέ­νο εί­ναι έ­να διή­γη­μα σε συ­λ­λο­γι­κό τό­μο του 2005, με θέ­μα τη μη­τέ­ρα. Ο τί­τ­λος βγαί­νει α­πό την ευ­χή μιας γε­ρό­ντι­σ­σας στη γει­το­νο­πού­λα που της πα­ρα­στε­κό­ταν, α­φού το μο­να­δι­κό παι­δί που της εί­χε α­πο­μεί­νει βρι­σκό­ταν κά­που στα ξέ­να, “Βρύ­σες να ’χεις στο πλευ­ρό σου και νε­ρά να σου τρέ­χου­ν”. Η ευ­χή έ­πια­σε, η γει­το­νο­πού­λα έ­γι­νε “μπά­μπω μ’ α­γ­γό­νια” και με­τρά­ει δε­κα­ε­ν­νιά βρύ­σες έ­να γύ­ρω στη γει­το­νιά της. Κι αυ­τό, μια έ­ν­δει­ξη, ό­τι το χω­ριό ε­κ­συ­γ­χρο­νί­στη­κε. Την η­πει­ρώ­τι­κη, ό­μως, ντο­πιο­λα­λιά την σώ­ζει α­λώ­βη­τη. Το δεί­χνει η κου­βέ­ντα της γει­το­νο­πού­λας με τη φί­λη της για τη γε­ρό­ντι­σ­σα, που, στα τε­λευ­ταία της, ευ­τύ­χη­σε, ό­χι μό­νο να βρει το γιο της, α­λ­λά και να ζή­σει με την φα­μί­λιά του στην Αμε­ρι­κή. Και ό­λα αυ­τά, χά­ρις στο γρά­μ­μα που έ­στει­λαν “στην ε­φη­με­ρί­δα που έ­βγα­ζε στα Γιά­ν­νε­να ο Χρη­στο­βα­σί­λης”. Πρό­κει­ται για την «Ελευ­θε­ρία», που κυ­κλο­φο­ρού­σε δυο φο­ρές την ε­βδο­μά­δα με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Ηπεί­ρου. Ενθου­σια­σμέ­νος τό­τε ο Χρή­στος Χρη­στο­βα­σί­λης, ε­γκα­τέ­λει­ψε την Αθή­να και την «Ακρό­πο­λη» για να γυ­ρί­σει στον τό­πο του και να βγά­λει τη δι­κή του ε­φη­με­ρί­δα, που την ε­ξέ­δι­δε μέ­χρι το θά­να­τό του, το 1937.
Στον Χρη­στο­βα­σί­λη α­να­φέ­ρε­ται και το κα­τα­λη­κτι­κό πε­ζό της συ­λ­λο­γής, «Θε­λε­σου­ριά», δη­μο­σιευ­μέ­νο, Αύ­γου­στο 2011. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­να­κα­λεί το διή­γη­μα του Χρη­στο­βα­σί­λη «Ο γυ­ρι­σμός του ξε­νι­τε­μέ­νου», έ­να α­πό τα πο­λ­λά των σχο­λι­κών α­να­γνω­στι­κών, δη­μο­τι­κού και γυ­μνα­σίου, που α­πο­σύ­ρ­θη­καν ο­λο­σχε­ρώς με τη με­τα­πο­λί­τευ­ση. Εκεί, “σ’ έ­να α­γνά­ντιο” κα­ρ­τέ­ρα­γε για χρό­νια η μά­να το γιο της να γυ­ρί­σει α­πό την ξε­νι­τιά, στο ί­διο μέ­ρος που τον εί­χε α­πο­χαι­ρε­τή­σει. Αντί­στοι­χα, στο πε­ζό, στη “Θε­λε­σου­ριά”, που εί­ναι “μια ρα­χού­λα με ει­κο­νο­στά­σι τ’ Αϊ-Θα­νά­ση”, α­πο­χαι­ρε­τού­σαν οι συ­γ­γε­νείς ό­σους έ­φευ­γαν α­πό την Πό­βλα της Μου­ρ­γκά­νας, κα­τά τα λε­γό­με­να της μά­νας του συ­γ­γρα­φέα. Κά­θε τό­πος και «Τ’ Αγνά­ντε­μά» του, για να θυ­μη­θού­με και το διή­γη­μα του δέ­κα χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρου του Χρη­στο­βα­σί­λη, Πα­πα­δια­μά­ντη. Ή και τους «Κλα­ψό­δε­ντρούς» του, στην ά­κρη των κο­ζα­νί­τι­κων χω­ριών, που α­πα­θα­να­τί­ζουν με τις πρό­σφα­τες ι­στο­ρίες τους, οι συ­νο­μή­λι­κοι του συ­γ­γρα­φέα, Κα­τε­ρί­να Μη­λιού και Γιώ­ρ­γος Σκα­μπα­ρ­δώ­νης.
Εδώ, πρό­κει­ται για μια α­πό τις αυ­το­βιο­γρα­φι­κές α­φη­γή­σεις της πρό­σφα­της συ­λ­λο­γής, που πα­ρα­τί­θε­νται με τη χα­λα­ρή α­φη­γη­μα­τι­κή οι­κο­νο­μία μιας α­νά­μνη­σης ή, α­κρι­βέ­στε­ρα, του μνη­μο­νι­κού συ­μ­φυ­ρ­μού πε­ρι­σ­σό­τε­ρων πε­ρι­στα­τι­κών. Μια πα­ρό­μοια α­φή­γη­ση, α­λ­λά δια­φο­ρε­τι­κής πνοής, κα­θώς α­ντ­λεί­ται α­πό πιο πρό­σφα­τες ει­κό­νες και συ­να­ντή­σεις, εί­ναι το «Βό­λια – μπα­ρού­τι». Ο τί­τ­λος εί­ναι ο κα­τα­λη­κτι­κός στί­χος του ποιή­μα­τος του Βί­κτω­ρος Ου­γκώ, «Ελλη­νό­που­λο», για την κα­τα­στρο­φή της Χίου. “Βό­λια, μπα­ρού­τι θέ­λω. Να.”, ό­πως α­πέ­δω­σε ο Πα­λα­μάς την α­πά­ντη­ση του παι­διού, που “κα­θό­ταν ξυ­πό­λυ­το στις ρά­χες”, μο­να­χό και θλι­μ­μέ­νο. Στην α­φή­γη­ση, η μα­θη­τι­κή α­νά­μνη­ση α­πό σχο­λι­κό ε­ο­ρ­τα­σμό της ε­θνι­κής ε­ο­ρ­τής δεν συ­γκρα­τεί το πα­ρα­μι­κρό ί­χνος α­πό το πνεύ­μα ε­θνι­κής α­νά­τα­σης. Αντι­θέ­τως, δια­ν­θί­ζε­ται με μια α­νά­μνη­ση παι­δο­φι­λι­κής ε­ξω­τε­ρί­κευ­σης δα­σκά­λου. Κα­τά τα ά­λ­λα, στο πε­ζό προ­βά­λ­λουν με έ­μ­φα­ση οι γνω­στές α­πό­λυ­τες α­πό­ψεις του συ­γ­γρα­φέα για το κα­τα­πιε­στι­κό σχο­λι­κό σύ­στη­μα, που το έ­χει πα­ρο­μοιά­σει με “κρε­α­το­μη­χα­νή” και ε­δώ, με στρα­το­κρα­τι­κό πει­θα­να­γκα­σμό.
Υπά­ρ­χουν και ά­λ­λα πε­ζά, που το­πο­θε­τού­νται στα χω­ριά της Μου­ρ­γκά­νας ή και στην Αθή­να, με πρω­τα­γω­νι­στές μέ­τοι­κους α­πό ε­κεί­να τα μέ­ρη. Σε αυ­τά, α­να­βιώ­νει, σε μι­κρό­τε­ρη ή με­γα­λύ­τε­ρη έ­κτα­ση, η η­πει­ρώ­τι­κη ντο­πιο­λα­λιά. Σε τρεις α­κό­μη ι­στο­ρίες, κου­βε­ντιά­ζουν κο­πέ­λες και γε­ρό­ντι­σ­σες. Δεί­χνουν σαν πρό­σθε­τα κε­φά­λαια στη δεύ­τε­ρη ε­κτε­νή α­φή­γη­ση, προ πε­ντα­ε­τίας, «Σαν το λί­γο το νε­ρό». Από τη ντο­πιο­λα­λιά, α­ρ­κε­τές εί­ναι οι λέ­ξεις, που η ση­μα­σία τους δεν συ­νά­γε­ται α­πό τα συ­μ­φρα­ζό­με­να. Ωστό­σο, το ε­ν­δια­φέ­ρον της α­φή­γη­σης το δια­φυ­λά­σ­σει, κυ­ρίως στις με­γα­λύ­τε­ρες ι­διω­μα­τι­κές νη­σί­δες, η ποιη­τι­κή της γλώ­σ­σας. Μα­ζί με τη γλώ­σ­σα, τον τρό­πο ζωής, την πα­ρα­κα­τια­νή θέ­ση της κο­πέ­λας, μέ­χρι να της δί­νουν το πα­ρω­νύ­μιο Διώ­χνω, ό­ταν τυ­χαί­νει να εί­ναι η τε­λευ­ταία α­πό έ­ξι κο­πέ­λες πριν το α­ρ­σε­νι­κό, ο α­φη­γη­τής σώ­ζει τα πα­λαιά ο­νό­μα­τα των χω­ριών. Πρώ­το με­τα­ξύ αυ­τών, ο γε­νέ­θλιος τό­πος του συ­γ­γρα­φέα, η Πό­βλα, που σή­με­ρα ο­νο­μά­ζε­ται Αμπε­λώ­νας.
Ένα α­πό τα κα­λύ­τε­ρα α­φη­γή­μα­τα με ε­πή­λυ­δες εξ ε­πα­ρ­χίας εί­ναι «Το νε­ρό της ψυ­χής». Μπο­ρεί αυ­τά τα α­φη­γή­μα­τα να μην ρά­βουν πά­ντο­τε φό­ρε­μα, του­λά­χι­στον με τα μέ­τρα και στα­θ­μά ε­νός α­μι­γούς διη­γή­μα­τος, α­λ­λά σκια­γρα­φούν τύ­πους πα­λαιό­τε­ρων χρό­νων. Ένας α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κός εί­ναι ο ε­βδο­μη­ντά­χρο­νος, που “πέ­θα­νε η γυ­ναί­κα του και η κό­ρη του τον έ­φε­ρε” α­πό το χω­ριό ε­κών ά­κων στην Αθή­να. Μό­νος και έ­ρη­μος, κρε­μα­σμέ­νος στο τη­λέ­φω­νο, ε­πα­να­λά­μ­βα­νε: “Το νε­ρό και το ψω­μί της ψυ­χής εί­ναι η ε­πι­κοι­νω­νία.”
Υπά­ρ­χει και έ­να πε­ζό, που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι κε­φά­λαιο στο βι­βλίο «Τα ο­πω­ρο­φό­ρα δέ­ντρα της Αθή­νας». Ήδη, ο τί­τ­λος του, «Ο κα­ρ­που­ζο­κέ­φα­λος σε νέες πε­ρι­πέ­τειες», προϊδεά­ζει για τη διά­θε­ση του συ­γ­γρα­φέα να σπρώ­ξει πε­ραι­τέ­ρω τη δια­κω­μώ­δη­ση. Όσο, ό­μως, αυ­ξά­νει ο ε­μπαι­γ­μός του γη­γε­νούς κοι­νω­νι­κού πε­ρί­γυ­ρου, τό­σο ε­ξω­ραΐζο­νται α­φη­γη­μα­τι­κά, α­λ­λά και προ­βι­βά­ζο­νται α­πό κο­μπά­ρ­σοι σε πρω­τα­γω­νι­στές, οι εξ Αλβα­νίας ε­ρ­χό­με­νοι. Άλλω­στε, τέ­σ­σε­ρα και­νού­ρια φο­ρέ­μα­τα, το έ­να α­πό αυ­τά δη­μο­σιευ­μέ­νο πέ­ρυ­σι, ρά­βο­νται με κου­μπιά Αλβα­νούς. Δεν πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για συ­γκε­κρι­μέ­νους τύ­πους, α­λ­λά μά­λ­λον για κά­ποιες ψυ­χο­λο­γι­κές κα­τα­στά­σεις πίε­σης και κα­τα­πίε­σης. Όπως το πρώ­το πέ­ρα­σμα της συ­νο­ρια­κής γρα­μ­μής, το κα­τά την α­ντί­στρο­φη πο­ρεία πέ­ρα­σμα στον ε­πα­να­πα­τρι­σμό, την κα­κο­με­τα­χεί­ρι­ση α­πό Έλλη­να α­φε­ντι­κό ή, α­κό­μη, τη με­τα­μ­φίε­ση σε Ιτα­λό προς α­πο­φυ­γή της α­πα­ξίω­σης α­πό τη γει­το­νιά. Φο­ρέ­μα­τα, που δεί­χνουν κο­μ­μέ­να και ρα­μ­μέ­να στο πα­τρόν του πο­λι­τι­κώς ο­ρ­θού.
Τα πο­λύ­τι­μα κου­μπιά
Απο­μέ­νει έ­να σώ­μα εί­κο­σι πε­ζών, με κου­μπιά που κε­ρ­δί­ζουν το ε­ν­δια­φέ­ρον, α­λ­λά, ί­σως, με­ρι­κά α­πό τα φο­ρέ­μα­τα που ρά­φτη­καν για χά­ρη τους, να α­παι­τού­σαν πε­ρι­σ­σό­τε­ρη προ­σο­χή στο φι­νί­ρι­σμα. Θε­μα­τι­κά συ­γ­γε­νεύουν με πα­λαιό­τε­ρες ι­στο­ρίες του Δη­μη­τρίου. Λ.χ., «Ο διο­ρι­σμός» θυ­μί­ζει διη­γή­μα­τα α­πό τις δυο πρώ­τες συ­λ­λο­γές διη­γη­μά­των, που α­ντ­λού­σαν έ­μπνευ­ση α­πό συ­μ­βά­ντα στον το­μέα κα­θα­ριό­τη­τας του Δή­μου Αθη­ναίων. Το συ­γκε­κρι­μέ­νο κου­μπί εί­ναι και ε­πί­και­ρο, κα­θώς δί­νει μια πρω­τό­τυ­πη ε­κ­δο­χή στη σε­ξουα­λι­κή πλευ­ρά του δού­ναι και λα­βείν για έ­ναν διο­ρι­σμό στο Δη­μό­σιο. Με πιο πρό­σφα­τα διη­γή­μα­τα συ­γ­γε­νεύουν δυο πε­ζά, που το­πο­θε­τού­νται πα­ρά θί­ν’ α­λός, στις πα­ρά­πλευ­ρες πα­ρα­λίες Φλοί­σβου και Αλί­μου. Ο α­φη­γη­τής του Δη­μη­τρίου, ε­κτός α­πό την τρέ­λα του για τα ο­πω­ρο­φό­ρα των α­θη­ναϊκών συ­νοι­κιών, νιώ­θει σχε­δόν ε­ρω­τι­κά με τη θά­λα­σ­σα. Στο διή­γη­μα «Προ­σφυ­γά­κια», πλη­θαί­νουν οι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί τύ­ποι. Τό­σα κου­μπιά σε έ­να φό­ρε­μα, και ρα­μ­μέ­να κο­ντά κο­ντά, μέ­χρι να μπλέ­κο­νται τα μο­τί­βα τους, και το φό­ρε­μα α­δι­κούν και ε­κεί­να πά­νε στρά­φι. Θα μπο­ρού­σε ο συ­γ­γρα­φέ­ας να ε­πα­νέ­λ­θει. Άλλω­στε το γκρι­ζο­γά­λα­ζο ψά­ρι, που του έ­δω­σε έ­ναν ά­σχε­το θε­μα­τι­κά α­λ­λά τό­σο ω­ραίο τί­τ­λο, μπο­ρεί να του δώ­σει κι ά­λ­λους πρω­τό­τυ­πους τί­τ­λους, κα­θώς το α­πο­κα­λούν και γου­ρ­λο­μά­τα και τσι­μπλά­κι. Στο δεύ­τε­ρο διή­γη­μα, ο τί­τ­λος, «Η βα­ρ­βα­ρό­τη­τα του γέ­νους», εί­ναι ό­χι μό­νο ω­ραίος α­λ­λά και πλα­γίως πε­ρι­παι­κτι­κός. Εδώ, το διή­γη­μα ε­πι­τεύ­χ­θη­κε.
Μέ­σα στη θε­μα­τι­κή του συ­γ­γρα­φέα, οι πα­ρά­ξε­νοι τύ­ποι α­ν­θρώ­πων, ά­λ­λο­τε μο­νό­χνο­τοι κι ά­λ­λο­τε α­πο­συ­νά­γω­γοι, κά­πο­τε και τα δυο μα­ζί, εί­ναι α­πό τα πο­λύ­τι­μα κου­μπιά, α­νε­ξά­ρ­τη­τα του φο­ρέ­μα­τος που προ­κύ­πτει. Στο «Μό­σχος και κα­νέ­λα» ε­πι­τυ­γ­χά­νε­ται ο α­συ­νή­θης στη διη­γη­μα­το­γρα­φία του Δη­μη­τρίου συ­γκε­ρα­σμός του ι­λα­ρού με το μο­ρ­φι­κά ε­ντε­λές. Ενώ, στο «Ξέ­νο ο­στούν», τα δά­νεια α­πό δια­βά­σμα­τα και η σώ­ρευ­ση ά­σχε­των πα­θο­λο­γι­κών συ­μπτω­μά­των θο­λώ­νουν το α­πο­τέ­λε­σμα. Ενώ ο χα­ρι­σμα­τι­κός τύ­πος στο πε­ζό «Η ο­μο­ρ­φιά της α­πώ­λειας» μό­λις που σκια­γρα­φεί­ται, πα­ρα­πέ­μπο­ντας στον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό νά­ρ­κι­σ­σο ή­ρωα του Ανδρέα Μή­τσου.
Ένα α­πό τα προ­σφι­λή θέ­μα­τα του Δη­μη­τρίου εί­ναι το στε­νό δέ­σι­μο του γο­νιού με το παι­δί του. Του πα­τέ­ρα με το γιο α­να­δει­κνύε­ται στο προ­τα­σ­σό­με­νο, «Η ση­μα­δού­ρα», ό­που το φό­ρε­μα θα βε­λ­τιω­νό­ταν με α­φαί­ρε­ση ή, έ­στω, με­τρια­σμό του κα­τα­λη­κτι­κού δρα­μα­τι­κού τό­νου. Το δέ­σι­μο μά­νας-γιου, μέ­σα α­πό την ο­πτι­κή του γιου, εί­ναι το θέ­μα σε του­λά­χι­στον δυο διη­γή­μα­τα, πα­ρει­σφρέ­ο­ντας ως δευ­τε­ρεύον και σε ά­λ­λα. Το έ­να, «Η ο­δο­ντό­βου­ρ­τσα», πι­θα­νώς και χά­ρις στη δια­λο­γι­κή μο­ρ­φή, α­πο­κτά τη δρα­στι­κό­τη­τα, που α­να­μέ­νε­ται α­πό έ­να διή­γη­μα. Το ά­λ­λο, «Οι κύ­κλοι της ζωής», στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό το πρό­βλη­μα του ά­γα­μου, που βρί­σκε­ται έ­ρ­μαιο στο κου­τσο­μπο­λιό του μι­κρού πε­ρί­γυ­ρου. Nα ση­μειώ­σου­με πως, για πρώ­τη φο­ρά, ο Δη­μη­τρίου πε­ρι­γρά­φει και θαύ­μα­τα Αγίων στα πε­ζά του. Μά­λι­στα, τη δεύ­τε­ρη φο­ρά, στο διή­γη­μα, «Η λα­μπά­δα», φαί­νε­ται να πα­τά­ει στα βή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Όπως σε ε­κεί­νου «Το νη­σί της Ου­ρα­νί­τσας», έ­τσι και ε­δώ, μια νιό­πα­ντρη ζει με την πε­θε­ρά, κα­θώς ο ά­ντρας της στη βδο­μά­δα πά­νω με­τά το γά­μο έ­φυ­γε στα ξέ­να. Και σε αυ­τήν τυ­χαί­νει α­νε­πι­θύ­μη­τη ε­γκυ­μο­σύ­νη, χω­ρίς ό­μως αυ­το­κτο­νία. Γί­νε­ται το θαύ­μα ε­γκαί­ρως, για να έ­χει η ι­στο­ρία χά­πυ ε­ντ.
Από τα και­νού­ρια θέ­μα­τα εί­ναι η α­γα­μία και με τις δυο ό­ψεις της. Τα πά­θη του γε­ρο­ντο­πα­λί­κα­ρου διε­κ­τρα­γω­δού­νται σε δυο διη­γή­μα­τα, «Το κου­μπί και το φό­ρε­μα» και «Με­γά­λε Μπί­λυ», προ­κρί­νο­ντας μο­ρ­φι­κά την πα­ρά­τα­ξη συ­μ­βά­ντων. Στο δεύ­τε­ρο, η κα­τά­λη­ξη κλεί­νει τον κύ­κλο ζωής ό­χι μό­νο του Τσί­λυ Δή­μου α­λ­λά και ο­λό­κλη­ρου του χω­ριού. Από ζω­ντα­νή κοι­νό­τη­τα, σχε­δόν ε­ρη­μώ­νει, με τις ε­πό­με­νες γε­νιές, σκό­ρ­πιες α­νά τον κό­σμο, να συ­να­ντιού­νται στο Δια­δί­κτυο α­ντί στο κα­φε­νείο των πα­π­πού­δων τους. Σε έ­να τρί­το πε­ζό, «Μην πρά­τ­τεις ό,τι δεν μπο­ρείς να πεις», το συ­νοι­κέ­σιο φέ­ρ­νει έ­στω και με κα­θυ­στέ­ρη­ση τη λύ­ση, μό­νο το φό­ρε­μα μέ­νει σαν η­μι­τε­λές, με με­τέω­ρη την ψυ­χο­γρά­φη­ση. Σε α­ντί­στι­ξη, πά­ντως, υ­πά­ρ­χουν δυο πε­ζά γύ­ρω α­πό τα πά­θη του συ­ζυ­γι­κού ή και γε­νι­κώς ε­ρω­τι­κού δε­σμού: το «Το­πο­τη­ρη­τής ή πα­τριά­ρ­χης» και το ευ­ρη­μα­τι­κό «Τρεις αυ­γου­λιέ­ρες και πα­ρα­λί­γο τέ­σ­σε­ρις». Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως αυ­τό το δεύ­τε­ρο το έ­χου­με δια­βά­σει, καί­τοι α­πό τα α­νέ­κ­δο­τα. Την ί­δια ε­ντύ­πω­ση του γνω­στού μας δη­μιου­ρ­γεί και το «Η βοή­θεια της Πα­να­γίας».
Η ά­λ­λη ό­ψη της α­γα­μίας, αυ­τή της σε­ξουα­λι­κής στέ­ρη­σης, κυ­ρίως του α­νι­κα­νο­ποίη­του, που α­να­ζη­τά το δια­φο­ρε­τι­κό, πο­λιο­ρ­κεί­ται σε τέ­σ­σε­ρα διη­γή­μα­τα. Το πρώ­το, «Κα­ρ­φί με κα­ρ­φί», ξε­κι­νά με μια πυ­κνή σε­λί­δα πε­ρί ε­ρω­τι­κής ε­μ­μο­νής, που προ­ε­τοι­μά­ζει για τα κα­λύ­τε­ρα. Όταν, ό­μως, ε­στιά­ζει στη συ­γκε­κρι­μέ­νη ε­μ­μο­νή του ή­ρωα, το α­πί­θα­νο του ευ­ρή­μα­τος α­πο­δυ­να­μώ­νει την α­φή­γη­ση. Στο ε­πό­με­νο, «Γλύ­κα στα γό­να­τα», η ε­μ­μο­νή δεν ξε­νί­ζει, ε­νώ η ε­μπλο­κή του ψυ­χία­τρου α­να­δει­κνύει το πό­σο δύ­σκο­λη εί­ναι η ε­κλο­γί­κευ­ση των ε­ρω­τι­κών ε­ρε­θι­σμά­των. Κά­τι που φα­νε­ρώ­νε­ται ευ­κρι­νέ­στε­ρα στο ε­πό­με­νο, το «Τι κρί­μα». Και α­πο­μέ­νει, «Το μέ­νος των σω­μά­των», ό­που η ε­μ­μο­νή παί­ρ­νει την ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη μο­ρ­φή του πά­θους και το πε­ζό του διη­γή­μα­τος.
Να ση­μειώ­σου­με ό­τι οι συ­γ­γρα­φείς, σχο­λια­σμούς σαν τον δι­κό μας, τους α­πο­κα­λούν φι­λο­λο­γι­σμούς και τους α­πο­ρ­ρί­πτουν. Ακό­μη και οι κα­λύ­τε­ροι θέ­λουν να τους βα­θ­μο­λο­γείς. Δεν α­πο­δέ­χο­νται, μά­λ­λον δεν κα­τα­δέ­χο­νται, τη συ­νο­μι­λία με τον κρι­τι­κό. Αλλά και ο κρι­τι­κός, ό­ταν βλέ­πει πα­ρα­παίο­ντα τον συ­γ­γρα­φέα, νιώ­θει σχε­δόν υ­πο­χρέω­σή του να το ε­πι­ση­μά­νει.

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 28/7/2013.

Από το κόμικς στο διήγημα

$
0
0
Τάκης Γιαννούσας,
«Ο Γερμανός».
















Γιάννης Παλαβός
«Αστείο»
Εκδόσεις Νεφέλη
Απρίλιος 2012
  
Ο Γιάν­νης Πα­λα­βός α­πο­τε­λεί μια εν­δια­φέ­ρου­σα πε­ρί­πτω­ση της νεό­τε­ρης σή­με­ρα ο­μά­δας συγ­γρα­φέων, εν­δει­κτι­κή, ως έ­να βαθ­μό, των και­νού­ριων τά­σεων. Κα­τ’ αρ­χήν, πα­ρά το νε­α­ρό της η­λι­κίας του, εί­ναι πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος. Ίσως, ορ­θό­τε­ρα, λό­γω του νε­α­ρού της η­λι­κίας του, κα­θώς, τε­λευ­ταία, έ­χουν πλη­θύ­νει α­νά την ε­πι­κρά­τεια τα λο­γο­τε­χνι­κά βρα­βεία για νέ­ους. Ακό­μη και βρα­βεία, που οι κρι­τι­κές ε­πι­τρο­πές α­πέ­νει­μαν σε πρε­σβύ­τε­ρους συγ­γρα­φείς, στο ση­μείο να λέ­γε­ται ό­τι α­κο­λου­θούν α­τύ­πως ε­πε­τη­ρί­δα αρ­χαιό­τη­τας, άρ­χι­σαν να δί­νο­νται σε νεό­τε­ρους. 
Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, ο Πα­λα­βός έ­κα­νε την πρώ­τη του συγ­γρα­φι­κή εμ­φά­νι­ση το 2005, συμ­με­τέ­χο­ντας σε δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος για νέ­ους συγ­γρα­φείς του Βρε­τα­νι­κού Συμ­βου­λίου, που εί­χε πραγ­μα­το­ποιη­θεί σε συ­νερ­γα­σία με τις εκ­δό­σεις Πε­ρί­πλους, οι ο­ποίες και ε­ξέ­δω­σαν το ε­πό­με­νο έ­τος σε βι­βλίο τις 19 κα­λύ­τε­ρες ι­στο­ρίες ε­πί συ­νό­λου 197. Η τρι­με­λής ε­πι­τρο­πή, στην ο­ποία συμ­με­τεί­χε ως πε­ζο­γρά­φος ο Χρή­στος Χω­με­νί­δης, του εί­χε α­πο­νεί­μει το πρώ­το βρα­βείο. Η ε­πι­τυ­χία ε­πα­να­λή­φθη­κε δυο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, με την πρω­τιά στον 2ο πα­νελ­λή­νιο δια­γω­νι­σμό διη­γή­μα­τος του 2007, που εί­χε διορ­γα­νώ­σει το free press πε­ριο­δι­κό της Άρτας σε συ­νερ­γα­σία με τις εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο και την υ­πο­στή­ρι­ξη του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Αυ­τήν τη φο­ρά, στην πε­ντα­με­λή κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή συμ­με­τεί­χαν οι πε­ζο­γρά­φοι Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος και Κώ­στας Κα­τσου­λά­ρης. Το ί­διο έ­τος, με την έκ­δο­ση του πρώ­του βι­βλίου του, ήρ­θε και μια τρί­τη διά­κρι­ση. Η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των του, «Αλη­θι­νή α­γά­πη και άλ­λες ι­στο­ρίες», συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε στον βρα­χύ κα­τά­λο­γο του Βρα­βείου πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω». Εκεί­νο το έ­τος, το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου δό­θη­κε στην ποιή­τρια Κα­τε­ρί­να Ηλιο­πού­λου. Η με­γά­λη, ό­μως, διά­κρι­ση προέ­κυ­ψε πέ­ντε χρό­νια με­τά, με την έκ­δο­ση της δεύ­τε­ρης συλ­λο­γής του. Το «Αστείο» ε­πι­λέ­χθη­κε για το Βρα­βείο διη­γή­μα­τος του η­λεκ­τρο­νι­κού πε­ριο­δι­κού «Ανα­γνώ­στης».

Βρα­βεία 

Να θυ­μί­σου­με ό­τι τα νεό­τευ­κτα Βρα­βεία του «Ανα­γνώ­στη» δεν α­πο­τε­λούν συ­νέ­χεια του Βρα­βείου Ανα­γνω­στών, ό­πως θα μπο­ρού­σε κά­ποιος να υ­πο­θέ­σει, πα­ρα­συ­ρό­με­νος α­πό τον τίτ­λο τους, αλ­λά των Βρα­βείων του πε­ριο­δι­κού «Δια­βά­ζω», που α­νέ­κο­ψε την κυ­κλο­φο­ρία του τον Ιού­νιο του 2012, με­τά την α­πο­νο­μή των Βρα­βείων για τις εκ­δό­σεις του 2011. Μια πρω­το­τυ­πία αυ­τών των πρώ­των βρα­βεύ­σεων του η­λεκ­τρο­νι­κού πε­ριο­δι­κού στά­θη­κε ο πα­ρα­με­ρι­σμός των εκ­δο­τι­κών οί­κων, που έ­χουν τις με­γά­λες με­ρί­δες της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας. Τα πέ­ντε βρα­βεία που α­πο­νε­μή­θη­καν μοι­ρά­στη­καν σε τρεις εκ­δό­τες, με μι­κρό α­ριθ­μό ε­τη­σίως βι­βλίων ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας: α­πό δυο οι εκ­δό­σεις Πό­λις και Νε­φέ­λη, έ­να οι εκ­δό­σεις Κί­χλη. 
Μια δεύ­τε­ρη πρω­το­τυ­πία ή­ταν η ε­πι­λο­γή ε­νός νεό­τε­ρου για το Βρα­βείο διη­γή­μα­τος. Το 2012, ο Πα­λα­βός ή­ταν 32 ε­τών και εί­ναι ο νεό­τε­ρος που τι­μά­ται με αυ­τό το βρα­βείο, το ο­ποίο, ως συ­νέ­χεια του α­ντί­στοι­χου βρα­βείου του «Δια­βά­ζω», θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ι­στο­ρι­κό. Από το 1995, που ξε­κί­νη­σαν τα βρα­βεία του «Δια­βά­ζω», το Βρα­βείο διη­γή­μα­τος, α­κο­λου­θώ­ντας την πρα­κτι­κή του α­ντί­στοι­χου Κρα­τι­κού Βρα­βείου, α­πο­νε­μό­ταν σε συγ­γρα­φείς με πο­λυε­τή πο­ρεία στο χώ­ρο του διη­γή­μα­τος. Το πρώ­το, του 1995, δό­θη­κε στον Η.Χ.Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λο, που τι­μή­θη­κε για δεύ­τε­ρη φο­ρά το  2010. Δυο φο­ρές α­πο­νε­μή­θη­κε το βρα­βείο και στον Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου. Την πρώ­τη φο­ρά, το 1998, ε­κεί­νος ή­ταν 43 ε­τών, πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος το 1987. Κα­τ’ ε­ξαί­ρε­ση, το 2007, δό­θη­κε στην 36χρο­νη τό­τε Λέ­να Κι­τσο­πού­λου.
Γε­νι­κό­τε­ρα, τα βρα­βεία πε­ζο­γρα­φίας του «Δια­βά­ζω» α­πο­νέ­μο­νταν σε συγ­γρα­φείς  με­γα­λύ­τε­ρης η­λι­κίας, α­κό­μη και το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. Πα­ρά­δειγ­μα, η φε­τι­νή βρα­βευ­μέ­νη με το Βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του «Ανα­γνώ­στη» Νί­κη Ανα­στα­σέα, που, το 1998, πα­τη­μέ­να τα πε­νή­ντα, εί­χε πά­ρει το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου. Ήταν η τρί­τη χρο­νιά του εν λό­γω Βρα­βείου, την πρώ­τη δεν εί­χε α­πο­νε­μη­θεί και τη δεύ­τε­ρη εί­χε τι­μη­θεί ο ο­μή­λι­κός της Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης. Και έ­τσι συ­νέ­χι­σαν. Αυ­τά για το ι­στο­ρι­κό του θε­σμού. Για­τί, κα­τά τα άλ­λα, τό­σο το ε­κτό­πι­σμα του εκ­δό­τη ό­σο και η η­λι­κία του συγ­γρα­φέα συ­νι­στούν ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια.           
Όσο α­φο­ρά τα ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια, να ση­μειώ­σου­με ό­τι τα και­νού­ρια Βρα­βεία του «Ανα­γνώ­στη» κοι­νο­ποίη­σαν βρα­χείς κα­τα­λό­γους α­πό τους ο­ποίους έ­γι­νε η τε­λι­κή ε­πι­λο­γή. Αυ­τή η τα­κτι­κή των δυο γύ­ρων κα­τά το αγ­γλο­α­με­ρι­κα­νι­κό πρό­τυ­πο, που υιο­θε­τή­θη­κε τα τε­λευ­ταία χρό­νια α­πό τις γη­γε­νείς βρα­βεύ­σεις, έ­χει θε­σπι­στεί με το σκε­πτι­κό να προω­θού­νται πε­ρισ­σό­τε­ρα βι­βλία. Οπό­τε, ό­πως εί­ναι γνω­στό, πα­ρεμ­βαί­νουν αλ­λό­τριοι πα­ρά­γο­ντες σχε­τι­κοί με την α­γο­ρα­στι­κή εμ­βέ­λεια ε­νός βι­βλίου. Η κρι­τι­κή ε­πι­τρο­πή των Βρα­βείων του «Ανα­γνώ­στη» πρω­το­τύ­πη­σε και στην κα­τάρ­τι­ση του βρα­χέ­ος κα­τα­λό­γου του Βρα­βείου διη­γή­μα­τος. Στη δε­κά­δα α­πό την ο­ποία ε­πε­λέ­γη ο Πα­λα­βός, υ­πήρ­χαν και δυο νεό­τε­ροί του (Δ. Πα­πα­μάρ­κος, Β. Πέ­τσα), ε­νώ, στους δέ­κα υ­πο­ψη­φίους, οι μι­σοί θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λούν προ­τά­σεις για το Βρα­βείο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέα, αν δεν εί­χαν ή­δη εκ­δώ­σει μια πρώ­τη συλ­λο­γή. Αντι­θέ­τως, φαί­νε­ται σαν να έ­χουν ε­ξαι­ρε­θεί οι συγ­γρα­φείς μέ­σης και με­γα­λύ­τε­ρης η­λι­κίας. Αν, ό­μως, οι βρα­χείς κα­τά­λο­γοι δεν έ­χουν μό­νο α­γο­ρα­στι­κή σκο­πι­μό­τη­τα αλ­λά ε­πι­ζη­τούν να δώ­σουν και ει­κό­να της λο­γο­τε­χνι­κής σκη­νής, τό­τε αυ­τή κα­τα­λή­γει ελ­λι­πής ό­ταν α­που­σιά­ζουν οι συλ­λο­γές διη­γη­μά­των των Δ. Νόλ­λα, Γ. Για­τρο­μα­νω­λά­κη, Δ. Πε­τσε­τί­δη, Σ. Δη­μη­τρίου.

Τό­πο στα νιά­τα

Στην προώ­θη­ση των νέων, γε­νι­κό­τε­ρα, σε ό­λα τα Βρα­βεία, φαί­νε­ται ό­τι λει­τούρ­γη­σε κα­θο­ρι­στι­κά η πο­λι­τι­κή που θέ­λη­σε να ε­φαρ­μό­σει ο προ­η­γού­με­νος Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού, Παύ­λος Γε­ρου­λά­νος, και η ο­ποία θα μπο­ρού­σε να συ­νο­ψι­σθεί με το σύν­θη­μα, ‘‘Τό­πο στα νιά­τα’’. Σε α­ντα­πό­κρι­ση, μά­λι­στα, προς το κέ­λευ­σμα του Υπουρ­γού, το 2011, το Ε.ΚΕ.ΒΙ. διορ­γά­νω­σε το 1ο Φε­στι­βάλ Νέων Λο­γο­τε­χνών, με τίτ­λο, «Κό­μι­κς και Λο­γο­τε­χνία». Πρώ­το και μάλ­λον μο­να­δι­κό, α­φού οι δυο ορ­γα­νω­τι­κές Αρχές υ­πο­λει­τουρ­γούν. Ο Πα­λα­βός, πά­ντως, συμ­με­τεί­χε στο Φε­στι­βάλ με την α­νά­γνω­ση ε­νός διη­γή­μα­τος της κα­τό­πιν βρα­βευ­μέ­νης συλ­λο­γής του. Κα­θώς, μά­λι­στα, το 2011 εί­χε γρά­ψει το σε­νά­ριο για το πρώ­το του κό­μι­κς, συμ­με­τεί­χε και στη στρογ­γυ­λή τρά­πε­ζα πε­ρί κό­μι­κς. Με άλ­λα λό­για, πα­τού­σε και στις δυο βάρ­κες. Η πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νη φαί­νε­ται να προ­βάλ­λει ως ί­διον των νεό­τε­ρων. Ο Πα­λα­βός, ταυ­τό­χρο­να, με την πρώ­τη συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, έ­γρα­ψε το σε­νά­ριο μι­κρού μή­κους ται­νίας, που συμ­με­τεί­χε στο Φε­στι­βάλ των Καν­νών, το 2008, ό­ταν η συλ­λο­γή του προ­κρι­νό­ταν στον βρα­χύ κα­τά­λο­γο της γη­γε­νούς βρά­βευ­σης.
Η πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νη συ­νή­θως συν­δυά­ζε­ται με με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κη ε­ξω­στρέ­φεια. Για πα­ρά­δειγ­μα, ο Πα­λα­βός ε­πέ­λε­ξε αρ­χι­κά ως σκη­νι­κό των ι­στο­ριών του την α­με­ρι­κα­νι­κή ε­παρ­χία και με­τά την ελ­λη­νι­κή, που ε­ναλ­λάσ­σει με το α­στι­κό το­πίο. Με την ί­δια ά­νε­ση, α­να­μι­γνύει α­να­γνω­στι­κές ε­μπει­ρίες ξέ­νης και ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας με βιω­μα­τι­κές. Αυ­τή η πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα ως προς την έ­μπνευ­ση α­φή­νει ευ­διά­κρι­τα ί­χνη στις ι­στο­ρίες του.  Πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζει και τα πα­ρα­κει­με­νι­κά στοι­χεία του βι­βλίου του, που εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­να α­πό την ξέ­νη λο­γο­τε­χνία, την κυ­πρια­κή και τη γε­νέ­τει­ρά του, το Βελ­βε­ντό Κο­ζά­νης. Ως τίτ­λο ε­πι­λέ­γει έ­να ε­πίρ­ρη­μα α­ντί του συ­νη­θέ­στε­ρου που εί­ναι το ου­σια­στι­κό, με ή και χω­ρίς προσ­διο­ρι­στι­κό ε­πί­θε­το. Η δια­φο­ρά θα γί­νει εμ­φα­νέ­στε­ρη κα­τά τη με­τά­φρα­ση του βι­βλίου, λ.χ. στην αγ­γλι­κή, ο­πό­τε ο τίτ­λος θα πρέ­πει να α­πο­δο­θεί ως funny και ό­χι ως the joke. Στο ο­μό­τιτ­λο της συλ­λο­γής διή­γη­μα, ω­στό­σο, θα ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο  το ου­σια­στι­κό, α­φού τί­πο­τα το α­στείο δεν συμ­βαί­νει στη ζωή του ή­ρωα, ε­νώ του α­ρέ­σει να κά­νει α­στεία. Μό­νο που το γνω­στό μυ­θι­στό­ρη­μα του Μί­λαν Κού­ντε­ρα δεν ά­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια ε­πι­λο­γής. Εκτός του τίτ­λου, εκ­πλήσ­σει και το μό­το του βι­βλίου, που εί­ναι έ­να δί­στι­χο του κύ­πριου ποιη­τή Κώ­στα Μό­ντη, με τίτ­λο «Ζωή»: “Κα­θί­στε ή­ρε­μα στο τρα­πε­ζά­κι της / και πα­ραγ­γεί­λε­τε έ­να βα­ρύ­γλυ­κο”. Υπάρ­χει και έ­να άλ­λο δί­στι­χο του Μό­ντη, με τον ί­διο τίτ­λο, που θα ταί­ρια­ζε στους κα­κο­πα­θη­μέ­νους ή­ρωες  του Πα­λα­βού: “Δεν τη νοιά­ζει αν μας δυ­σα­ρε­στεί /Ξέ­ρει πως δεν θα ξα­να­συ­να­ντη­θού­με”. Τέ­λος, ο συγ­γρα­φέ­ας κα­τόρ­θω­σε να έρ­θει στην ε­πι­και­ρό­τη­τα και με την ε­πι­λο­γή της ει­κό­νας του ε­ξω­φύλ­λου. Εί­ναι έρ­γο του συ­ντο­πί­τη του Τά­κη Γιαν­νού­σα, με τίτ­λο, «Ο Γερ­μα­νός», που ε­κτέ­θη­κε ε­φέ­τος στην πα­ρι­σι­νή έκ­θε­ση ελ­λη­νι­κής τέ­χνης, «Hell as Pavillon». Χά­ρις στο ε­ξώ­φυλ­λο του βι­βλίου, βρέ­θη­κε ο ά­γνω­στος λαϊκός ζω­γρά­φος δί­πλα σε Εγγο­νό­που­λο, Εμπει­ρί­κο, Πε­ντζί­κη, Ακρι­θά­κη.         
Οι τίτ­λοι των 17 διη­γη­μά­των της συλ­λο­γής δεν εί­ναι πρω­τό­τυ­ποι. Με μια ή δυο λέ­ξεις, σε δυο πε­ρι­πτώ­σεις πε­ρι­φρα­στι­κά, ση­μα­το­δο­τούν το κο­ρυ­φαίο γε­γο­νός ή πρό­σω­πο της ι­στο­ρίας. Απου­σιά­ζουν οι α­φιε­ρώ­σεις, ε­νώ υ­πάρ­χουν μό­νο τρία μό­το α­πό Πα­πα­δια­μά­ντη, Βι­κέ­λα και Φραν­σουά Βι­γιόν, που πρω­τα­γω­νι­στεί σε μια ι­στο­ρία, τη μο­να­δι­κή που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται ε­κτός Ελλά­δος και σε πα­λαιό­τε­ρο αιώ­να και η ο­ποία α­να­συν­θέ­τει το βίο του ποιη­τή με­τά το 1453, που τα ί­χνη του χά­νο­νται. Πέ­ραν του μό­το, α­ντί του Βι­γιόν θα μπο­ρού­σε να εί­ναι και ο τυ­χών άλ­λος σύγ­χρο­νός του. Επτά διη­γή­μα­τα έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί σε πε­ριο­δι­κά. Εδώ, το και­νο­φα­νές εί­ναι η ει­δο­λο­γι­κή ποι­κι­λία των ε­ντύ­πων. Τέσ­σε­ρα δη­μο­σιεύ­τη­καν το 2008, τα δυο σε δυο και­νού­ρια πε­ριο­δι­κά ποι­κί­λης ύ­λης, έ­να η­λεκ­τρο­νι­κό και έ­να έ­ντυ­πο, με κό­μι­κς και ι­στο­ρίες, το διή­γη­μα που βρα­βεύ­τη­κε α­πό το free press πε­ριο­δι­κό της Άρτας φι­λο­ξε­νή­θη­κε σε αυ­τό και ε­κεί­νο που δια­βά­στη­κε στο Φε­στι­βάλ εί­χε προ­η­γου­μέ­νως δη­μο­σιευ­τεί στο «Δέ­ντρο». Τα άλ­λα τρία δη­μο­σιεύ­τη­καν το 2011, σε α­μι­γώς λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά.
Ο συγ­γρα­φέ­ας μοι­ρά­ζει τις ι­στο­ρίες του στο χω­ριό και την πό­λη, που δεν κα­το­νο­μά­ζο­νται. Σε μια μό­νο, ο­νο­μα­τί­ζε­ται ο γε­νέ­θλιος τό­πος, ε­νώ, σε δυο ι­στο­ρίες της πό­λης, προσ­διο­ρί­ζε­ται ό­τι πρό­κει­ται για τη Θεσ­σα­λο­νί­κη και την Αθή­να. Σε α­ντί­θε­ση, πά­ντως, με η­λι­κια­κά με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φείς, α­που­σιά­ζει το αί­σθη­μα της νο­σταλ­γίας. Επί­σης, η γλώσ­σα δεν δια­φο­ρο­ποιεί­ται, ού­τε οι νοο­τρο­πίες πα­ραλ­λάσ­σουν. Βα­σι­κή μέ­ρι­μνα του Πα­λα­βού και, ως έ­να βαθ­μό, ο­λό­κλη­ρης της νεό­τε­ρης ο­μά­δας συγ­γρα­φέων εί­ναι να προ­κα­λέ­σουν με το μύ­θο το ξάφ­νια­σμα του α­να­γνώ­στη, συ­χνά συν­δυά­ζο­ντας την έκ­πλη­ξη με την πρό­κλη­ση. Όλες οι ι­στο­ρίες της συλ­λο­γής θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν ευ­ρη­μα­τι­κές, αν και ως προς την εκ­με­τάλ­λευ­ση του ευ­ρή­μα­τος δεί­χνουν ά­νι­σες. Το εύ­ρη­μα λει­τουρ­γεί μεν ως κι­νη­τή­ριος μο­χλός, αλ­λά η πε­ραι­τέ­ρω α­νά­πτυ­ξη με­ρι­κές φο­ρές δεν έ­χει την ί­δια πνοή πρω­το­τυ­πίας. 
Ύστε­ρα, έ­να θε­μα­τι­κό εύ­ρη­μα, ι­δίως ό­ταν ε­στιά­ζει σε μια ε­ξαι­ρε­τι­κή κα­τά­στα­ση, α­το­νεί με την ε­πα­νά­λη­ψή του σε δια­φο­ρε­τι­κές ι­στο­ρίες. Πα­ρά­δειγ­μα, το ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρο α­πό τα ευ­ρή­μα­τα, που ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται πα­ραλ­λασ­σό­με­νο σε τέσ­σε­ρις ι­στο­ρίες. Ο Πα­λα­βός κά­νει έ­να ά­νοιγ­μα προς το χώ­ρο του φα­ντα­στι­κού. Ή, κα­τά μια δια­φο­ρε­τι­κή α­νά­γνω­ση, διευ­ρύ­νει το ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο των ι­στο­ριών του με τις πα­ραι­σθή­σεις ε­νός λι­πό­θυ­μου με­τά α­πό χτύ­πη­μα ή κά­ποιου βα­ριά τραυ­μα­τι­σμέ­νου. Η πιο ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη εί­ναι η α­δη­μο­σίευ­τη ο­μό­τιτ­λη ι­στο­ρία, που δια­θέ­τει ό­χι μό­νο εύ­ρη­μα αλ­λά και τη συ­νε­κτι­κή δο­μή πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας μια τρια­δι­κή ε­ρω­τι­κή σχέ­ση. Στην δεύ­τε­ρη και πα­λαιό­τε­ρη ι­στο­ρία, δη­μο­σιευ­μέ­νη το 2008, ο εγ­γο­νός συ­νο­μι­λεί με τη για­γιά του. Μα­ζί γλί­στρη­σαν στο μπά­νιο,  για ε­κεί­νη το χτύ­πη­μα στά­θη­κε μοι­ραίο, ε­νώ ε­κεί­νος μό­νο λι­πο­θύ­μη­σε και φα­ντα­σιώ­νε­ται τη συ­νο­μι­λία τους. Μια πα­ρό­μοια συ­νο­μι­λία ζώ­ντος και α­πο­θα­νό­ντος στή­νει ο συγ­γρα­φέ­ας και στο κό­μι­κς. Νε­α­ρή κο­πέ­λα η για­γιά, πρώι­μη φε­μι­νί­στρια, κα­πνί­ζο­ντας, εκ­μυ­στη­ρεύε­ται πως, στην Κα­το­χή, ό­ντας πα­ντρε­μέ­νη, πή­γε μ’ έ­ναν Ιτα­λό, ‘‘Ανθυ­πο­λο­χα­γό του Πυ­ρο­βο­λι­κού’’. Και ό­χι μό­νο πή­γε, αλ­λά ή­ταν ‘‘η κα­λύ­τε­ρη στιγ­μή της ζωής της’’. Το γε­γο­νός ό­τι βρή­κε Ιτα­λό στο Βελ­βε­ντό, και ό­χι κα­νέ­να Γερ­μα­νό ή Βούλ­γα­ρο, μπο­ρεί να δεί­χνει α­νι­στό­ρη­το τον εγ­γο­νό, έ­τσι, ό­μως, το εύ­ρη­μα γί­νε­ται προ­κλη­τι­κό­τε­ρο. 

Μπου ντου­νιά...

Στην ε­πό­με­νη ι­στο­ρία με το ί­διο εύ­ρη­μα κι αυ­τή α­πό τη σο­δειά του 2008, ο ή­ρωας, ευ­ρι­σκό­με­νος στην ε­ντα­τι­κή με­τά α­πό αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα, φα­ντα­σιώ­νε­ται ό­τι στην άλ­λη ζωή έ­χει με­τα­μορ­φω­θεί σε συρ­ρα­πτι­κό. Οι πε­ρι­πέ­τειες του συρ­ρα­πτι­κού δεί­χνουν σαν τυ­χαίες ε­πι­νοή­σεις, ό­χι πά­ντο­τε εύ­στο­χες και χω­ρίς συ­νάρ­τη­ση με τη συ­γκε­κρι­μέ­νη με­τα­μόρ­φω­ση. Η χα­λα­ρή πλο­κή θα ταί­ρια­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο σε κό­μικς. Στην τέ­ταρ­τη ι­στο­ρία πα­ρα­κο­λου­θού­με τις πα­ραι­σθή­σεις ε­νός πι­τσι­ρι­κά που πέ­φτει α­πό το πο­δή­λα­το και χτυ­πά­ει. Το παι­δί συ­νο­μι­λεί μ’ έ­ναν ‘‘γου­λια­νό ε­νά­μι­σι μέ­τρο μή­κος’’ που βγή­κε α­πό την πα­ρα­κεί­με­νη τε­χνη­τή λί­μνη Πο­λυ­φύ­του του Αλιάκ­μο­να και α­πο­φθέγ­γε­ται: ‘‘Μπου ντου­νιά τσαρκ φι­λέ­κ’’. Εί­ναι φρά­ση α­πό το πα­πα­δια­μα­ντι­κό διή­γη­μα «Ο ξε­πε­σμέ­νος δερ­βί­σης». Την α­πά­ντη­ση του σα­λε­πτσή στο εν λό­γω διή­γη­μα, ‘‘Ασκ ολ­σουν τσι­βι­ρι­νέ­κ’’, ο Πα­λα­βός την το­πο­θε­τεί ως μό­το στην ι­στο­ρία του. Εκ των ων ουκ ά­νευ, η α­να­φο­ρά στον Πα­πα­δια­μά­ντη, α­φού το διή­γη­μα δη­μο­σιεύ­τη­κε το ε­πε­τεια­κό 2011. Εκεί­νο, που θα μπο­ρού­σε να α­πο­φύ­γει ο συγ­γρα­φέ­ας, εί­ναι ‘‘τον γου­λια­νό κο­ντά στην α­κτή’’, έ­να α­πό τα ε­ντυ­πω­σια­κό­τε­ρα διη­γή­μα­τα του Γιώρ­γου Σκα­μπα­μπαρ­δώ­νη. Μπρο­στά του ω­χριά η ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­νη α­φή­γη­ση του τραυ­μα­τι­σμέ­νου πι­τσι­ρι­κά.
Γε­νι­κό­τε­ρα, τα δά­νεια α­πό την εγ­χώ­ρια πε­ζο­γρα­φία και μά­λι­στα, την πρό­σφα­τη, ό­σο δε­λε­α­στι­κά κι αν εμ­φα­νί­ζο­νται, δεί­χνουν α­πευ­κταία, κα­θώς ε­πι­φέ­ρουν συ­γκρί­σεις. Για πα­ρά­δειγ­μα, το δεύ­τε­ρο διή­γη­μα με ε­πιρ­ρη­μα­τι­κό τίτ­λο, το «Όπι­σθεν», πε­ρι­γρά­φει την πα­λιν­δρό­μη­ση ε­νός 33χρο­νου, πα­ντρε­μέ­νου με μω­ρό, σε μι­κρό­τε­ρες η­λι­κίες, την ε­φη­βι­κή, την παι­δι­κή, μέ­χρι ο­λι­κής ε­ξα­φά­νι­σης, που α­πο­δί­δε­ται α­φη­γη­μα­τι­κά με έ­να κο­μι­κί­στι­κο ‘‘πα­φ’’. Ηθε­λη­μέ­νη η α­πό­συρ­ση, κα­θώς λέει ό­τι αι­σθά­νε­ται ‘‘το μέλ­λον κλει­στό’’, μό­νο που η α­φή­γη­ση δεν κα­τορ­θώ­νει να δεί­ξει αυ­τό το α­διέ­ξο­δο. Το εύ­ρη­μα πα­ρα­πέ­μπει στο διή­γη­μα «Ο Δη­μη­τρά­κης» του Σπύ­ρου Γιαν­να­ρά α­πό τη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του «Ζωή χα­ρι­σά­με­νη», ό­που, ό­μως, η ψυ­χο­γρά­φη­ση του ή­ρωα και η σχέ­ση με τη μη­τέ­ρα του προ­ε­τοι­μά­ζουν για τη συμ­βο­λι­κή κα­τά­λη­ξη. Αλλά η ψυ­χο­γρά­φη­ση δεν εί­ναι α­πό τα δυ­να­τά ση­μεία του Πα­λα­βού. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα, έ­να άλ­λο διή­γη­μα, το «Λέ­να», ό­που έ­να ε­ρω­τευ­μέ­νο ζεύ­γος πα­ρά λί­γο να χω­ρί­σει, ό­ταν α­πο­κα­λύ­πτε­ται πως ο σύ­ζυ­γος α­πό ε­φη­βι­κής η­λι­κίας εύ­ρι­σκε τη με­γί­στη σε­ξουα­λι­κή ι­κα­νο­ποίη­ση αυ­να­νι­ζό­με­νος με τη φω­το­γρα­φία ε­νός φω­το­μο­ντέ­λου. Ού­τε στα λε­γό­με­να ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα οι σε­ξουα­λι­κές σχέ­σεις και οι τυ­χόν α­πο­κλί­σεις τους δεν πα­ρου­σιά­ζο­νται τό­σο α­πλου­στευ­μέ­νες. Πε­ρισ­σό­τε­ρο πει­στι­κές εί­ναι οι ε­ρω­τι­κές κα­τα­στά­σεις ε­ξάρ­τη­σης και πε­ρι­στα­σια­κού σεξ που πε­ρι­γρά­φο­νται στο διή­γη­μα «Μια α­νά­σα».
Εκτός α­πό τα δά­νεια και τις κρυ­πτο­μνη­σίες, υ­πάρ­χουν και οι ‘‘συ­νο­μι­λίες’’, α­φού οι δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές πα­ρα­μέ­νουν συ­γκε­χυ­μέ­νες. Και πά­λι δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, σε διη­γή­μα­τα πολ­λών συγ­γρα­φέων, ι­δίως πα­λαιό­τε­ρων, στις α­γρο­τι­κές δου­λειές, μια οι­κο­γέ­νεια ή μό­νο η μη­τέ­ρα έ­παιρ­ναν μα­ζί τους το μω­ρό και το ά­φη­ναν πα­ρα­δί­πλα μέ­σα σε αυ­το­σχέ­δια κού­νια. Ο δρα­μα­τι­κός θά­να­τος του βρέ­φους α­πό πει­να­σμέ­να σκυ­λιά στο διή­γη­μα, «Φώ­τα», του Πα­λα­βού θυ­μί­ζει το διή­γη­μα του Στά­θη Κο­ψα­χεί­λη «Η Μα­τσάγ­γος». Σε ε­κεί­νο πρό­κει­ται για κο­πά­δι κα­ρα­κά­ξες, τη δια­φο­ρά ό­μως την κά­νει ο α­φη­γη­μα­τι­κός τρό­πος. Οι νεό­τε­ροι σαν να α­δυ­να­τούν με τα λε­ξι­λο­γι­κά και συ­ντα­κτι­κά μέ­σα που δια­θέ­τουν να δη­μιουρ­γή­σουν α­τμό­σφαι­ρα. Χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι δεν τους α­πα­σχο­λεί η μορ­φή. Προ­φα­νώς ό­χι ό­σο η υ­πό­θε­ση και κυ­ρίως ό­χι ως συ­νάρ­τη­ση με το θέ­μα. Πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν ά­σκη­ση. Στη συλ­λο­γή του Πα­λα­βού, σε έ­να διή­γη­μα, το «Τι­μής έ­νε­κεν», ε­πι­λέ­γε­ται η μορ­φή προ­φο­ρι­κού μο­νο­λό­γου προς βου­βό α­πο­δέ­κτη, με ση­μείο στί­ξεως μό­νο το κόμ­μα.
Ένα πα­ρα­λή­σιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των νεό­τε­ρων α­φη­γή­σεων εί­ναι η α­πο­γύ­μνω­ση της α­φή­γη­σης α­πό το με­τα­φυ­σι­κό στοι­χείο, α­κό­μη κι ό­ταν αυ­τό εί­ναι α­να­γκαίο για να χω­νευ­τεί το φα­ντα­στι­κό στο ρε­α­λι­στι­κό πλαί­σιο, ό­πως στο διή­γη­μα «Στο δά­σος». Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Μπουλ­γκά­κοφ «Η καρ­διά ε­νός σκύ­λου», ό­πως και στο διή­γη­μα του Γιαν­να­ρά «Ο Φα­τσέ­ας», ο σκύ­λος με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε άν­θρω­πο, στου Πα­λα­βού, α­ντι­στρό­φως, ο άν­θρω­πος με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε σκύ­λο, χω­ρίς αλ­λη­γο­ρι­κή ή με­τα­φυ­σι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή προ­ε­τοι­μα­σία. Η ί­δια α­δυ­να­μία εμ­φα­νί­ζε­ται και στις α­φη­γή­σεις ο­νεί­ρων, ό­πως ε­κεί­νη που ο Πα­λα­βός α­πο­πει­ρά­ται στο «Ο Σα­ρά­ντος Ζουρ­γός δεν μπο­ρεί να το ε­ξη­γή­σει». Αντί μιας ελ­λει­πτι­κής και α­πο­σπα­σμα­τι­κής α­φή­γη­σης, ε­πι­στρα­τεύει α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους πα­ρα­μυ­θι­κούς ή και του κό­μι­κς. Ενώ ε­πι­φυ­λάσ­σει για την κα­τα­λη­κτι­κή έ­ξο­δο α­πό το ό­νει­ρο μια σκη­νή συ­γκι­νη­σια­κά φορ­τι­σμέ­νη. Πα­ρό­μοιες σκη­νές υ­πάρ­χουν και σε άλ­λα βιω­μα­τι­κά και κοι­νω­νι­κής κρι­τι­κής διη­γή­μα­τα, ό­πως το «Ο Γιώρ­γος βγαί­νει στη σύ­ντα­ξη», «Νί­κος Τσού­μπας», «Φα­γη­τό».
Το συ­γκι­νη­τι­κό­τε­ρο διή­γη­μα για τη φι­λό­ζωη ε­πο­χή μας εί­ναι το «Μα­ρία», με το ο­ποίο κλεί­νει η συλ­λο­γή. Σε αυ­τό πρω­τα­γω­νι­στεί έ­να γου­ρου­νά­κι, με μά­τια ε­μπνευ­σμέ­να α­πό «Το κα­πλά­νι της βι­τρί­νας» της Άλκης Ζέη, ‘‘το έ­να μαύ­ρο το άλ­λο γα­λά­ζιο’’, το ο­ποίο ε­ξαν­θρω­πί­ζε­ται, κα­θώς πε­ρι­μέ­νει τη σφα­γή του δέ­σμιο σε υ­περ­σύγ­χρο­νο χοι­ρο­τρο­φείο, ό­που η θα­νά­τω­ση γί­νε­ται με η­λεκ­τρι­κό ρεύ­μα και ό­χι με μά­χαι­ρα. Κά­τι σαν η­λεκ­τρι­κή κα­ρέ­κλα α­ντί της καρ­μα­νιό­λας, αλ­λά ό­χι για αν­θρω­πι­στι­κούς λό­γους, α­φού πρό­κει­ται για ζώο και δη, χοί­ρο, αλ­λά για την υ­γιει­νή δια­τρο­φή ό­σων δεν μπο­ρούν να στε­ρη­θούν το γου­ρου­νό­που­λο. Σε α­ντί­στι­ξη, το βι­βλίο α­νοί­γει με έ­να α­πό τα ευ­ρη­μα­τι­κό­τε­ρα ‘‘48 Ελλη­νι­κά Μπον­ζάϊ’’, που δη­μο­σιεύ­τη­καν στο α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού «Πλα­νό­διον». Και μά­λι­στα, στο­χα­στι­κής διά­θε­σης, κα­θώς υ­πο­τον­θο­ρύ­ζει το Μα­ταιό­της Μα­ταιο­τή­των. Κα­τά τα άλ­λα, βρί­σκου­με και στις ι­στο­ρίες του Πα­λα­βού την προ­φο­ρι­κό­τη­τα και τον μι­κρο­πε­ρίο­δο λό­γο, που α­πο­τε­λεί τον κυ­ρίως τρό­πο έκ­φρα­σης αυ­τής της ο­μά­δας συγ­γρα­φέων. Και η δι­κή του α­φή­γη­ση πα­ρου­σιά­ζει α­δυ­να­μία στην ει­κο­νο­πλα­σία και έ­φε­ση στις πα­ρο­μοιώ­σεις, που δεί­χνουν συ­νή­θως το χιού­μορ του συγ­γρα­φέα. Του Πα­λα­βού έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση ό­τι πα­ρα­πέ­μπει στα κό­μι­κς. Επει­δή δεν έ­χου­με σε αυ­τά και με­γά­λη α­να­γνω­στι­κή ε­μπει­ρία, εν­δει­κτι­κά α­ντι­γρά­φου­με δυο: ‘‘Το μω­ρό ή­ταν ή­συ­χο σαν αρ­νά­κι στο φούρ­νο’’. ‘‘Ο Σάβ­βας ά­φη­σε τη γυ­ναί­κα και γυ­μνός, μ’ έ­ναν πού­τσο σα μαρ­κα­δό­ρο με κόκ­κι­νο κα­πά­κι, έ­πια­σε να κυ­νη­γά­ει το σκυ­λί’’.


Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 15/9/2013.

Το ελάχιστο της δόξας

$
0
0


Σκη­νή α­πό το «Ιωάν­νης Γα­βριήλ Μπόρ­κμαν».
Ο Νί­κος Πα­ρα­σκευάς (α­ρι­στε­ρά) στο ρό­λο του Βί­λελμ Φόλ­νταλ
και ο Αι­μί­λιος Βεά­κης (δε­ξιά) στο ρό­λο του Μπόρ­κμαν,
κα­τά το πρώ­το α­νέ­βα­σμα του ι­ψε­νι­κού έρ­γου, το 1933
(Φωτ. Τά­σου Με­λε­τό­που­λου, Φω­το­γρα­φι­κό Αρχείο Εθνι­κού Θεά­τρου).



Βαγ­γέ­λης Χατ­ζη­γιαν­νί­δης
«Το ε­λά­χι­στο ί­χνος»
Εκδό­σεις Το Ρο­δα­κιό
Απρί­λιος 2013 

Η Αμε­ρι­κα­νί­δα Έντιθ Γουέ­μπστερ ή­ταν μια δη­μο­φι­λής η­θο­ποιός, που υ­πέ­στη καρ­δια­κή προ­σβο­λή στην τε­λευ­ταία κο­ρώ­να του ά­σμα­τος που τρα­γου­δού­σε ως μέ­ρος μιας πα­ρά­στα­σης σε θέ­α­τρο της Βαλ­τι­μό­ρης. Εξέ­πνευ­σε τη στιγ­μή α­κρι­βώς που ο ρό­λος την ή­θε­λε να σω­ριά­ζε­ται ε­πί σκη­νής. Η Γουέμπστερ δεν δια­σώ­θη­κε της λή­θης χά­ρις σε ε­κεί­νο το τε­λευ­ταίο τρα­γού­δι, πα­ρό­τι ε­πρό­κει­το για έ­να πο­λύ γνω­στό κομ­μά­τι τζα­ζ, που έ­μει­νε με άλ­λες φω­νές. Ού­τε χά­ρις σε ε­κεί­νη την πα­ρά­στα­ση, πα­ρό­τι ή­ταν έ­να δη­μο­φι­λές μιού­ζι­κα­λ, που παι­ζό­ταν ε­πί ο­χτώ χρό­νια, βα­σι­σμέ­νο στο βι­κτω­ρια­νό με­λό­δρα­μα «Ο μέ­θυ­σος» του Ουίλ­λιαμ Σμι­θ, που εί­χε γνω­ρί­σει με­γά­λη ε­πι­τυ­χία την ε­πο­χή της πο­το­α­πα­γό­ρευ­σης. Μό­νο λό­γω της σύ­μπτω­σης να “ζή­σει το θά­να­το του ρό­λου της”, το ό­νο­μά της κα­τα­γρά­φτη­κε στα μι­κρά και πε­ρίερ­γα της Ιστο­ρίας του θεά­τρου. Ενώ, έ­μελ­λε χά­ρις σε έ­ναν έλ­λη­να συγ­γρα­φέα με θε­α­τρι­κή κουλ­τού­ρα να τρο­φο­δο­τή­σει με μια ε­ντυ­πω­σια­κή κα­τά­λη­ξη έ­να, έ­τσι κι αλ­λιώς, εν­δια­φέ­ρον μυ­θι­στό­ρη­μα. Ακό­μη, ό­μως, κι αν δεν εί­χε πο­τέ κα­τα­γρα­φεί έ­νας πα­ρό­μοιος θά­να­τος, ο Βαγ­γέ­λης Χατ­ζη­γιαν­νί­δης θα τον εί­χε ε­πι­νοή­σει, κα­θώς α­πό πρώ­της εμ­φα­νί­σεώς του ε­πέ­δει­ξε τη γό­νι­μη και συν­δυα­στι­κή φα­ντα­σία ως έ­να α­πό τα α­τού που διέ­θε­τε.
Στα 72 της η Γουέ­μπστερ το 1986, ή­ταν μια πα­λαί­μα­χος η­θο­ποιός, που, σί­γου­ρα, α­ντί της υ­στε­ρο­φη­μίας που ε­ξα­σφά­λι­σε με το θά­να­τό της, θα προ­τι­μού­σε να μα­κρο­η­με­ρεύ­σει. Σε α­ντί­θε­ση με τον 43χρο­νο ή­ρωα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που, σαν άλ­λος Φά­ου­στ, θα έ­δι­νε και την ψυ­χή του για την α­να­γνώ­ρι­ση. Ηθο­ποιός δια­φο­ρε­τι­κής στό­φας, ε­πέ­λε­ξε για την ε­θε­λού­σια στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση και ό­χι συ­μπτω­μα­τι­κή έ­ξο­δο, έ­ναν ρό­λο του κλα­σι­κού ρε­περ­το­ρίου, τον Ιωάν­νη Γα­βριήλ Μπόρ­κμαν του Ίψεν. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, δεν α­νε­βαί­νει α­κέ­ραιο το έρ­γο, πα­ρά μό­νο η τε­λευ­ταία σκη­νή “στη χιο­νι­σμέ­νη ε­ξο­χή” ως μέ­ρος μιας πα­ρά­στα­σης, που, α­ντι­γρά­φο­ντας την τρέ­χου­σα μό­δα του ποτ­που­ρί, α­πο­τε­λεί­ται α­πό τέσ­σε­ρις πα­ρό­μοιες σκη­νές δια­φο­ρε­τι­κών έρ­γων. Ο πρώ­τος Μπόρ­κμαν του ελ­λη­νι­κού θεά­τρου εί­ναι ο Αι­μί­λιος Βεά­κης, στου ο­ποίου τη Σχο­λή φοί­τη­σε ο συγ­γρα­φέ­ας, ε­νώ δεν προσ­διο­ρί­ζει την ι­διω­τι­κή α­θη­ναϊκή Σχο­λή, που πα­ρα­κο­λού­θη­σε ο ή­ρωάς του. Το 1998 α­νε­βαί­νει η πα­ρά­στα­ση στο μυ­θι­στό­ρη­μα και τη σκη­νο­θε­σία την α­να­λαμ­βά­νει ο πρω­τα­γω­νι­στής, α­κο­λου­θώ­ντας το πα­ρά­δειγ­μα του Αλέ­ξη Μι­νω­τή, του δεύ­τε­ρου με­γά­λου στον ι­ψε­νι­κό ρό­λο, κα­τά το ε­πε­τεια­κό α­νέ­βα­σμα του 1976 για τα ο­γδο­ντά­χρο­να α­πό τη συγ­γρα­φή του έρ­γου. 

Ως η­θο­ποιοί...

Αυ­τά ως πα­ρελ­κό­με­να της α­νά­γνω­σης, α­φού, συ­μπτω­μα­τι­κά, η έκ­δο­ση γί­νε­ται 80 χρό­νια με­τά το πρώ­το ελ­λη­νι­κό α­νέ­βα­σμα του έρ­γου και ε­νώ ε­πί­κει­ται ε­πε­τεια­κό α­νέ­βα­σμα, με Μπόρ­κμαν έ­ναν ο­μή­λι­κο του ή­ρωα η­θο­ποιό, τον Γιώρ­γο Κι­μού­λη. Αυ­τός, πα­ρό­τι το ί­διο φι­λό­δο­ξος με τον ή­ρωα, δεν α­πο­τολ­μά να συ­γκρι­θεί σκη­νο­θε­τι­κά με τους πρώ­τους δι­δά­ξα­ντες. Εμπι­στεύε­ται ως κα­θο­δη­γη­τή στο χτί­σι­μο του ρό­λου τον Στα­μά­τη Φα­σου­λή. Όσο α­φο­ρά το θέ­μα της γλώσ­σας, στο μυ­θι­στό­ρη­μα, ο ή­ρωας αρ­θρώ­νει τον ι­ψε­νι­κό λό­γο στα ελ­λη­νι­κά του Παύ­λου Μά­τε­σι, που εί­χε ε­πι­λέ­ξει ο Μι­νω­τής, ενώ η με­τά­φρα­ση της πρώ­της πα­ρά­στα­σης ήταν του με­γα­λύ­τε­ρου α­δελ­φού του τό­τε σκη­νο­θέ­τη Φώ­του Πο­λί­τη, του Γιώρ­γου. Ο Κι­μού­λης προ­τί­μη­σε μια νέα με­τά­φρα­ση α­πό τον σκη­νο­θέ­τη του α­ντί ε­νός φό­ρου τι­μής στον πρό­σφα­τα α­πο­θα­νό­ντα (20.1.2013) Μά­τε­σι, συ­μπτω­μα­τι­κά στα 80 του.
Ως η­θο­ποιοί ξε­κί­νη­σαν οι Μά­τε­σις και Χατ­ζη­γιαν­νί­δης, αλ­λά αμ­φό­τε­ροι ε­γκα­τέ­λει­ψαν γρή­γο­ρα τη σκη­νή. Κο­ντά εί­κο­σι χρό­νια θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας ο πρώ­τος και με­τά μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος, α­ντι­στρό­φως, ο δεύ­τε­ρος, πρώ­τα μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και με­τά, ε­ναλ­λάξ και θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας. Όπως και να έ­χει, ο Μά­τε­σις δεν πρό­λα­βε να γρά­ψει μυ­θι­στό­ρη­μα για το χώ­ρο του θεά­τρου ού­τε να πλά­σει τον χα­ρα­κτή­ρα ε­νός η­θο­ποιού. Ο λί­γο νεό­τε­ρός του Μά­νος Ελευ­θε­ρίου, ποιη­τής και λά­τρης του θεά­τρου, έ­γρα­ψε δυο, αλ­λά δε­σμευό­με­νος α­πό τους χα­ρα­κτή­ρες των η­θο­ποιών στους ο­ποίους α­να­φε­ρό­ταν, την Ευαγ­γε­λία Πα­ρα­σκευο­πού­λου και την Ελέ­νη Πα­πα­δά­κη, που ή­ταν η πρώ­τη Έλλα δί­πλα στον Βεά­κη, “η μοι­ραία γυ­ναί­κα” στη ζωή του Μπόρ­κμαν, α­ντί­ζη­λος της κυ­ρίας Γκούν­χιλ­ντ Μπόρ­κμαν, που έ­παι­ζε η Κα­τί­να Πα­ξι­νού. Κά­πως έ­τσι έ­λα­χε στον Χατ­ζη­γιαν­νί­δη να γρά­ψει το θε­α­τρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα και να πλά­σει το χα­ρα­κτή­ρα ε­νός η­θο­ποιού. Μέ­σα α­πό την ι­διό­μορ­φη ψυ­χο­σύ­στα­ση του ή­ρωά του, κα­τόρ­θω­σε να δεί­ξει την α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στο ‘‘Ηθο­ποιός ση­μαί­νει φως’’, και στο ‘‘Ηθο­ποιός, ό,τι κι αν πεις/ εί­ναι κα­η­μός πο­λύ πι­κρός/ και στε­ναγ­μός πο­λύ βα­θύς’’, για να θυ­μη­θού­με και τους στί­χους του Χατ­ζι­δά­κι, ό­πως εί­χαν α­κου­στεί προ γεν­νή­σεως του συγ­γρα­φέα, Ιούν. 1962, α­πό τη βρα­χνή φω­νή του Χορν, που α­πο­χαι­ρέ­τη­σε το θέ­α­τρο με τον ι­ψε­νι­κό Αρχι­μά­στο­ρα Σόλ­νες, πριν 30 χρό­νια. 

Πε­ρί υ­στε­ρο­φη­μίας

Ήδη, ο τίτ­λος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χατ­ζη­γιαν­νί­δη κά­νει νύ­ξη στον προ­βλη­μα­τι­σμό, που θα μπο­ρού­σε να γεν­νή­σει έ­ναν πα­ρό­μοιο ή­ρωα. Πό­σοι άν­θρω­ποι ευ­τυ­χούν να πε­ρά­σουν στην Ιστο­ρία; Το μέ­γα πλή­θος, με­ρι­κά χρό­νια με­τά θά­να­το, δια­γρά­φε­ται α­πό κά­θε μορ­φής μνή­μη. Λι­γο­στοί εί­ναι ε­κεί­νοι που α­φή­νουν έ­να ί­χνος, μια α­να­φο­ρά δυο τριών σει­ρών, συ­χνό­τε­ρα με­ρι­κών λέ­ξεων. Κά­πως πε­ρισ­σό­τε­ροι α­φή­νουν “το ε­λά­χι­στο ί­χνος” του ο­νό­μα­τός τους. Ιδιαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση συ­νι­στούν οι άν­θρω­ποι των γραμ­μά­των και των τε­χνών. Οι τα­λα­ντού­χοι προ­βάλ­λο­νται εν ζωή, με ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νη μια κά­ποια υ­στε­ρο­φη­μία. Ενώ, οι α­τά­λα­ντοι μέ­νουν ε­σα­εί στη θέ­ση του κο­μπάρ­σου, ε­κτός κι αν δια­θέ­τουν μέ­σο για την α­νέ­λι­ξή τους, ό­πως ο ή­ρωας σε κά­ποια φά­ση της ζωής του, χά­ρις στο ο­ποίο α­πέ­κτη­σε δι­κό του θέ­α­τρο, ό­που και μπο­ρού­σε να ε­πι­λέ­ξει για τον ε­αυ­τό του έ­ναν ρό­λο σαν του Μπόρ­κμαν. Με­τά θά­να­το πά­ντως οι κο­μπάρ­σοι δια­γρά­φο­νται μα­ζί με τους λοι­πούς α­σή­μα­ντους, ε­κτός κι αν συμ­βεί κά­τι το ε­ξαι­ρε­τι­κό, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση της Γουέ­μπστερ ή και του ή­ρωα, που ε­ξα­γό­ρα­σε το ε­λά­χι­στο της δό­ξας με τον ι­διό­τυ­πο τρό­πο του αυ­το­χει­ρια­σμού του.         
Όλοι, ό­μως, οι άν­θρω­ποι δεν α­ξιο­λο­γούν στον ί­διο βαθ­μό τη δό­ξα, ού­τε νοιά­ζο­νται για την υ­στε­ρο­φη­μία τους. Υπάρ­χουν οι ευ­τυ­χείς, που αι­σθά­νο­νται αρ­κού­ντως αυ­τάρ­κεις, ώ­στε να ευ­δαι­μο­νούν και χω­ρίς τον έ­παι­νο του Άλλου. Αυ­τό εί­ναι θέ­μα χα­ρα­κτή­ρα και των συν­θη­κών υ­πό τις ο­ποίες δια­πλά­στη­κε η προ­σω­πι­κό­τη­τα κά­ποιου. Τα λε­γό­με­να σύν­δρο­μα α­πόρ­ρι­ψης και α­πο­κλει­σμού εί­ναι ε­κεί­να που δη­μιουρ­γούν α­δή­ρι­τη α­νά­γκη για διά­κρι­ση. Δεν εν­δια­φέ­ρει σε ποιον το­μέα, αρ­κεί να γί­νο­νται το ε­πί­κε­ντρο της προ­σο­χής. “Όταν γρά­φουν για σέ­να, έ­στω και αρ­νη­τι­κά, ση­μαί­νει πως εί­σαι κά­ποιος”, σκέ­φτε­ται ο ή­ρωας την ε­πο­χή που εί­ναι θια­σάρ­χης και α­πο­λαμ­βά­νει την κο­λα­κεία “των α­πο­κά­τω”, ε­νώ δι­καιο­λο­γεί την τυ­χόν πε­ρι­φρο­νη­τι­κή στά­ση “των α­πο­πά­νω”, κα­θώς έ­χει πια α­πο­δε­χθεί “την κλί­μα­κα ε­ξου­σίας” ως ι­σχυ­ρό­τε­ρη της α­ξιο­κρα­τι­κής. Σε αυ­τήν την πραγ­μα­τί­στι­κη α­ντί­λη­ψη έ­χει κα­τα­λή­ξει, α­φού κα­τέ­βα­λε πο­λυε­τείς και ε­πί­μο­νες προ­σπά­θειες να δια­πρέ­ψει σε κά­τι, ο­τι­δή­πο­τε, α­πό τη μου­σι­κή μέ­χρι το θέ­α­τρο και α­πό το πιά­νο μέ­χρι τη σκη­νο­θε­σία, για να α­να­κα­λύ­ψει τε­λι­κά ό­τι μπο­ρεί σε ό,τι κα­τα­πια­στεί να έ­χει μια ι­κα­νο­ποιη­τι­κή α­πό­δο­ση, αλ­λά σε κα­νέ­ναν το­μέα δεν θα έ­χει “την αύ­ρα του χα­ρι­σμα­τι­κού”. 

Τα­λα­ντού­χος - α­τά­λα­ντος

Στο θε­α­τρι­κό μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ο συγ­γρα­φέ­ας ζω­ντα­νεύει μια τά­ξη Δρα­μα­τι­κής Σχο­λής και στη συ­νέ­χεια, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τον ή­ρωά του, σκια­γρα­φεί την α­τμό­σφαι­ρα στο ε­λεύ­θε­ρο θέ­α­τρο, τις α­ντι­ζη­λίες, το ρό­λο της κρι­τι­κής και τον κα­θο­ρι­στι­κό ε­νός χο­ρη­γού. Με τη βοή­θεια του πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή που υιο­θε­τεί και τους δια­λό­γους, προ­σεγ­γί­ζει την έν­νοια του τα­λέ­ντου και το με­τέω­ρο ε­ρώ­τη­μα, “πά­θος για σκλη­ρή δου­λειά” ή προί­κι­σμα της φύ­σης. Μέ­σα α­πό την πλο­κή, ει­σχω­ρεί βα­θύ­τε­ρα α­πό αυ­τό το μα­νι­χαϊστι­κό ε­ρώ­τη­μα. “Όταν το μυα­λό δου­λεύει υ­περ­βο­λι­κά”, το σώ­μα δεν λύ­νε­ται. Και α­κό­μη βα­θύ­τε­ρα, “στο ε­σώ­τε­ρο ε­κεί­νο μά­τι που κρί­νει και α­να­λύει”, στη συ­μπαι­γνία του υ­πε­ρε­γώ των γο­νεϊκών ε­πι­τα­γών και το ερ­πε­τι­κό κομ­μά­τι του ε­γκε­φά­λου, που ε­λέγ­χει το αυ­τό­νο­μο νευ­ρι­κό σύ­στη­μα και το ο­ποίο έ­νας α­σκη­μέ­νος η­θο­ποιός ε­νερ­γο­ποιεί για να φθά­σει την ε­σω­τε­ρι­κή πει­θαρ­χία στο έ­σχα­το ση­μείο ε­λέγ­χου, ε­κεί­νο της πα­ρέμ­βα­σης στη λει­τουρ­γία του καρ­δια­κού μυ.
Στο θε­α­τρι­κό μέ­ρος, ε­κτός α­πό το δί­πο­λο τα­λα­ντού­χου α­τά­λα­ντου η­θο­ποιού και τον κα­θη­γη­τή υ­πο­κρι­τι­κής, έ­ναν “κο­ντο­στού­πι­κο βε­τε­ρά­νο του Εθνι­κού Θεά­τρου”, δια­κρί­νε­ται σε ρό­λο κλει­δί έ­νας α­κό­μη ή­ρωας, ο γραμ­μα­τέ­ας της Σχο­λής. Πρό­κει­ται για έ­ναν α­ντι­συμ­βα­τι­κό τύ­πο, α­πο­τυ­χη­μέ­νο η­θο­ποιό, που α­να­πτύσ­σει εν­δια­φέ­ρου­σες α­πό­ψεις γύ­ρω α­πό το θέ­α­τρο και τη σχέ­ση η­θο­ποιού και κοι­νού. Με αυ­τόν α­νοί­γει και με αυ­τόν κλεί­νει το βι­βλίο. Υπάρ­χουν, ω­στό­σο, κά­ποιες α­ντι­φά­σεις α­νά­με­σα σε ό­σα λέ­γο­νται γι’ αυ­τόν, ό­πως ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός “α­γα­θός γί­γας”, και την προ­σω­πι­κό­τη­τα που δεί­χνουν τα λό­για και οι πρά­ξεις του. Σύμ­φω­να με το μό­το του βι­βλίου, ό­λοι οι ή­ρωες εί­ναι φα­ντα­στι­κοί, πλην ε­νός, που εί­ναι ο ί­διος ο συγ­γρα­φέ­ας στο ρό­λο ε­νός νέ­ου η­θο­ποιού. Ση­μα­ντι­κό­τε­ροι, ό­μως, σε έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, α­πό το γρή­γο­ρο πέ­ρα­σμα που κά­νει αυ­το­προ­σώ­πως ο συγ­γρα­φέ­ας, α­πο­βαί­νουν οι άν­θρω­ποι που στά­θη­καν η μα­γιά στο πλά­σι­μο κά­ποιων η­ρώων.

Η δο­μή

Το πώς δια­πλά­στη­κε έ­νας πα­ρό­μοιος ή­ρωας σκια­γρα­φεί­ται σε έ­να δεύ­τε­ρο μέ­ρος του βι­βλίου, που ε­κτυ­λίσ­σε­ται ε­κτός θεά­τρου. Αυ­τό το ε­ξω­θε­α­τρι­κό μέ­ρος, που φλερ­τά­ρει με το ρο­μά­ντσο, πι­θα­νώς και να α­πο­δυ­να­μώ­νει την ψυ­χο­γρα­φι­κή διά­στα­ση του θε­α­τρι­κού. Μια πα­ρό­μοια α­δυ­να­μία, ό­μως, εί­ναι α­πό τα συ­μπα­ρο­μαρ­τού­ντα της αι­σθη­τι­κής που α­κο­λου­θεί η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή δο­μή. Ανα­λυ­τι­κό­τε­ρα, το μυ­θι­στό­ρη­μα χω­ρί­ζε­ται σε 39 κε­φά­λαια, κα­τα­νε­μη­μέ­να σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες, ό­που ο τίτ­λος των κε­φα­λαίων της κά­θε ε­νό­τη­τας εί­ναι κοι­νός, συ­νο­δευό­με­νος α­πό αύ­ξο­ντα α­ριθ­μό και το έ­τος στο ο­ποίο έ­κα­στο ε­στιά­ζει: Πρώ­τη ε­νό­τη­τα, «Τέ­χνες και καλ­λι­τέ­χνες», 10 κε­φά­λαια. Δεύ­τε­ρη, «Φι­λίες και έ­χθρες», 2. Τρί­τη, «Οι­κο­γέ­νειες», 21 (το 22 εί­ναι τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος). Τέ­ταρ­τη, «Έρω­τες και η­δο­νές», 5. Τα δυο πρώ­τα, μα­ζί με το τε­λευ­ταίο κε­φά­λαιο του ε­πί σκη­νής θα­νά­του και της κη­δείας, συ­νι­στούν το θε­α­τρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα. Τα δυο άλ­λα, α­να­συ­σταί­νουν τον προ­γε­νέ­στε­ρο βίο του ή­ρωα, μέ­χρι τα 31 του, ο­πό­τε γρά­φτη­κε στη Σχο­λή, κα­θώς και την ε­ρω­τι­κή του ζωή στα υ­πο­λει­πό­με­να δώ­δε­κα χρό­νια μέ­χρι το θά­να­τό του. Τα κε­φά­λαια α­πό τις δια­φο­ρε­τι­κές ε­νό­τη­τες ε­ναλ­λάσ­σο­νται, α­πο­κα­θι­στώ­ντας χα­λα­ρή  μυ­θο­πλα­στι­κή σύν­δε­ση. 
Το βά­θος χρό­νου αυ­τού του σαν ρο­μά­ντσου μέ­ρους δεν εί­ναι το έ­τος γεν­νή­σεως του ή­ρωα αλ­λά η δε­κα­ε­τία του ’20 και η Κα­το­χή, κα­θώς βα­ραί­νουν τα πά­θη των προ­σώ­πων που συ­νέ­βα­λαν στην κα­κή μοί­ρα του, μια και εί­χε τη δι­πλή α­τυ­χία να εί­ναι και νό­θο και κλεμ­μέ­νο παι­δί. Κα­μιά, ό­μως, σχέ­ση με το εύ­ρη­μα της α­νταλ­λα­γής βρε­φών που α­πα­ντά­ται σε ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και σί­ριαλ. Η ι­στο­ρία του ή­ρωα θυ­μί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο «Το κλεμ­μέ­νο παι­δί» του Κηθ Ντό­να­χιου, κα­θώς στην αλ­λα­γή γο­νιών α­να­κα­τώ­νο­νται δυ­νά­μεις του κα­κού. Στο πα­ρα­μύ­θι του Ντό­να­χιου, έ­να φυ­σιο­λο­γι­κό παι­δί παίρ­νει τη θέ­ση ε­νός ξω­τι­κού, ε­δώ, ε­νός χω­λού παι­διού, γέν­νη­μα ε­νός ζευ­γα­ριού, που κα­τέ­φυ­γε σε μαγ­γα­νείες για να τε­κνο­ποιή­σει. Πα­λαιό­τε­ρα πί­στευαν πως τα σα­τα­νι­κά τε­χνά­σμα­τα τι­μω­ρού­νται με τη γέν­να άρ­ρω­στων παι­διών. Μια πα­ρό­μοια διή­γη­ση, το­πο­θε­τη­μέ­νη στα τέ­λη του 19ου αιώ­να, υ­πάρ­χει στο «Ημε­ρο­λό­γιο 1836-2011» του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού. Η α­φή­γη­ση υ­πο­βάλ­λει την αί­σθη­ση, ό­τι τον πα­τέ­ρα του χω­λού παι­διού, που με το βρέ­φος α­γκα­λιά, α­να­ζη­τεί στη νυ­χτε­ρι­νή Αθή­να τον Καιά­δα για να α­παλ­λα­γεί, τον ο­δη­γούν υ­περ­φυ­σι­κές δυ­νά­μεις μέ­χρι την κού­νια του νό­θου, ό­που προ­τι­μά, α­ντί της σχε­δια­ζό­με­νης εν­δο­μύ­χως θα­νά­τω­σης την κλο­πή. 
Εί­ναι εν­δια­φέ­ρου­σα η με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κη ε­πί­νοια με την ο­ποία υ­πο­νο­μεύο­νται οι η­θο­γρα­φι­κές συμ­βά­σεις. Το νό­θο εί­ναι παι­δί γιου βιο­μη­χά­νου με την τρο­φό του. Δεν πρό­κει­ται, ό­μως, για έ­να με­λο­δρα­μα­τι­κό σμί­ξι­μο, αλ­λά για το βίαιο ξε­παρ­θέ­νε­μα του έ­φη­βου α­πό την ι­κα­ριώ­τισ­σα πα­ρα­μά­να, που παίρ­νει εκ­δί­κη­ση για ό­σα δει­νά έ­χει τρα­βή­ξει α­πό το κα­κο­μα­θη­μέ­νο πλου­σιό­παι­δο. Δυ­να­μι­κός χα­ρα­κτή­ρας η νη­σιώ­τισ­σα, ό­πως και ο πα­τέ­ρας του χω­λού παι­διού, που πλη­ρώ­νει τις α­μαρ­τίες του. Στα κε­φά­λαια που ε­στιά­ζουν στα δει­νά του πα­τέ­ρα, πε­ρι­γρά­φο­νται η πα­γα­νι­στι­κή σχέ­ση που α­να­πτύσ­σει με τη φύ­ση, το νο­ε­ρό κα­νό­νι­σμα των λο­γα­ρια­σμών του με το Θεό και τα ε­νύ­πνια του πει­ρα­σμού που τον τα­ράσ­σουν. Αντί, ό­μως, για α­σκη­τι­κή ζωή, αυ­το­τι­μω­ρεί­ται νυμ­φευό­με­νος μια πόρ­νη. Ένας άλ­λος χα­ρα­κτή­ρας με με­τα­φυ­σι­κή αύ­ρα εί­ναι ε­κεί­νος της γυ­ναί­κας, που βοή­θη­σε με τις σο­λο­μω­νι­κές της το ά­τε­κνο ζευ­γά­ρι στην α­πό­κτη­ση παι­διού. Μια, μέ­χρι τέ­λους του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, μυ­στη­ριώ­δης γυ­ναί­κα, που ό­λοι την θεω­ρούν μά­γισ­σα και κά­που συγ­γε­νεύει με τις σκο­τει­νές η­ρωί­δες της Ζυ­ράν­νας Ζα­τέ­λη. Αντι­στρέ­φο­ντας τα η­θο­γρα­φι­κά πρό­τυ­πα, η μά­γισ­σα εί­ναι μια γο­η­τευ­τι­κή γυ­ναί­κα, ε­νώ η α­γα­πη­μέ­νη του ή­ρωα τέ­ρας δυ­σμορ­φίας. Η έλ­ξη, που του α­σκεί, θα μπο­ρού­σε να ερ­μη­νευ­θεί φροϋδι­κά με βά­ση την α­να­σφά­λεια του ή­ρωα, που έ­χει α­νά­γκη τον θαυ­μα­σμό των άλ­λων. Ο συγ­γρα­φέ­ας, ό­μως, ε­πι­μέ­νει στην ο­μορ­φιά της α­σχή­μιας, ό­πως την α­να­δει­κνύει ο Ου­μπέρ­το Έκο στη με­λέ­τη του, σαν τη γο­η­τεία που α­σκεί η πα­ρα­βία­ση κά­θε κλα­σι­κού κα­νό­να συμ­με­τρίας. 
Ως το πιο εν­δια­φέ­ρον στοι­χείο του και­νού­ριου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Χατ­ζη­γιαν­νί­δη μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί ο α­ντι­κα­το­πτρι­σμός της τέ­χνης του η­θο­ποιού στη λο­γο­τε­χνία. Ο συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει α­φη­γη­μα­τι­κά τον χα­ρα­κτή­ρα ε­νός η­θο­ποιού, δί­νο­ντας έμ­φα­ση στη φι­λο­δο­ξία του ή­ρωά του να χτί­σει έ­ναν θε­α­τρι­κό ρό­λο. 

Μ.Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 22/9/2013.

Χά­σμα γε­νεώ­ν

$
0
0

















Ξε­νό­γλωσ­ση α­ντι­δι­κτα­το­ρι­κή
α­φί­σα του ε­ξω­τε­ρι­κού.


 Βα­σι­λι­κή Ηλιο­πού­λου
«Η ά­σκη­ση του Ροτ»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Απρί­λιος 2013

Στις πρώ­τες η­μέ­ρες του κα­λο­και­ριού του 1956, με­τά τις ε­κλο­γές της 19ης Φε­βρουα­ρίου, στις ο­ποίες η Δη­μο­κρα­τι­κή Ένω­ση παίρ­νει σε ψή­φους 48.15%  έ­να­ντι 47.38% της Ε­ΡΕ αλ­λά 132 έ­δρες έ­να­ντι 165, και στον α­πό­η­χο των μα­γιά­τι­κων συλ­λα­λη­τη­ρίων στην Αθή­να για τον α­παγ­χο­νι­σμό των Κα­ρα­ο­λή και Δη­μη­τρίου α­πό τους Βρε­τα­νούς στην Κύ­προ, το­πο­θε­τεί η Βα­σι­λι­κή Ηλιο­πού­λου το πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μά της, με τίτ­λο «Σμιθ», που κυ­κλο­φό­ρη­σε Οκτώ­βριο 2009. Τις τε­λευ­ταίες η­μέ­ρες του Ιου­νίου του 2011, με­τά το μνη­μό­νιο και την οι­κο­νο­μι­κή ύ­φε­ση, με τα κι­νή­μα­τα των πο­λι­τών και τις μα­ζι­κές δια­δη­λώ­σεις, ε­πι­λέ­γει για το χρό­νο δρά­σης στο δεύ­τε­ρο, και πά­λι με έ­να ξε­νό­γλωσ­σο ό­νο­μα στον τίτ­λο, που κυ­κλο­φό­ρη­σε Απρί­λιο 2013. Και στα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, μό­νο σπο­ρα­δι­κές α­να­φο­ρές γί­νο­νται στην ε­κά­στο­τε κρί­σι­μη πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή συ­γκυ­ρία, σαν φό­ντο στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της α­θη­ναϊκής κοι­νω­νίας, την ο­ποία η συγ­γρα­φέ­ας ζω­ντα­νεύει με τον τρό­πο που θα σκη­νο­θε­τού­σε μια α­ντί­στοι­χη ται­νία. Στη­ρί­ζε­ται στη γρή­γο­ρη ε­ναλ­λα­γή πλά­νων και το ζου­μά­ρι­σμα σε σκη­νές, που, με την πολ­λα­πλή ε­πα­νά­λη­ψή τους σε η­θο­γρα­φι­κές και νε­ο­η­θο­γρα­φι­κές διη­γή­σεις, έ­χουν κα­τα­στεί σή­μα κα­τα­τε­θέν ο­ρι­σμέ­νης χρο­νι­κής πε­ριό­δου. Πα­ρά­δειγ­μα, στο πρώ­το, το 1956, ο χω­ρο­φύ­λα­κας και η κλή­ση του Αρι­στε­ρού στο Τμή­μα για προ­σω­πι­κή του υ­πό­θε­ση. Στο δεύ­τε­ρο, το 2011, τις σκη­νές των Αγα­να­κτι­σμέ­νων να πλη­θαί­νουν στην πλα­τεία Συ­ντάγ­μα­τος.  
Και στα δυο βι­βλία, η α­τμό­σφαι­ρα μυ­στη­ρίου και το σα­σπέ­νς που δη­μιουρ­γεί­ται προο­δευ­τι­κά ο­φεί­λε­ται σε πρό­σω­πα με δρά­ση στο πρώ­το και το δεύ­τε­ρο Αντάρ­τι­κο, που υ­πέ­στη­σαν φυ­λα­κί­σεις και ε­ξο­ρίες. Μό­νο που στο πρώ­το μυ­θι­στό­ρη­μα, ο Μα­κρο­νη­σιώ­της και ο πα­ρά­νο­μος εί­ναι α­κό­μη ζώ­ντες, ε­νώ, στο πρό­σφα­το, 55 χρό­νια με­τά, ο πο­λι­τι­κός πρό­σφυ­γας στη Ρου­μα­νία έ­χει πε­θά­νει και εμ­φα­νί­ζε­ται στο γιο του σαν φά­ντα­σμα, που στοι­χειώ­νει τη μνή­μη του, ζη­τώ­ντας δι­καίω­ση. Σε αυ­τό, το κε­ντρι­κό πρό­σω­πο εί­ναι ο γιος, γεν­νη­μέ­νος στα τέ­λη του 1945, που ο πα­τέ­ρας του, ορ­γα­νω­τής της Τρί­της Με­ραρ­χίας του ΕΛΑΣ στην Πε­λο­πόν­νη­σο, τον βά­φτι­σε Έκτο­ρα. Στο πρώ­το, ο Μα­κρο­νη­σιώ­της τον βά­φτι­σε Άρη. Η Χού­ντα πρό­λα­βε τον Έκτο­ρα φα­ντά­ρο και τον έ­στει­λε με άλ­λους “α­νε­πι­θύ­μη­τους” στο στρα­τό­πε­δο του Κο­λιν­δρού να φρου­ρεί τους πο­λι­τι­κούς κρα­τού­με­νους. Με την α­πό­λυ­σή του ορ­γα­νώ­θη­κε α­πό Λα­μπρά­κη συ­στρα­τιώ­τη του, πέ­ρα­σε στην πα­ρα­νο­μία και με­τά λί­γους μή­νες διέ­φυ­γε στη Γερ­μα­νία. Το ση­μείο εκ­κί­νη­σης της πλο­κής εί­ναι η έκ­δο­ση του χει­ρο­γρά­φου που ά­φη­σε ο πα­τέ­ρας του πε­θαί­νο­ντας το 1976 στην υ­πε­ρο­ρία, χω­ρίς πο­τέ να ε­πα­να­πα­τρι­σθεί. “Προς δη­μο­σίευ­ση”, ση­μείω­νε στον φά­κε­λο, δη­λώ­νο­ντας έ­τσι εμ­μέ­σως την πί­στη του πως με αυ­τό θα έρ­θει η δι­καίω­ση α­γώ­νων και τα­λαι­πω­ριών. Το χει­ρό­γρα­φο α­πέ­μει­νε στα χέ­ρια της μη­τέ­ρας μέ­χρι το θά­να­τό της το 2001 στην Αθή­να. Το βρή­κε ο γιος στα πράγ­μα­τά της και το α­ντέ­γρα­ψε. Φαί­νε­ται να το θυ­μή­θη­κε δέ­κα χρό­νια με­τά, ό­ταν α­πο­φά­σι­σε να που­λή­σει το σπί­τι της. Μό­νι­μος κά­τοι­κος Γερ­μα­νίας, κοι­νω­νι­κός λει­τουρ­γός, χω­ρι­σμέ­νος με τρια­ντά­ρη γιο, έρ­χε­ται για έ­να σύ­ντο­μο τα­ξί­δι στην Ελλά­δα. Τό­σο σύ­ντο­μο που δεν παίρ­νει μα­ζί του ού­τε το λα­πτόπ.
Ο τίτ­λος του πρώ­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­να­φέ­ρει το ό­νο­μα του κα­τα­σκευα­στή των α­με­ρι­κα­νι­κών πε­ρι­στρό­φων, που ει­σή­χθη­σαν στα τέ­λη του 1949 προς ε­ξο­πλι­σμό του Ελλη­νι­κού Στρα­τού. Στον τίτ­λο του δεύ­τε­ρου υ­πάρ­χει το ό­νο­μα γερ­μα­νού νευ­ρο­λό­γου, στον ο­ποίο κα­τέ­φυ­γε ο Έκτο­ρας για τα προ­βλή­μα­τα μνή­μης που εί­χαν αρ­χί­σει να τον δυ­σκο­λεύουν. Εκεί­νος δεν του σύ­στη­σε ως φάρ­μα­κο το δε­ντρο­λί­βα­νο, ό­πως ο Άμλετ στην Οφη­λία, αλ­λά να ση­μειώ­νει τα πε­πραγ­μέ­να τής κά­θε η­μέ­ρας. Αυ­τή εί­ναι “η ά­σκη­ση του Ρο­τ”, στην ο­ποία πα­ρα­πέ­μπει ο τίτ­λος και προ­φα­νώς α­να­φέ­ρε­ται στην τό­νω­ση της βρα­χείας διάρ­κειας μνή­μης, που α­πο­δυ­να­μώ­νε­ται με την η­λι­κία. Σε α­ντί­θε­ση με τη μνή­μη μα­κράς διάρ­κειας, που ε­νι­σχύε­ται. Στην πε­ρί­πτω­ση του 66χρο­νου ή­ρωα, πι­θα­νώς και λό­γω συ­χνής α­νά­κλη­σης ση­μα­ντι­κών συμ­βά­ντων του βίου του, φαί­νε­ται πως οι σχε­τι­κοί νευ­ρώ­νες και οι συ­νά­ψεις τους έ­χουν φου­ντώ­σει φτά­νο­ντας στα ό­ρια του α­πί­στευ­του. Να ση­μειώ­σου­με πως ροτ ση­μαί­νει κόκ­κι­νος. Συγ­γρα­φι­κή ε­πι­λο­γή, κα­θώς, στις σκέ­ψεις του ή­ρωα, ο νευ­ρο­λό­γος α­να­κα­λεί­ται μα­ζί με τους κο­μου­νι­στές του τύ­που του πα­τέ­ρα του, που έ­μει­νε πι­στός στο Κόμ­μα και α­φού ε­κεί­νο τον διέ­γρα­ψε. 
Μια ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά α­νά­με­σα στα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της Ηλιο­πού­λου, που α­πο­βαί­νει κα­θο­ρι­στι­κή του α­πο­τε­λέ­σμα­τος, εί­ναι η μορ­φή. Στο πρώ­το, η α­φή­γη­ση γί­νε­ται στο τρί­το πρό­σω­πο, αλ­λά­ζο­ντας α­πό κε­φά­λαιο σε κε­φά­λαιο το πρό­σω­πο στο ο­ποίο ε­στιά­ζει. Πε­ρισ­σό­τε­ρο φι­λό­δο­ξο δεί­χνει το δεύ­τε­ρο, με την α­φή­γη­ση να πα­ρα­μέ­νει στο τρί­το πρό­σω­πο, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τον εν­διά­θε­το λό­γο του γιου. Να δια­τη­ρεί, ό­μως, και την πο­λυ­φω­νία, εν­σω­μα­τώ­νο­ντας αυ­τού­σιες πε­ρι­κο­πές α­πό τις ε­πι­στο­λές του πα­τέ­ρα του και το η­με­ρο­λό­γιο της α­δελ­φής του, πα­ρό­λο που και τα δυο βρί­σκο­νται α­πό σα­ρα­ντα­κο­ντα­ε­τίας φυ­λαγ­μέ­να και α­νάγ­γι­χτα “σε θυ­ρί­δα της Dresdner Bank”. Υπερ­τρο­φι­κή μνή­μη, α­κό­μη κι αν, του­λά­χι­στον οι ε­πι­στο­λές, ε­πέ­χουν γι’ αυ­τόν θέ­ση ε­θνι­κού ύ­μνου, σύμ­φω­να με τη δι­κή του εν­διά­θε­τη αι­τιο­λο­γία πριν την πα­ρά­θε­ση των α­πο­σπα­σμά­των της πρώ­της ε­πι­στο­λής, ό­που εν­θυ­μεί­ται μέ­χρι και τις υ­πο­γραμ­μί­σεις λέ­ξεων. 
Θα χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με τη μνή­μη του, ό­χι μό­νο υ­περ­τρο­φι­κή αλ­λά και ε­πι­λε­κτι­κή, κα­θώς δεν α­να­κα­λεί ού­τε πα­ρα­θέ­τει κομ­μά­τια α­πό το προς έκ­δο­ση πα­τρι­κό χει­ρό­γρα­φο, που το εί­χε δια­βά­σει πιο πρό­σφα­τα και μά­λι­στα, α­ντι­γρά­ψει. Εκ πρώ­της ό­ψεως δεί­χνει πα­ρά­δο­ξη αυ­τή η ε­πι­λε­κτι­κό­τη­τα. Νο­μί­ζου­με, ω­στό­σο, ό­τι συ­νι­στά συ­νε­τή συγ­γρα­φι­κή ε­πι­λο­γή. Έτσι α­πο­φεύ­γε­ται η α­να­σύν­θε­ση του α­πο­λο­γη­τι­κού λό­γου ε­νός κο­μου­νι­στή, που θα ο­δη­γού­σε τη συγ­γρα­φέα σε βα­θιά νε­ρά. Προ­τι­μά­ται ο ε­πι­στο­λι­κός λό­γος του, που, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ε­ντάσ­σε­ται σε μια πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νη ι­δε­ο­λο­γι­κή δια­μά­χη. Γραμ­μέ­νες οι ε­πι­στο­λές έ­να χρό­νο με­τά τη διά­σπα­ση του ΚΚΕ, ξε­χει­λί­ζουν α­πό την ορ­γή του πρό­σφυ­γα πα­τέ­ρα στη Ρου­μα­νία ε­να­ντίον του γιου του, που συ­ντά­χθη­κε με “την ε­λα­χι­στό­τα­τη μειο­ψη­φία” των ρε­βι­ζιο­νι­στών. 
Επει­δή, ό­μως, η συγ­γρα­φέ­ας α­να­ζη­τά κά­ποια μορ­φή για να α­φη­γη­θεί με δια­δο­χι­κές α­να­δρο­μές το ι­στο­ρι­κό της οι­κο­γέ­νειας, κα­τα­φεύ­γει σε έ­να δεύ­τε­ρο εύ­ρη­μα. Αυ­τό, πι­θα­νώς, να βρί­σκε­ται και στα ό­ρια του πι­στευ­τού. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα, με καλ­λι­γρα­φι­κά πλά­για γράμ­μα­τα πα­ρα­τί­θε­νται οι ε­πι­στο­λές, με πλά­για οι η­με­ρο­λο­για­κές πε­ρι­κο­πές, αλ­λά και α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το βι­βλίο που θα έ­γρα­φε ο ί­διος ο ή­ρωας και θα το τιτ­λο­φο­ρού­σε Έκτο­ρας, αν εί­χε το λά­πτοπ. Αντ’ αυ­τού, φα­ντα­σιώ­νε­ται το πώς θα α­φη­γεί­το γρα­πτώς τον βίο του, εν­θέ­το­ντας αυ­τήν την γρα­πτή εκ­δο­χή στον ε­σω­τε­ρι­κό του μο­νό­λο­γο. 
Όσο για την ε­πι­λο­γή να ξε­τυ­λί­ξει ο­λό­κλη­ρο τον βίο του ή­ρωα, αυ­τή α­φή­νει με­γά­λα πε­ρι­θώ­ρια ε­πι­νό­η­σης, με α­πο­τέ­λε­σμα προο­δευ­τι­κά σε κά­θε κε­φά­λαιο το πα­ρο­ντι­κό σα­σπέ­νς να α­το­νεί, ε­νώ η α­να­δρο­μή στο πα­ρελ­θόν α­πλώ­νε­ται με την εμ­φά­νι­ση νέων προ­σώ­πων. Πρώ­τα, α­πό την παι­δι­κή η­λι­κία, ό­ταν η μη­τέ­ρα βρί­σκε­ται στη φυ­λα­κή, και τα δυο παι­διά μοι­ρα­σμέ­να στη για­γιά και τη νο­νά. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί τύ­ποι α­πό το χω­ριό της για­γιάς, ο κολ­λη­τός, ο σα­λός, ο γύ­φτος. Με­τά, α­πό τα χρό­νια της πα­ρα­νο­μίας, α­πό τη Γερ­μα­νία, οι φί­λοι και οι γυ­ναί­κες της ζωής του, μέ­χρι η πόρ­νη που τον έ­κρυ­ψε ε­πί Χού­ντας. Και για ό­λους αυ­τούς, η α­να­δρο­μή φτά­νει μέ­χρι το, κα­τά κα­νό­να, τρα­γι­κό τέ­λος τους: αυ­το­κι­νη­τι­στι­κό α­τύ­χη­μα σε κα­τά­στα­ση μέ­θης, ά­νοια, αυ­το­κτο­νία, τρέ­λα. Μοιά­ζει σαν να ε­ξαν­τλού­νται ό­λοι οι γνω­στοί μύ­θοι και οι κλι­σέ σκη­νές, λει­τουρ­γώ­ντας σε βά­ρος της οι­κο­νο­μίας του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στο τε­λευ­ταίο, εν­δέ­κα­το κε­φά­λαιο, η συ­γκι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση κο­ρυ­φώ­νε­ται, κα­θώς οι σκη­νές α­πει­κο­νί­ζουν ε­ναρ­γέ­στα­τα τη θλί­ψη των α­πο­χαι­ρε­τι­σμών και την α­γω­νία του θα­νά­του.
Η α­φή­γη­ση του γιου προ­δί­δει αυ­ξη­μέ­νη ευαι­σθη­σία, που συ­νή­θως α­πα­ντά­ται σε γυ­ναι­κείο εν­διά­θε­το λό­γο. Ο ίδιος ο ή­ρωας την α­πο­κα­λεί “θη­λυ­κή πλευ­ρά” και την θεω­ρεί ως έ­να ε­πι­πλέ­ον σύ­μπτω­μα του γή­ρα­τος. Κα­τά τα άλ­λα, στις δια­δρο­μές που κά­νει στην Αθή­να με τα πό­δια ή τον Ηλεκ­τρι­κό, συ­νει­δη­το­ποιεί τον ε­αυ­τό του σαν “ναυα­γό με­τα­νά­στη”. Με την ο­πτι­κή του κοι­νω­νιο­λό­γου, κα­τα­γρά­φει μό­νο αλ­λο­δα­πούς, πρε­ζά­κη­δες, ά­στε­γους και ε­πι­τι­θέ­με­νους α­ναρ­χι­κούς. Καί­τοι μό­νι­μος κά­τοι­κος Γερ­μα­νίας, ου­δό­λως σχο­λιά­ζει το πώς ο Αθη­ναίος βιώ­νει την κρί­ση. Από τον κοι­νω­νι­κό πε­ρί­γυ­ρο, τον ε­ντυ­πω­σιά­ζουν οι ε­ρω­τι­κές πε­ρι­πτύ­ξεις ε­νός ζευ­γα­ριού που ε­ντάσ­σε­ται στην κα­τη­γο­ρία των α­τό­μων με ει­δι­κές α­νά­γκες. Η συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει έ­ναν ή­ρωα κα­τά το τρέ­χον πρό­τυ­πο του ευαι­σθη­το­ποιη­μέ­νου πο­λί­τη γύ­ρω α­πό το τρί­πτυ­χο με­τα­νά­στης, α­νά­πη­ρος, ζώα. Επι­προ­σθέ­τως, μέ­σα α­πό την α­φή­γη­ση, το­νί­ζε­ται η πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη ο­πτι­κή του. Για πα­ρά­δειγ­μα, η τύ­χη των παι­διών στα χρό­νια του Εμφυ­λίου ε­ξο­μοιώ­νε­ται με τη με­τα­χεί­ρι­ση των παι­διών των α­πα­ντα­χού με­τα­να­στών α­πό τις Αρχές στις χώ­ρες που οι γο­νείς τους κα­τα­φεύ­γουν. Συ­ναι­σθη­μα­τι­κά, πά­ντως, τον α­πα­σχο­λεί, α­πό τους ζώ­ντες, μό­νο ο γιος του. 
Και στα δυο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, η Ηλιο­πού­λου δεν πα­ρα­θέ­τει ι­στο­ρίες αι­μα­το­κυ­λί­σμα­τος α­πό την πο­λε­μο­χα­ρή δε­κα­ε­τία του ’40. Σε αμ­φό­τε­ρα, μνη­μο­νεύει μό­νο έ­ναν τό­πο, υ­παι­νισ­σό­με­νη ό­σα φο­βε­ρά μπο­ρεί να συ­νέ­βη­σαν ε­κεί. Χρη­σι­μο­ποιεί και στα δυο την ί­δια ο­νο­μα­σία κι ας πρό­κει­ται για δια­φο­ρε­τι­κά μέ­ρη. Στο πρώ­το, “τα φο­νι­κά κα­τά­λοι­πα των συ­γκρού­σεων α­πό τον συμ­μο­ρι­το­πό­λε­μο” βρί­σκο­νται στην αρ­χή α­πό “το μο­νο­πά­τι στην καρ­διά της Χού­νης”. Στο πρό­σφα­το, ως τό­πος η­ρώων, προ­βάλ­λει κρυ­πτι­κά το μο­νο­πά­τι “στον γκρε­μό της Χού­νης”. Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι αρ­κε­τά φα­ράγ­για στην Ελλά­δα φέ­ρουν αυ­τό το ό­νο­μα. Στο πρώ­το, πρό­κει­ται για τη Χού­νη της Πάρ­νη­θας, στο δεύ­τε­ρο, για το Με­γά­λο Φα­ράγ­γι των Σερ­βίων, κο­ντά στη γε­νέ­τει­ρα της συγ­γρα­φέως. Να υ­πο­θέ­σου­με ό­τι υ­πάρ­χει υ­λι­κό και για α­μι­γώς εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κό βι­βλίο; Προ­σώ­ρας, ε­κεί πή­γε ο Έκτο­ρας τον δω­δε­κα­ε­τή γιο του για να του δεί­ξει τον τό­πο των η­ρωι­κών πρά­ξεων. Και ε­κεί συ­νει­δη­το­ποίη­σε πως η λέ­ξη “πα­λι­κά­ρι”, με την ο­ποία ε­κεί­νος, γιος α­ντάρ­τη, με­γά­λω­σε, δεν λέει τί­πο­τα στον γιο τον δι­κό του και της Γερ­μα­νί­δας. 
Η δια­φο­ρε­τι­κή θέ­α­ση του κό­σμου που έ­χουν οι νέ­οι του 2011 δεν χα­ρα­κτη­ρί­ζει μό­νο τους Γερ­μα­νούς. Για να το­νι­στεί η α­δια­φο­ρία της νεό­τε­ρης γε­νιάς για τους ο­ποιουσ­δή­πο­τε η­θι­κούς κώ­δι­κες, η συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει έ­να α­κό­μη πρό­σω­πο, αυ­τό α­μι­γώς γη­γε­νές. Ένα νέο κο­ρί­τσι, που δεν έ­χει κώ­λυ­μα να πα­ρα­βεί την τε­λευ­ταία ε­πι­θυ­μία του αυ­τό­χει­ρα πα­τέ­ρα της, ού­τε να κά­νει “τρε­λό σε­ξ” με έ­ναν ά­ντρα της η­λι­κίας του πα­τέ­ρα της στα όρ­θια δη­μο­σίως. Αν και ό­χι α­κρι­βώς δη­μο­σίως, α­φού τον πα­ρέ­συ­ρε “στην ε­σο­χή ει­σό­δου κλει­στού μα­γα­ζιού σε στε­νά­κι πί­σω α­πό την πλα­τεία Κου­μουν­δού­ρου”. Τε­λι­κά, αυ­τές οι υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νες πλα­τείες του κέ­ντρου της Αθή­νας φαί­νε­ται ό­τι ε­μπνέ­ουν τις συγ­γρα­φείς - σκη­νο­θέ­τριες. Θυ­μί­ζου­με το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Τα κο­ρί­τσια της πλα­τείας», της συ­νο­μή­λι­κης της Ηλιο­πού­λου Μα­ρίας Γα­βα­λά. 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 29/9/2013.

Ανά­με­σα σε δυο πα­τρί­δες

$
0
0

Πα­ρέα πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων
στην Τα­σκέν­δη το 1975 (Φωτ. Δη­μή­τρη Γου­σί­δη,
«Όπου ζεις δεν πα­τρί­ζεις...», εκδ. Εξά­ντας, 1975).


Έλε­να Χου­ζού­ρη 
«Δυο φο­ρές α­θώα»
Εκδό­σεις Κέ­δρος
Απρί­λιος 2013 

Συ­μπλη­ρώ­θη­κε δε­κα­ε­τία α­πό τον Νοέμ­βριο του 2004, που η Έλε­να Χου­ζού­ρη α­πο­φά­σι­σε να δο­κι­μά­σει τις δυ­νά­μεις της στο χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας, τον μό­νο που της α­πέ­με­νε, α­φού εί­χε κα­τα­κτή­σει α­πό πο­λύ νω­ρίς τα ε­δά­φη ποίη­σης, κρι­τι­κής και δο­κι­μιο­γρα­φίας. Με το και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μά της ο­λο­κλη­ρώ­νει ή­δη μια τρι­λο­γία. Εφαλ­τή­ριο φαί­νε­ται να στά­θη­κε έ­να εί­δος  οι­κο­γε­νεια­κής σά­γκας. Αυ­τό συ­νά­γε­ται α­πό τις εν­δο­κει­με­νι­κές συγ­γέ­νειες των τριών βι­βλίων της, κα­θώς και α­πό την “αυ­το­βιο­γρα­φία” του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη, «Για­τρός σε τρεις πο­λέ­μους», στην ο­ποία πα­ρα­πέ­μπει η ί­δια στο προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά της, «Πα­τρί­δα α­πό βαμ­βά­κι». Σε ε­κεί­νο δί­νει στον κε­ντρι­κό ή­ρωά της, ο­νό­μα­τι, Στέρ­γιο Χ., τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη. 
Επί­σης, α­πό την “αυ­το­βιο­γρα­φία” δα­νεί­ζε­ται την ορ­γι­σμέ­νη ε­πι­στο­λή του πα­τέ­ρα του, Δη­μή­τρη Χου­ζού­ρη, α­πό τον Μάιο του 1936, ό­ταν ε­κεί­νος μα­θαί­νει ό­τι ο γιος του, φοι­τη­τής Ια­τρι­κής, συμ­με­τέ­χει στην α­περ­για­κή ε­πι­τρο­πή της Σχο­λής του. Ακό­μη, παίρ­νει έ­να πε­ρι­στα­τι­κό α­πό την πρώ­τη συ­νά­ντη­ση του Ε­ΑΜ στο χω­ριό του, τον Κο­λιν­δρό Πιε­ρίας, που στά­θη­κε κα­θο­ρι­στι­κό κα­τά την ε­πα­να­ξιο­λό­γη­ση των με­λών του Κόμ­μα­τος, που έ­γι­νε στην Τα­σκέν­δη το 1951 κα­τ’ ε­ντο­λή του Ζα­χα­ριά­δη. Έκτός α­πό την αλ­λα­γή του ο­νό­μα­τος του κε­ντρι­κού ή­ρωα, δια­τη­ρεί τα μι­κρά ο­νό­μα­τα των με­λών της οι­κο­γέ­νειας του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη και εν μέ­ρει τα βιο­γρα­φι­κά των α­δελ­φών του. Μα­ρί­κα η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή, η δα­σκά­λα, Γιάν­νης ο μι­κρό­τε­ρος α­δελ­φός, που, τον Σε­πτέμ­βριο του 1949, πή­ρε προ­α­γω­γή σε υ­πο­λο­χα­γό του Κυ­βερ­νη­τι­κού Στρα­τού ε­πί αν­δρα­γα­θία “κα­τά τον συμ­μο­ρι­το­πό­λε­μο”. Μέ­νει ω­στό­σο ζη­τού­με­νο, κα­τά πό­σο τα βιο­γρα­φι­κά του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού Γιάν­νη και ε­κεί­να της συ­ζύ­γου του, μέ­σω των ο­ποίων γε­φυ­ρώ­νε­ται το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μα της Χου­ζού­ρη με το πρώ­το, «Σκο­τει­νός Βαρ­δά­ρης», που έ­χει ως κε­ντρι­κό ή­ρωα τον πε­θε­ρό του Γιάν­νη, δη­μο­δι­δά­σκα­λο α­πό το Με­λέ­νι­κο, ταυ­τί­ζο­νται με τα βιο­γρα­φι­κά του μι­κρό­τε­ρου α­δελ­φού του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη. Ού­τε η “αυ­το­βιο­γρα­φία” του το α­να­φέ­ρει ού­τε η μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος κά­νει σχε­τι­κή μνεία ή και υ­παι­νιγ­μό.

Πε­ρί αυ­το­βιο­γρα­φίας

Αυ­τά τα εί­χα­με ε­πι­ση­μά­νει στον σχο­λια­σμό του προ­η­γού­με­νου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Χου­ζού­ρη. Επα­νερ­χό­μα­στε, ε­πει­δή η συγ­γρα­φέ­ας α­να­φέ­ρει σε πρό­σφα­τη συ­νέ­ντευ­ξή της, ό­τι μια κρι­τι­κός, την ο­ποία δεν κα­το­νο­μά­ζει, ε­ξέ­λα­βε το μυ­θι­στό­ρη­μά της ως αυ­το­βιο­γρα­φι­κό. Υπο­θέ­του­με ό­τι α­να­φέ­ρε­ται στο δι­κό μας κεί­με­νο, α­φού στις κρι­τι­κές για το βι­βλίο της,  α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, ου­δείς άλ­λος α­σχο­λεί­ται με τη σχέ­ση α­νά­με­σα στην υ­πό­θε­ση του βι­βλίου της και τις υ­πάρ­χου­σες μαρ­τυ­ρίες. Μό­νο που πα­ρό­μοιες συ­σχε­τί­σεις δεν ση­μαί­νουν ό­τι το βι­βλίο έ­χει αυ­το­βιο­γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Ού­τε μειώ­νουν το δι­πλό ά­θλο της συγ­γρα­φέως να στή­σει δυο μυ­θι­στο­ρίες σε μα­κρι­νούς τό­πους και χρό­νους, ό­πως το Με­λέ­νι­κο του 1916 και η Τα­σκέν­δη των δυο πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κών δε­κα­ε­τιών. Άλλω­στε, η τρι­λο­γία της Χου­ζού­ρη κα­τέ­χει χω­ρι­στή θέ­ση στην ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φία του και­νού­ριου αιώ­να, κα­θώς ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε μια κα­ταρ­γη­μέ­νη τον και­ρό της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης έν­νοια, που α­πο­φεύ­γε­ται α­κό­μη και ως λέ­ξη, πέ­ραν της δη­μα­γω­γι­κής χρή­σης της, αυ­τήν της πα­τρί­δας.
Το πρό­σφα­το, πά­ντως, τρί­το μυ­θι­στό­ρη­μά της εί­ναι το μό­νο, που θα μπο­ρού­σε να εί­ναι αυ­το­βιο­γρα­φι­κό, κα­θώς το­πο­θε­τεί­ται στο πα­ρόν. Ταυ­τό­χρο­να, το εν λό­γω μυ­θι­στό­ρη­μα εί­ναι το πιο α­πο­μα­κρυ­σμέ­νο α­πό την οι­κο­γε­νεια­κή σά­γκα του Στέρ­γιου Χ.. Ο ί­διος, ω­στό­σο, α­να­φέ­ρε­ται α­πό την πρώ­τη σε­λί­δα ως ο “για­τρός”, που, στις 10 Οκτ. 1967, τα­ξί­δευε σι­δη­ρο­δρο­μι­κώς α­πό την Τα­σκέν­δη για να ε­γκα­τα­στα­θεί στα Σκό­πια, α­φού η α­γα­πη­μέ­νη του Θεσ­σα­λο­νί­κη ή­ταν για α­κό­μη μια φο­ρά α­πα­γο­ρευ­μέ­νος τό­πος. “Πα­τρί­δα α­πό πέ­τρα” και πά­λι η Ελλά­δα με­τά την 21η Απρι­λίου, σε α­ντί­θε­ση με την “Πα­τρί­δα α­πό βαμ­βά­κι” που ε­γκα­τέ­λει­πε. Στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα συ­μπλη­ρώ­νε­ται ο βίος του “για­τρού”. Επα­να­πα­τρί­στη­κε το 1982 (αρ­χές 1983 κα­τά την “αυ­το­βιο­γρα­φία” του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη) και έ­ζη­σε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη μέ­χρι το θά­να­τό του, τη νύ­χτα της 30ης προς 31ης Αυγ. 1999, με­τά το προ­σκύ­νη­μα με συ­ντρό­φους στο Γράμ­μο, την 29η Αυγ., στα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό το τέ­λος του Εμφυ­λίου. Ετών  82. Η Χου­ζού­ρη ε­πι­μέ­νει στις η­με­ρο­μη­νίες, συ­χνά μά­λι­στα πα­ραλ­λάσ­σει το χρό­νο των πραγ­μα­τι­κών συμ­βά­ντων, για να δη­μιουρ­γή­σει χρο­νο­λο­γι­κές συ­μπτώ­σεις, τις ο­ποίες και εκ­με­ταλ­λεύε­ται στο στή­σι­μο της ι­στο­ρίας της. Δεν γνω­ρί­ζου­με την η­με­ρο­μη­νία θα­νά­του του Στέ­φα­νου Δ. Χου­ζού­ρη. Δεί­χνει, ω­στό­σο, μάλ­λον α­πί­θα­νο να συ­μπί­πτει με αυ­τήν του  Στέρ­γιου Χ.. Αν και η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν υ­πο­λεί­πε­ται της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας σε συ­μπτώ­σεις. 

Δύο φί­λες

Στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα, ρό­λο δευ­τε­ρα­γω­νι­στή έ­χει η πρω­τό­το­κη κό­ρη του Λέ­να, που “ή­ξε­ρε α­πέ­ξω ο­λό­κλη­ρα ποιή­μα­τα-πο­τα­μούς του Πού­σκι­ν”. Της τα εί­χε μά­θει ε­κεί­νος, “λά­τρης του Ρώ­σου ποιη­τή”. Εί­ναι η ε­πι­στή­θια φί­λη και συμ­μα­θή­τρια της και­νού­ριας η­ρωί­δας της Χου­ζού­ρη, της Βε­ρό­νι­κας Κ., κό­ρης του Ανα­στα­σίου Κ., γεν­νη­μέ­νου το 1920, συ­νο­μή­λι­κου του μι­κρό­τε­ρου α­δελ­φού του “για­τρού”, Γιάν­νη Χ.. Πρό­κει­ται για έ­ναν “Αθη­ναίο α­στό”, με τε­λειω­μέ­νη τη Νο­μι­κή, “συ­νταγ­μα­τάρ­χη του Ε­ΛΑΣ και του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού”. Αυ­στη­ρός και α­νάλ­γη­τος χα­ρα­κτή­ρας “ο Τά­σος Κ., ό­πως τον α­πο­κα­λούν οι φί­λοι του”, εί­ναι ο και­νού­ριος ή­ρωας, που γε­φυ­ρώ­νει το προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, ό­που πρω­τα­γω­νι­στεί η γε­νιά που έ­ζη­σε την ε­μπό­λε­μη δε­κα­ε­τία του ’40, με το πρό­σφα­το των “παι­διώ­ν” τους.  
Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της τρι­λο­γίας εί­ναι η ρο­μα­ντι­κή πνοή, που έ­χει ε­ξο­βε­λι­στεί α­πό την τρέ­χου­σα πε­ζο­γρα­φία, κα­θώς λο­γα­ριά­ζε­ται ως πι­θα­νή έν­δει­ξη πα­ρα­λο­γο­τε­χνίας. Οι δυο φί­λες, δε­κα­τε­τρά­χρο­νες ό­ταν χώ­ρι­σαν με την α­να­χώ­ρη­ση της οι­κο­γέ­νειας του “για­τρού” α­πό την Τα­σκέν­δη, “γο­η­τεύο­νταν α­πό το ρο­μα­ντι­κό τέ­λος του Πού­σκιν. Θά­να­τος ύ­στε­ρα α­πό μο­νο­μα­χία”. “Όπως α­κρι­βώς αρ­μό­ζει σ’ έ­ναν ρο­μα­ντι­κό ποιη­τή”. “Μο­νο­μα­χία για χά­ρη του αι­δοίου της συ­ζύ­γου του Να­τα­λίας”, διευ­κρι­νί­ζει ά­κρως α­πο­μυ­θο­ποιη­τι­κά ο α­φη­γη­τής του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού στο «Ημε­ρο­λό­γιο 1836-2011». Ρο­μα­ντι­κός ή­ταν και ο έ­ρω­τας της Βε­ρό­νι­κας Κ. για τον συμ­φοι­τη­τή της Ιό­σι­φ, Εβραίο α­πό την Μπου­χά­ρα. Έτσι του­λά­χι­στον προ­βάλ­λει μέ­σα α­πό τις μνή­μες, που αμ­φό­τε­ροι α­να­κα­λούν εί­κο­σι πέ­ντε χρό­νια με­τά τον ο­ρι­στι­κό χω­ρι­σμό τους, το 1985, ό­ταν ε­κεί­νος έ­φυ­γε α­πό την Σο­βιε­τι­κή Ένω­ση για να ε­γκα­τα­στα­θεί στις Η­ΠΑ. Ανα­μνή­σεις γε­μά­τες νο­σταλ­γία α­πό τα φοι­τη­τι­κά τους χρό­νια στο “Πα­λι­τε­χνί­τσε­σκι Ινστι­τούτ της Τα­σκέν­δης”, την εκ­δρο­μή στη Μό­σχα το 1977 ως α­ρι­στού­χοι α­πό­φοι­τοι πο­λι­τι­κοί μη­χα­νι­κοί, τις κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές ται­νίες που έ­βλε­παν μα­ζί “με το χέ­ρι του να σφίγ­γει το δι­κό της”, προ πά­ντων “το τσάι τους στο τρα­πε­ζά­κι τους στο κα­φέ του ξε­νο­δο­χείου Ουζ­μπε­κι­στά­ν”. 
Το ε­ρω­τι­κό τους δρά­μα δεν δια­φέ­ρει α­πό ε­κεί­νο, που βίω­νε στην Ελλά­δα, ι­διαί­τε­ρα στην ε­παρ­χία, μια κό­ρη πε­ρα­σμέ­νων δε­κα­ε­τιών με γο­νείς πα­λαιών αρ­χών, κυ­ρίως, με αυ­ταρ­χι­κό πα­τέ­ρα, που έ­κρι­νε τον α­γα­πη­μέ­νο της θυ­γα­τέ­ρας του α­πό κά­ποια ά­πο­ψη κα­τώ­τε­ρό της ή, εν γέ­νει, α­κα­τάλ­λη­λο. Τον Ανα­στά­σιο Κ. τον ε­νο­χλού­σε η ε­βραϊκή κα­τα­γω­γή του Ιό­σι­φ, αλ­λά και το γε­γο­νός ό­τι ή­ταν έ­νας ξέ­νος, που θα στε­κό­ταν ε­μπό­διο κα­τά το γυ­ρι­σμό του στην Ελλά­δα μα­ζί με την κό­ρη του. Για­τί οι πο­λι­τι­κοί πρό­σφυ­γες πο­θού­σαν τον οι­κο­γε­νεια­κό ε­πα­να­πα­τρι­σμό, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τα αι­σθή­μα­τα των παι­διών τους, που γεν­νή­θη­καν στη χώ­ρα της α­να­γκα­στι­κής δι­κής τους ε­γκα­τά­στα­σης και αυ­τήν έ­νιω­θαν ως πα­τρί­δα. Μέ­σα α­πό τις ρο­μα­ντι­κές κα­τα­στά­σεις που σκη­νο­θε­τεί η συγ­γρα­φέ­ας πο­λιορ­κεί τις δια­φο­ρε­τι­κές εκ­φάν­σεις αυ­τής της διτ­τής σχέ­σης με την έν­νοια της πα­τρί­δας, ως βίω­μα και ως κοι­νή προ­γο­νι­κή κλη­ρο­νο­μιά. 
Και ό­σα άλ­λα, ό­μως, δυ­σά­ρε­στα α­ντι­με­τω­πί­ζει στην Αθή­να η Βε­ρό­νι­κα Κ. δεν δια­φέ­ρουν πο­λύ α­πό ε­κεί­να που υ­φί­στα­νται οι γη­γε­νείς. Πα­ρά­δειγ­μα, το α­νώ­τε­ρο στέ­λε­χος του Δη­μο­σίου, που για να την προσ­λά­βει, α­ντί να ξε­φυλ­λί­σει το ντο­σιέ της, προ­τεί­νει ε­πί­σκε­ψη σε ξε­νο­δο­χείο. Γε­νι­κό­τε­ρα, το ελ­λη­νι­κό κρά­τος δεν ε­πε­φύ­λα­ξε στους πο­λι­τι­κούς πρό­σφυ­γες ι­διαί­τε­ρη με­τα­χεί­ρι­ση. Τους α­ντι­με­τώ­πι­σε σαν πα­ρεί­σα­κτους. Μό­νο που ε­κεί­νοι εί­χαν λη­σμο­νή­σει τις ντό­πιες πρα­κτι­κές και τα παι­διά τους εί­χαν δια­φο­ρε­τι­κά γα­λου­χη­θεί. 
Αλλά και το δεύ­τε­ρο ε­ρω­τι­κό δρά­μα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που α­φο­ρά τη μη­τέ­ρα της Βε­ρό­νι­κας Κ., Αθη­νά, ή­ταν αρ­κε­τά συ­χνό και ε­ντός Ελλά­δος. Στις γραμ­μές του Δη­μο­κρα­τι­κού Στρα­τού ε­ντά­χθη­καν, λό­γω των συν­θη­κών, πολ­λές έ­φη­βοι, που, στη συ­νέ­χεια, βρέ­θη­καν στην υ­πε­ρο­ρία, ό­που ο­ρι­σμέ­νες α­πό αυ­τές πα­ντρεύ­τη­καν με­γα­λύ­τε­ρούς τους ά­ντρες. Δώ­δε­κα χρό­νια μι­κρό­τε­ρη η Αθη­νά α­πό τον Ανα­στά­σιο Κ., τον πα­ντρεύ­τη­κε το 1951 και έ­ξι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα τον ε­γκα­τέ­λεί­ψε για να α­κο­λου­θή­σει “έ­ναν Ρώ­σο Μο­σχο­βί­τη”. Εκεί­νος εκ­δι­κή­θη­κε στε­ρώ­ντας της ο­λο­κλη­ρω­τι­κά την κό­ρη της. Όπως συμ­βαί­νει στα πα­λιά ρο­μά­ντσα, η θυ­γα­τέ­ρα πί­στευε νε­κρή τη μη­τέ­ρα της. Μό­νο στα ό­νει­ρά της, τα χαρ­μό­συ­να και τους ε­φιάλ­τες, ε­πα­νέρ­χο­νταν οι μνή­μες των πρώ­των τεσ­σά­ρων χρό­νων, δια­ψεύ­δο­ντας τον ε­ξη­γη­τι­κό ι­σχυ­ρι­σμό του πα­τέ­ρα της.

Ενύ­πνια και συ­μπτώ­σεις

Στη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή τρι­λο­γία της Χου­ζού­ρη, τα ό­νει­ρα έ­χουν λει­τουρ­γι­κό ρό­λο στην προώ­θη­ση της πλο­κής, κα­θώς ό­σα συμ­βαί­νουν σε αυ­τά, εί­τε φω­τί­ζουν το πα­ρελ­θόν εί­τε προοιω­νί­ζο­νται το μέλ­λον. Στο πρό­σφα­το, αυ­τή η ε­νύ­πνια δρα­στη­ριό­τη­τα α­πλώ­νε­ται και γί­νε­ται α­κό­μη πιο ου­σια­στι­κή, κα­θώς, στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, η α­φή­γη­ση πα­ρα­κο­λου­θεί τις ψυ­χο­λο­γι­κές με­τα­πτώ­σεις της Βε­ρό­νι­κας Κ. στην προο­πτι­κή μιας συ­νέ­ντευ­ξης σε δη­μο­σιο­γρά­φο, που συ­γκα­τέ­νευ­σε να δώ­σει για τα “παι­διά” των πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων. Η εν λό­γω α­φή­γη­ση δεν χω­ρί­ζε­ται σε κε­φά­λαια ό­πως στα προ­η­γού­με­να δυο βι­βλία. Εί­ναι ε­νιαία, με με­γά­λα διά­κε­να στα χω­ρο­χρο­νι­κά πε­ρά­σμα­τα, και μοι­ρά­ζε­ται α­νά­με­σα στον πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή και τον πρω­το­πρό­σω­πο εν­διά­θε­το λό­γο της η­ρωί­δας. Και τα δυο αυ­τά α­φη­γη­μα­τι­κά μέ­ρη  δια­κό­πτο­νται α­πό πλα­γιο­γράμ­μα­τες πε­ρι­κο­πές με τα λό­για άλ­λων που ε­ντυ­πώ­θη­καν, κυ­ρίως με τις α­πα­γο­ρεύ­σεις και τις ε­πι­κρί­σεις του Υπε­ρε­γώ. Σαν μια “φω­νή” που α­να­κα­λεί στην τά­ξη το πα­ρα­παίον συ­ναι­σθη­μα­τι­κά Εγώ. Στο υ­πό­λοι­πο μυ­θι­στό­ρη­μα, ο πα­ντε­πό­πτης α­φη­γη­τής ει­σχω­ρεί στις μύ­χιες σκέ­ψεις του Ιό­σιφ και της δη­μο­σιο­γρά­φου, προ­ε­τοι­μά­ζο­ντας την ε­πι­κεί­με­νη συ­νά­ντη­σή τους. Η μοί­ρα, του­τέ­στιν η συγ­γρα­φέ­ας, ό­ρι­σε αυ­τοί οι τρεις να δια­σταυ­ρω­θούν μια ο­ρι­σμέ­νη η­μέ­ρα και ώ­ρα στο φουα­γέ ε­νός α­θη­ναϊκού ξε­νο­δο­χείου, που θύ­μι­ζε το κα­φέ του ξε­νο­δο­χείου Ουζ­μπε­κι­στάν.
Αυ­τή η ο­ρι­σμέ­νη η­μέ­ρα εί­ναι η 15η Μαΐου 2011, που, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­δεία, γί­νε­ται με­γά­λη α­ντι-μνη­μο­νια­κή δια­δή­λω­ση, ό­πως ε­κεί­νες του Ιου­νίου 2011. Μό­νο που πέ­φτει Κυ­ρια­κή, η­μέ­ρα που οι δη­μο­σιο­γρά­φοι κα­τά κα­νό­να δεν ο­ρί­ζουν συ­να­ντή­σεις, πλην ε­ξαι­ρε­τι­κών πε­ρι­πτώ­σεων. Πά­ντως, εί­ναι έ­να α­κό­μη μυ­θι­στό­ρη­μα της ε­φε­τι­νής ά­νοι­ξης, με­τά ε­κεί­νο της Ηλιο­πού­λου, στο ο­ποίο το πα­ρόν της α­φή­γη­σης το­πο­θε­τεί­ται στην σύ­ντο­μη σχε­τι­κά πε­ρίο­δο των α­ντι-μνη­μο­νια­κών συ­γκε­ντρώ­σεων του 2011. Και σε αυ­τό, η πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κή συ­γκυ­ρία δεν εί­ναι πα­ρά μα­κρι­νό φό­ντο και δεν α­ντα­να­κλά­ται στο μύ­θο του βι­βλίου. Εν τέ­λει, δεν εί­ναι πα­ρά μια α­κό­μη ι­στο­ρι­κή η­με­ρο­μη­νία α­πό αυ­τές που η συγ­γρα­φέ­ας μνη­μο­νεύει, δη­μιουρ­γώ­ντας μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κές συ­μπτώ­σεις. Άλλες η­με­ρο­μη­νίες εί­ναι η τε­λευ­ταία η­μέ­ρα ύ­παρ­ξης του Τεί­χους του Βε­ρο­λί­νου, η 9η Νοε. 1989, κα­τά την ο­ποία συ­μπτω­μα­τι­κά η Βε­ρό­νι­κα Κ. α­να­χώ­ρη­σε α­πό την Τα­σκέν­δη για την Ελλά­δα. Ή, η 14η Φε­βρ. 1992, η η­με­ρο­μη­νία της πρώ­της ε­πί­σκε­ψής της στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, που συ­νέ­πε­σε με το με­γά­λο συλ­λα­λη­τή­ριο για το ε­πί­μα­χο ό­νο­μα Μα­κε­δο­νία. Αυ­τές οι πλά­γιες υ­πο­μνή­σεις της συγ­γρα­φέως σε λη­σμο­νη­μέ­να γε­γο­νό­τα και πα­ρω­χη­μέ­νες έν­νοιες συν­δυά­ζουν το τερ­πνό με­τά του ω­φε­λί­μου.

Μια συγ­γέ­νεια

Να ση­μειώ­σου­με και μια συγ­γέ­νεια του πρό­σφα­του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος της Χου­ζού­ρη με έ­να άλ­λο μυ­θι­στό­ρη­μα του Βαλ­τι­νού, το τε­λευ­ταίο του, «Ανά­πλους», που εκ­δό­θη­κε Μάρ. 2012. Και τα δυο έ­χουν ως πυ­ρή­να, που, ως έ­να βαθ­μό, α­ντα­να­κλά­ται στη μορ­φή τους, μια συ­νέ­ντευ­ξη. Του Βαλ­τι­νού κρα­τά α­πα­ρέ­γκλι­τα τη μορ­φή των ε­ρω­τα­πο­κρί­σεων, με τις ε­ρω­τή­σεις να δί­νουν την α­φορ­μή και τις α­πα­ντή­σεις να α­πλώ­νο­νται σε έ­κτα­ση. Ενώ, στης Χου­ζού­ρη, οι στι­χο­μυ­θίες της συ­γκε­κρι­μέ­νης συ­νέ­ντευ­ξης της Βε­ρό­νι­κας Κ. α­πο­τε­λούν κά­ποιες νη­σί­δες μέ­σα στην κυ­ρίως α­φή­γη­ση, με τις α­πα­ντή­σεις να μέ­νουν βρα­χύ­λο­γες. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, οι συ­νε­ντεύ­ξεις δί­νο­νται σε μια νέα κο­πέ­λα που ε­τοι­μά­ζει συ­γκε­κρι­μέ­νη έ­ρευ­να. Η δη­μο­σιο­γρά­φος στης Χου­ζού­ρη α­σχο­λεί­ται με τη δεύ­τε­ρη γε­νιά των πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων. Όπως α­να­φέ­ρει η συγ­γρα­φέ­ας σε συ­νέ­ντευ­ξή της, η ί­δια έ­κα­νε έ­ρευ­να πριν γρά­ψει το μυ­θι­στό­ρη­μά της. Λει­τούρ­γη­σε, δη­λα­δή, ό­πως οι ση­με­ρι­νοί ε­ρευ­νη­τές της Προ­φο­ρι­κής Ιστο­ρίας. Απο­σπά­σμα­τα α­πό τις συ­νε­ντεύ­ξεις που πή­ρε η ί­δια α­πό “τα παι­διά” των ε­πα­να­πα­τρι­σθέ­ντων πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων πα­ρα­τί­θε­νται εμ­βό­λι­μα στο μυ­θι­στό­ρη­μα ως υ­λι­κό της έ­ρευ­νας α­πό τη νε­α­ρά δη­μο­σιο­γρά­φο. Οι συ­γκε­κρι­μέ­νες σε­λί­δες του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος μορ­φο­ποιού­νται κα­τά το πρό­τυ­πο των εν λό­γω ι­στο­ρι­κών συγ­γραμ­μά­των. Για το alter ego της, η Χου­ζού­ρη ε­πι­λέ­γει υ­παρ­κτό πρό­σω­πο, δια­τη­ρώ­ντας μέ­ρος των βιο­γρα­φι­κών του. Όπως το συ­νη­θί­ζει, στις πα­ρα­πο­μπές το ο­νο­μα­τί­ζει, α­να­φέ­ρο­ντας και ό­λα τα βι­βλία, πέ­ντε πε­ζο­γρα­φι­κά και έ­να δο­κι­μια­κό, με τα ο­ποία “συ­νο­μι­λεί”, πα­ρό­λο που η “συ­νο­μι­λία” της  πε­ριο­ρί­ζε­ται σε α­να­φο­ρά των τίτ­λων των βι­βλίων ή εμ­μέ­σως του ο­νό­μα­τος του συγ­γρα­φέα. Πα­ρό­μοια ε­πι­δερ­μι­κά ό­σο και εμ­φα­νή δά­νεια μάλ­λον δεν χρειά­ζο­νται πα­ρα­πο­μπή, ε­κτός κι αν αυ­τή α­πο­τε­λεί με­τα­μο­ντερ­νί­στι­κο κλεί­σι­μο του μα­τιού στους εν­δια­φε­ρό­με­νους.   
Στη συ­νέ­ντευ­ξή της, η συγ­γρα­φέ­ας ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι για να μπο­ρέ­σει να έρ­θει στη θέ­ση των ε­πα­να­πα­τρι­σθέ­ντων γό­νων των Ελλή­νων προ­σφύ­γων “και να κα­τα­λά­βει τη δυ­σκο­λία προ­σαρ­μο­γής που εί­χα­ν” –ε­κεί­νο “το αί­σθη­μα, σαν να εί­χαν έρ­θει α­πό άλ­λον πλα­νή­τη”– “ε­νερ­γο­ποίη­σε τη δια­δι­κα­σία της εν­συ­ναί­σθη­σης”. Ένας μάλ­λον α­δό­κι­μος ό­ρος, που έ­χει υιο­θε­τη­θεί ως α­πό­δο­ση του empathy. Προ­φα­νώς, πρό­κει­ται για α­ντι­δά­νειο, μό­νο που στο α­να­με­τα­ξύ του γλωσ­σι­κού πη­γαι­νέ­λα, η ελ­λη­νι­κή λέ­ξη εί­χε πλέ­ον κα­το­χυ­ρω­θεί με την κα­κό­ση­μη δευ­τε­ρεύου­σα ση­μα­σία της, ο­πό­τε χρεια­ζό­ταν να βρε­θεί άλ­λη ή να πλα­στεί κά­ποιος νε­ο­λο­γι­σμός. Κά­πως α­δό­κι­μη μας φαί­νε­ται και η δια­τύ­πω­ση της συγ­γρα­φέως. Λες και πα­τάς έ­να κου­μπί. Έτσι, ό­μως, υ­πο­βαθ­μί­ζε­ται ο ά­θλος να α­φου­γκρα­στείς τη γλώσ­σα του σώ­μα­τος. Όχι, το τι έ­λε­γαν αλ­λά το πώς το έ­λε­γαν. 
Η η­ρωί­δα της δι­χά­ζε­ται α­νά­με­σα στο πά­τριο έ­δα­φος, δη­λα­δή τον τό­πο κα­τα­γω­γής της οι­κο­γέ­νειας, και τη γε­νέ­τει­ρα. Εγκα­θί­στα­ται στην πα­τρί­δα των γο­νιών, αλ­λά ε­κεί, στο δια­μέ­ρι­σμα των Αμπε­λο­κή­πων, σε μια πό­λη, που με­τά εί­κο­σι δυο χρό­νια κα­τοί­κη­σης σε αυ­τήν, πα­ρα­μέ­νει ά­γνω­στη, υ­πάρ­χει ο χώ­ρος του σα­λο­νιού με έ­πι­πλα και βι­βλία και, κυ­ρίως, “χει­ρο­ποίη­τες ουζ­μπέ­κι­κες κού­πες τσα­γιού”, ό­λα φερ­μέ­να α­πό την Τα­σκέν­δη. “Αυ­τός ο χώ­ρος εί­ναι για ε­κεί­νη η πα­τρί­δα της.” Με άλ­λα λό­για,  κα­τά τη συγ­γρα­φέα, αυ­τή η γε­νιά δί­νει το α­πό­λυ­το προ­βά­δι­σμα στο βίω­μα. Μια μό­νο πα­ρα­τή­ρη­ση για την κα­τα­κλεί­δα του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Η συγ­γρα­φέ­ας α­πο­φεύ­γει την ποι­κι­λία α­πό χά­πυ εντ που τις προ­σφέ­ρο­νται. Η Βε­ρό­νι­κα Κ. δεν σμί­γει ού­τε με τον Ρω­σο­ε­βραίο, που πά­ντο­τε την πε­ρι­μέ­νει, ού­τε με τη μη­τέ­ρα, που ε­πί­σης την λα­χτα­ρά­ει. Απο­φα­σί­ζει να ζή­σει τη δι­κή της ζωή. Κα­τά τη γνώ­μη μας, έ­να ά­κρως αι­σιό­δο­ξο τέ­λος, που, ό­μως, ο παπ­πούς Φρόυ­ντ θα εύ­ρι­σκε α­νέ­φι­κτο. Οι ε­ξαρ­τη­μέ­νες προ­σω­πι­κό­τη­τες, ό­πως πλά­στη­κε η Βε­ρό­νι­κα Κ. α­πό το οι­κο­γε­νεια­κό της πε­ρι­βάλ­λον και το αυ­ταρ­χι­κό σύ­στη­μα της γε­νέ­τει­ράς της, μέ­νουν δια βίου ε­ξαρ­τη­μέ­νες. Το μό­νο, που μπο­ρούν να αλ­λά­ξουν, εί­ναι τον φο­ρέα της ψυ­χο­λο­γι­κής τους υ­πο­στή­ρι­ξης, κι αυ­τό με με­γά­λη δυ­σκο­λία.  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 6/10/2013.

Άλλη μια μορφική πρωτοτυπία

$
0
0
Δη­μο­σιεύε­ται στο τρέ­χον τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού
«Οδός Πα­νός» (τχ. 160, Σεπ.-Δεκ 2013)

Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός
«Ημε­ρο­λό­γιο 1836-2011»
Δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση
Βι­βλιο­πω­λείον της Εστίας
Ι. Δ. Κολ­λά­ρου & Σίας
Ια­νουά­ριος 2013

Ο Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, με τη δεύ­τε­ρη έκ­δο­ση του δέ­κα­του στη σει­ρά βι­βλίου του, συ­γκε­ντρώ­νει για πρώ­τη φο­ρά σε έ­ναν εκ­δό­τη ά­πα­ντα τα βι­βλία του, του­τέ­στιν τα δέ­κα πέ­ντε μιας 40ε­τούς εκ­δο­τι­κής πα­ρου­σίας. Έχου­με, λοι­πόν, τα Άπα­ντα Βαλ­τι­νού, που έ­ξι εκ­δό­τες ε­ρω­το­τρο­πού­σαν κα­τά και­ρούς να α­πο­κτή­σουν και προς τού­το, κα­τά την σκυ­τα­λο­δρο­μία της δια­δο­χής, κυ­κλο­φο­ρού­σαν, πα­ράλ­λη­λα με τα πρω­τό­τυ­πα που κά­θε φο­ρά προέ­κυ­πταν, και ε­πα­νεκ­δό­σεις ό­σων α­πό τα προ­η­γού­με­να προ­λά­βαι­ναν. Αυ­τά τα τε­λευ­ταία ε­πι­λέ­γο­νταν κα­τά σει­ρά α­ξιο­λό­γη­σης μάλ­λον του εκ­δό­τη, με α­πο­τέ­λε­σμα το δεύ­τε­ρο εκ­δο­θέν και γνω­στό­τε­ρο βι­βλίο του, «Η κά­θο­δος των εν­νιά», να υ­πάρ­χει στους κα­τα­λό­γους πέ­ντε εκ­δο­τι­κών οί­κων. Αντι­θέ­τως, το προ­σφά­τως ε­πα­νεκ­δο­θέν, δέ­κα­το βι­βλίο, πρω­το­κυ­κλο­φό­ρη­σε Απρ. 2001 α­πό τον τέ­ταρ­το στη σει­ρά εκ­δό­τη, αλ­λά πα­ρα­κάμ­φθη­κε α­πό τον βρα­χύ­βιο πέ­μπτο, που προ­τί­μη­σε ως ε­μπο­ρι­κός εκ­δο­τι­κός οί­κος, με­τά το δεύ­τε­ρο, το έ­τε­ρο πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο του Βαλ­τι­νού, το «Ορθο­κω­στά».
Κι ό­μως, το συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο έ­χει πολ­λα­πλό εν­δια­φέ­ρον. Ο Βαλ­τι­νός, σε αυ­τό, δεί­χνει να κά­νει έ­να πρώ­το ά­νοιγ­μα προς την αυ­το­βιο­γρά­φη­ση, την ο­ποία προ­χω­ρά­ει με τα ε­πό­με­να βι­βλία του, συ­νε­χώς ε­πε­κτεί­νο­ντάς την, πά­ντο­τε υ­πό μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή κά­λυ­ψη, μέ­χρι το πιο πρό­σφα­το, το «Ανά­πλους». Ταυ­τό­χρο­να, πρό­κει­ται για το πλέ­ον ι­διό­τυ­πο βι­βλίο του, κα­θώς λύ­νει ό­λους τους αρ­μούς: νο­η­μα­τι­κούς, χρο­νι­κούς, χω­ρι­κούς. Το μό­νο στα­θε­ρό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι η μορ­φή, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τήν την έ­χει εκ προοι­μίου προσ­διο­ρί­σει μέ­σω του τίτ­λου. Ενός τίτ­λου μάλ­λον αό­ρι­στου, κα­θώς δη­λώ­νει μεν ό­τι πρό­κει­ται για η­με­ρο­λό­γιο, αλ­λά δεν προσ­διο­ρί­ζει ποιας ο­ντό­τη­τας ή κα­τά­στα­σης εί­ναι ο η­με­ρο­δεί­κτης, α­φού το χρο­νι­κό ά­νοιγ­μα των 176 ε­τών α­πο­κλείει την πε­ρί­πτω­ση να πρό­κει­ται πε­ρί ε­νός προ­σώ­που. Πα­ρά έ­ξι έ­τη θα μπο­ρού­σε να α­φο­ρά το α­νε­ξάρ­τη­το νε­ο­ελ­λη­νι­κό κρά­τος. Το 1836, ό­μως, εί­χε ή­δη προ τε­τρα­ε­τίας ε­κλε­γεί ο Όθων βα­σι­λιάς των Ελλή­νων, ο­πό­τε μία προ­φα­νής ι­στο­ρι­κή α­φε­τη­ρία του Ημε­ρο­λο­γίου α­πο­κλείε­ται. Ανά­με­σα, ω­στό­σο, στα λι­γο­στά ση­μα­ντι­κά γε­γο­νό­τα, που φαί­νε­ται να έ­λα­βαν χώ­ρα ε­κεί­νο το σω­τή­ριον έ­τος στην τό­τε ελ­λη­νι­κή ε­πι­κρά­τεια, ε­κτός α­πό την ί­δρυ­ση α­νώ­τα­των εκ­παι­δευ­τι­κών ι­δρυ­μά­των, εί­ναι η αλ­λα­γή της πρω­τεύου­σας της ε­παρ­χίας Κυ­νου­ρίας, α­πό τον ο­ρει­νό Άγιο Πέ­τρο στο πα­ρα­θα­λάσ­σιο Άστρος. Μα­κράν, ό­μως, του Βαλ­τι­νού πα­ρό­μοιες το­πι­κι­στι­κές εμ­μο­νές, καί­τοι γεν­νη­θείς στο Κα­στρί, άλ­λο­τε πο­τέ Άγιο Νι­κό­λαο, που βρί­σκε­ται πλη­σίον της πρώ­της έ­δρας της πρω­τεύου­σας. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, στο αυ­τά­κι της πρώ­της έκ­δο­σης του Ημε­ρο­λο­γίου, έ­να ε­κτε­νές βιο­γρα­φι­κό προσ­διο­ρί­ζει ως τό­πο γεν­νή­σεως το πα­ρα­κεί­με­νο χω­ριό Κα­ρά­του­λα.
Δια­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα, πιο συ­γκλο­νι­στι­κά, τον εν­δια­φέ­ρουν σε αυ­τό το βι­βλίο. Όπως ο ε­ρω­τι­κός βίος του Αλε­ξά­ντερ Πού­σκιν και τα ‘‘θα­να­τη­φό­ρα αι­δοία’’. Θα­να­τη­φό­ρα, κα­θώς συ­χνά ω­θού­σαν σε μο­νο­μα­χίες, έ­χο­ντας ως μό­νη α­φορ­μή τις ζη­λο­τυ­πίες, που δη­μιουρ­γούν οι τρια­δι­κές σχέ­σεις. Κυ­ριο­λε­κτι­κώς θα­να­τη­φό­ρα την ε­πο­χή του ρώσ­σου ποιη­τή, που σκο­τώ­θη­κε σε μια πα­ρό­μοια μο­νο­μα­χία, με­τα­φο­ρι­κά στον αιώ­να του συγ­γρα­φέα, που οι μο­νο­μα­χίες εί­χαν δια νό­μου κα­ταρ­γη­θεί, α­νε­ξάρ­τη­τα αν οι ι­ψε­νι­κές σχέ­σεις ε­ξα­κο­λου­θού­σαν, και ε­ξα­κο­λου­θούν βε­βαίως, να θάλ­λουν. Ο ί­διος ή, ορ­θό­τε­ρα, α­φού πρό­κει­ται για μυ­θι­στό­ρη­μα, ο α­φη­γη­τής του φαί­νε­ται συ­χνά να πρω­το­στά­τη­σε σε τέ­τοιου εί­δους σχέ­σεις, αλ­λά στο ρό­λο του ε­ρα­στή και ό­χι του α­πα­τη­μέ­νου συ­ζύ­γου ό­πως ο Πού­σκιν. Πά­ντως, κα­θώς ού­τε αυ­τός διέ­λα­θε κά­ποιων ε­λα­φρύ­τε­ρων συ­νε­πειών, ό­πως οι κρί­σεις α­πελ­πι­σίας, τα βιώ­νει μάλ­λον σαν αι­μο­βό­ρα.
Από τον Πού­σκιν στον Βαλ­τι­νό, τη γέ­φυ­ρα την α­πο­κα­θι­στούν το ε­ρω­τι­κό στοι­χείο, ό­πως αυ­τό ο­ρί­ζε­ται α­πό το ε­πι­θε­τι­κό αρ­σε­νι­κό, και η ποιη­τι­κό­τη­τα. Όταν το α­φη­γη­μα­τι­κό alter ego του Βαλ­τι­νού α­να­κα­λύ­πτει το 1986 στο Δυ­τι­κό Βε­ρο­λί­νο το η­με­ρο­λό­γιο του Πού­σκιν, ει­κά­ζει ό­τι εί­ναι πλα­στό, ‘‘τα γε­γο­νό­τα ω­στό­σο α­ναμ­φι­σβή­τη­τα’’, ό­πως σπεύ­δει να προ­σθέ­σει. Πα­ρο­μοίως, το η­με­ρο­λό­γιο που ε­κεί­νος στή­νει, δεί­χνει πλα­στό, αυ­τά, ό­μως, που κα­τα­γρά­φο­νται, πα­ρα­πέ­μπουν ‘‘α­ναμ­φι­σβή­τη­τα’’ στον αι­σθη­τί­στα συλ­λέ­κτη γλωσ­σι­κής ύ­λης και συμ­βά­ντων, που εί­ναι ο Βαλ­τι­νός. Όσα α­πό τα α­να­φε­ρό­με­να βρί­σκο­νται ε­κτός της βιω­μέ­νης α­πό τον συγ­γρα­φέα χρο­νο­λο­γι­κής πε­ριό­δου, θα μπο­ρού­σαν να αν­τλού­νται α­πό το η­με­ρο­λό­γιο του συγ­γρα­φέα, ό­ταν ε­κεί­νος λει­τουρ­γεί ως συλ­λέ­κτης ι­στο­ριών.
Με το συλ­λέ­κτη να προ­η­γεί­ται του μυ­θο­πλά­στη ξε­κί­νη­σε ο Βαλ­τι­νός και έ­τσι συ­νέ­χι­σε. Σε αυ­τήν την πο­ρεία, ω­στό­σο, δια­κρί­νο­νται δυο πε­ρίο­δοι. Στην πρώ­τη τρια­κο­ντα­ε­τία (1963-1992), ε­πι­λέ­γο­νται ως θέ­μα­τα ε­ξαι­ρε­τι­κές πε­ρι­πτώ­σεις ι­στο­ριών, ε­νώ στην δεύ­τε­ρη, που αρ­χί­ζει το 1994, ό­ταν εκ­δί­δε­ται το πρώ­το βι­βλίο με μυ­θο­ποιη­μέ­νες μαρ­τυ­ρίες, το «Ορθο­κω­στά», ο συλ­λέ­κτης- μυ­θο­πλά­στης ε­πι­ζη­τά, ταυ­τό­χρο­να, ρό­λο ‘‘ι­στο­ρι­κού’’ και δη ‘‘α­να­θεω­ρη­τι­κού’’. Το 1994 μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί κομ­βι­κό έ­τος για τη σχέ­ση του Βαλ­τι­νού με την Ιστο­ρία, κα­θώς η ο­πτι­κή του δια­φο­ρο­ποιεί­ται, α­κο­λου­θώ­ντας στο ε­ξής α­να­θεω­ρη­τι­κή στά­ση α­πέ­να­ντι στα ι­στο­ρι­κά συμ­βά­ντα. Δεί­χνει, δη­λα­δή, να α­παλ­λάσ­σε­ται α­πό κά­ποιες προ­γε­νέ­στε­ρες δε­σμεύ­σεις και να κι­νεί­ται πλέ­ον α­νε­μπό­δι­στα. Πε­ριέρ­γως, στις η­με­ρο­λο­για­κές εγ­γρα­φές ε­κεί­νου του ο­ρια­κού έ­τους, που φτά­νουν κα­τ'ε­ξαί­ρε­ση τις εν­νέα, μά­λι­στα τρεις στην ί­δια η­μέ­ρα, την 29η Απρ., Με­γά­λη Πα­ρα­σκευή, δεν υ­πάρ­χουν ού­τε καν νύ­ξεις ι­στο­ρι­κής υ­φής. Μια, πά­ντως, εγ­γρα­φή, με η­με­ρο­μη­νία 23 Ιουν. 1994, α­να­φέ­ρε­ται στην υ­πο­γρα­φή α­ντι­τύ­πων νέ­ου βι­βλίου. Πρό­κει­ται μάλ­λον για την μό­λις εκ­δο­θεί­σα «Ορθο­κω­στά». Υπερ­βαί­νο­ντας τις συγ­γρα­φι­κές προ­θέ­σεις, η η­με­ρο­μη­νία εν­δε­χο­μέ­νως να πα­ρα­πέ­μπει α­κρι­βώς στα πε­νή­ντα χρό­νια α­πό την η­μέ­ρα που άρ­χι­σε η τρί­τη με­γά­λη εκ­κα­θα­ρι­στι­κή ε­πι­χεί­ρη­ση Γερ­μα­νών και ‘‘συ­νο­δοι­πό­ρω­ν’’ στον Πάρ­νω­να, το κα­τ’ ε­ξο­χήν εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κό σκη­νι­κό του συγ­γρα­φέα.
Γε­νι­κό­τε­ρα, στις συ­νο­λι­κά 153 εγ­γρα­φές, ο α­φη­γη­τής, χω­ρίς να ξε­φεύ­γει α­πό τον θε­μα­το­γρα­φι­κό κύ­κλο του Βαλ­τι­νού, φαί­νε­ται να κι­νεί­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο σε προ­σω­πι­κές πε­ριο­χές. Ας διευ­κρι­νί­σου­με ό­τι, ε­πί του συ­νό­λου, μό­λις έ­ξι εγ­γρα­φές α­φο­ρούν τον 19ο αιώ­να και 14 την πρώ­τη τρια­κο­ντα­ε­τία του 20ου, δη­λα­δή την πε­ρίο­δο προ της γεν­νή­σεως του συγ­γρα­φέα. Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό αυ­τές εί­ναι γρι­φώ­δεις και συ­γκρι­τι­κά προς ε­κεί­νες που α­κο­λου­θούν σύ­ντο­μες, με­ρι­κές α­κό­μη και της μιας φρά­σης. Πα­ρά την πύ­κνω­ση της α­φή­γη­σης, προ­κα­λούν μια, λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο φευ­γα­λέα, συ­γκί­νη­ση.
Οι η­με­ρο­λο­για­κές κα­τα­γρα­φές λό­γων και γε­γο­νό­των συ­νο­δεύο­νται α­πό την η­με­ρο­μη­νία, που μπο­ρεί μεν να τις ση­μα­το­δο­τεί, αλ­λά δεν λαμ­βά­νε­ται υ­πό­ψη στην πα­ρά­τα­ξή τους. Η κει­με­νι­κή αλ­λη­λου­χία των γε­γο­νό­των εί­ναι α­νε­ξάρ­τη­τη του πό­τε συ­νέ­βη­σαν. Εδώ, γεν­νιέ­ται το ε­ρώ­τη­μα, αν πρό­κει­ται για μορ­φι­κή εκ­ζή­τη­ση ή για αι­σθη­τι­κό αί­τη­μα. Ένα πα­ρά­πλευ­ρο ε­ρώ­τη­μα θα ή­ταν το ποια ει­κό­να θα α­να­δει­κνυό­ταν, αλ­λά κι αν θα α­να­δει­κνυό­ταν κά­ποια, στην πε­ρί­πτω­ση που α­πο­κα­θί­στα­το η χρο­νο­λο­γι­κή αλ­λη­λου­χία. Τι θα προέ­κυ­πτε μέ­σα α­πό τα βιω­μα­τι­κά σπα­ράγ­μα­τα και τα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό τα βιο­γρα­φι­κά στοι­χεία; Δί­κην πα­ρα­δείγ­μα­τος, η α­φή­γη­ση της ε­ρω­τι­κής συ­νεύ­ρε­σης της 9ης Σεπ. 1996, σε στά­ση, για το θή­λυ, αν ό­χι πά­ντο­τε ε­πώ­δυ­νη, σί­γου­ρα πά­ντως υ­πο­τι­μη­τι­κή, αλ­λά για το άρ­ρεν ε­σα­εί α­πο­λαυ­στι­κή, για­τί να κό­πτε­ται στα δυο με την πα­ρεμ­βο­λή δυο εγ­γρα­φών που α­να­φέ­ρο­νται στα γη­ρα­τειά και την α­πει­λή του θα­νά­του; Ο Εμπει­ρί­κος, λ.χ., πο­τέ δεν θα α­να­χαί­τι­ζε τό­σο βίαια την α­να­γνω­στι­κή η­δο­νή. Ωστό­σο, και στους δυο συγ­γρα­φείς, η γυ­ναί­κα προ­βάλ­λει σαν πρό­σω­πο λα­τρείας, με τις πε­ρι­γρα­φές να ε­στιά­ζουν στο γυ­ναι­κείο σώ­μα και την ε­ρω­τι­κή τε­λε­τουρ­γία. Αυ­τό συ­νι­στά έ­να ση­μείο συ­νά­ντη­σης αμ­φο­τέ­ρων με τον Πού­σκιν. Μό­νο οι Λο­λί­τες του «Με­γά­λου Ανα­το­λι­κού» α­που­σιά­ζουν α­πό το Ημε­ρο­λό­γιο Βαλ­τι­νού, που, κα­τά τα άλ­λα, συ­να­γω­νί­ζε­ται τον Εμπει­ρί­κο στις ε­λευ­θε­ριά­ζου­σες πε­ρι­γρα­φές. Υπάρ­χει, πά­ντως, μια και μο­νά­κρι­βη α­να­φο­ρά, με η­με­ρο­μη­νία 13.5.1966, κά­τι σαν δί­στι­χο: ‘‘Αυ­τή η ά­γου­ρη α­κό­μη μι­κρού­λα./ Αυ­τή η προ­νύμ­φη.’’ Ο Βαλ­τι­νός, με την ε­πί­γνω­ση ό­τι εί­ναι μο­νά­χα πε­ζο­γρά­φος, ό­πως πα­ρα­τη­ρεί σε χρο­νι­κά με­τα­γε­νέ­στε­ρη εγ­γρα­φή, κοι­τά­ζο­ντας φω­το­γρα­φία α­πό το γκρέ­μι­σμα του Τεί­χους του Βε­ρο­λί­νου, κα­τα­χω­ρεί τους μο­να­δι­κούς στί­χους του Ημε­ρο­λο­γίου. Εί­χαν γρα­φτεί τό­τε και συ­νο­μι­λούν ό­χι με τον Εμπει­ρί­κο, αλ­λά με τον Νι­κή­τα Ρά­ντο. Αν και ο τε­λευ­ταίος στί­χος α­κού­γε­ται μάλ­λον ως πα­ρή­χη­ση της κα­τα­κλεί­δας του εγ­γο­νο­πο­λι­κού «Μπο­λι­βάρ». Άρα­γε, αν ο Βαλ­τι­νός έ­γρα­φε ποίη­ση, θα α­κο­λου­θού­σε τους υ­περ­ρε­α­λι­στές του Με­σο­πο­λέ­μου; Πά­ντως, προ­βάλ­λει το ί­διο με ε­κεί­νους ιε­ρό­συ­λος, ό­ταν αλ­λοιώ­νει φρά­σεις συ­να­ξα­ρι­στών, ‘‘...και την α­γκά­λια­σε και έ­λα­βε με­γά­λη θε­ρα­πείαν.’’ Ή, α­κό­μη, ό­ταν μνη­μο­νεύει ε­ρω­τι­κές διε­γέρ­σεις σε εκ­κλη­σια­στι­κούς χώ­ρους υ­πό το βλέμ­μα τρουλ­λαίου Πα­ντο­κρά­το­ρος.
Δί­κην και πά­λι πα­ρα­δείγ­μα­τος, σε αυ­τό το μα­στο­ρι­κά ‘‘α­να­κα­τω­μέ­νο’’ Ημε­ρο­λό­γιο, στα δυο δεν κό­βο­νται μό­νο οι ε­ρω­τι­κές συ­νευ­ρέ­σεις αλ­λά και οι θά­να­τοι και οι τε­λε­τουρ­γίες που α­κο­λου­θούν μέ­χρι και την α­να­κο­μι­δή των ο­στών. Οι τε­λευ­ταίες δύ­σκο­λες ώ­ρες της μη­τέ­ρας του α­φη­γη­τή, μα­ζί με τις ε­πώ­δυ­νες για τον ί­διο μνή­μες α­πό την τα­φή της, αλ­λά και α­πό έ­να πα­ρά­πο­νό της, α­φορ­μώ­με­νο α­πό τον μποέ­μι­κο βίο του, φαί­νε­ται να δί­νουν το υ­λι­κό για δυο εγ­γρα­φές, που κα­τα­χω­ρού­νται α­σύν­δε­τες. Έτσι, ό­μως, αμ­βλύ­νε­ται το δρα­μα­τι­κό στοι­χείο της α­φή­γη­σης. Από το πρό­σφα­το 15ο βι­βλίο του Βαλ­τι­νού, φαί­νε­ται ό­τι πρό­κει­ται για τη μη­τέ­ρα του συγ­γρα­φέα. Ενδει­κτι­κό­τε­ρο το πα­ρά­δειγ­μα δυο η­με­ρο­λο­για­κών κα­τα­χω­ρή­σεων με την ί­δια η­με­ρο­μη­νία, 28.10.1994, αλ­λά σε κει­με­νι­κή α­πό­στα­ση, ώ­στε να λει­τουρ­γούν αυ­το­τε­λώς. Εδώ, η α­πώ­λεια εί­ναι έ­να ε­ξαι­ρε­τι­κό διή­γη­μα για τον συ­ζυ­γι­κό έ­ρω­τα, που κρα­τού­σε άλ­λο­τε πο­τέ μι­σό αιώ­να και συ­νε­χι­ζό­ταν για α­κό­μη έ­να τέ­ταρ­το του αιώ­να, κα­τά το ο­ποίο ο έ­νας α­πό τους δυο τύ­χαι­νε να ε­πι­βιώ­σει του θα­νά­του του ε­τέ­ρου η­μί­σεως. Ένα διή­γη­μα, που, αν αυ­το­νο­μεί­το, θα μπο­ρού­σε να τιτ­λο­φο­ρεί­ται ‘‘α­να­κο­μι­δή ο­στών’’ ή ‘‘το τα­ξεί­δι στο σκό­τος’’. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, έ­ναν πα­ρό­μοιο ι­σό­βιο έ­ρω­τα ε­πι­λέ­γει ο συγ­γρα­φέ­ας ως τε­λευ­ταία χρο­νι­κά εγ­γρα­φή του Ημε­ρο­λο­γίου, στις 3 Ιαν. 2011. Εί­ναι τα λό­για ε­νός γέ­ρο­ντα, στον έ­βδο­μο χρό­νο α­πό τον θά­να­το της γυ­ναί­κας του, που για­τρο­πό­ρε­ψε μέ­χρι τε­λευ­τής της. Ενώ, κα­θό­λου τυ­χαία, ως χρο­νι­κά πρώ­τη εγ­γρα­φή, προ­κρί­νε­ται η 18η Ιουν. 1836, με την πε­ρι­γρα­φή της ε­ρω­τι­κής συ­νεύ­ρε­σης του Αλέ­ξαν­δρου και της Να­τα­λίας Πού­σκιν σε μια στά­ση αγ­γλι­στί doggystyle, γερ­μα­νι­στί hundchenstellung, ή, προς ε­ξω­ραϊσμό των ε­ντυ­πώ­σεων, a tergo.
Με άλ­λα λό­για, έ­να Ημε­ρο­λό­γιο για τον έ­ρω­τα αλ­λά και τον θά­να­το, ό­που ο θά­να­τος θα α­να­με­νό­ταν να κυ­ριαρ­χεί στα ι­στο­ρι­κά συμ­βά­ντα. Οπό­τε και ε­πα­νέρ­χε­ται το ε­ρώ­τη­μα: Σε μια χρο­νο­λο­γι­κά εύ­τα­κτη πα­ρά­τα­ξη, ποια α­πό αυ­τά θα μπο­ρού­σαν να συ­ναρ­μο­λο­γη­θούν και σε ποια μορ­φή μυ­θο­πλα­στι­κής εκ­δο­χής θα α­να­δει­κνύο­ντα­ν; Αρκε­τές εγ­γρα­φές δεί­χνουν σαν ε­ρά­νι­σμα α­πό τα ε­να­πο­μεί­να­ντα άλ­λων βι­βλίων. Λ.χ., α­πό το «Συ­να­ξά­ρι Αντρέα Κορ­δο­πά­τη. Βι­βλίο δεύ­τε­ρο: Βαλ­κα­νι­κοί - ’22» έλ­κουν την κα­τα­γω­γή τους οι λι­γο­στές εγ­γρα­φές της Μι­κρα­σια­τι­κής πε­ρι­πέ­τειας. Μό­νο που η έμ­φα­ση δί­νε­ται στο έν­στι­κτο της ζωής πα­ρά στο αι­μα­το­κύ­λι­σμα. Κυ­ρίαρ­χο προ­βάλ­λει το γε­νε­τή­σιο έν­στι­κτο, εί­τε αυ­τό εκ­δη­λώ­νε­ται ως βια­σμός εί­τε σαν ο­νεί­ρω­ξη. Δεν λεί­πουν και κά­ποιες νό­τες αι­σθη­μα­τι­σμού. Για πα­ρά­δειγ­μα, ό­ταν το Μι­κρα­σια­τι­κό Μέ­τω­πο βρί­σκε­ται υ­πό κα­τάρ­ρευ­ση και έ­να δυο δι­κοί μας, λου­φαγ­μέ­νοι στο δά­σος για να γλι­τώ­σουν, κοι­τά­ζουν τα α­στέ­ρια. Εί­ναι τα ί­δια α­στέ­ρια που έ­βλε­παν και α­πό τον τό­πο τους. Ακό­μη κι αυ­τή η α­να­φο­ρά έ­χει το ε­ρω­τι­κό της συν­δη­λού­με­νο, κα­θώς ξε­χω­ρί­ζουν τον Ωρίω­να, για τους νη­σιώ­τες α­λε­τρο­πό­δι, που, κα­τά τη μυ­θο­λο­γι­κή εκ­δο­χή, κυ­νη­γά μο­νί­μως α­πό πί­σω την Πού­λια.
Από τα υ­πό­λοι­πα των δυο μπε­στ σέ­λερ του συγ­γρα­φέα, που α­να­φέ­ρο­νται στην τα­ρα­χώ­δη δε­κα­ε­τία του ’40, μό­λις τρεις εί­ναι οι εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κές εγ­γρα­φές που σχε­τί­ζο­νται με τα κοι­νά: Απρ. 1947, ‘‘Θα με­θύ­σουν τα βου­νά α­πό το αί­μα τους’’, δη­λω­τι­κή της έ­παρ­σης της μιας πλευ­ράς, κα­θώς αρ­χί­ζουν οι εκ­κα­θα­ρι­στι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις στην Πε­λο­πόν­νη­σο. Ιούν. 1948, ‘‘Μέ­θυ­σαν τα βου­νά α­πό το αί­μα’’, σαν ου­δέ­τε­ρη δια­πί­στω­ση. Εξάλ­λου, α­πό το πρώ­το κιό­λας διή­γη­μα του Βαλ­τι­νού («Αύ­γου­στος 1948»), τα βου­νά πί­νουν αί­μα. Αργό­τε­ρα, αρ­κε­τά αρ­γό­τε­ρα, εμ­φα­νί­ζε­ται ο έ­ρω­τας, ο έ­τε­ρος ι­σχυ­ρός πό­λος στο έρ­γο του. Η τρί­τη εγ­γρα­φή αυ­τής της δε­κα­ε­τίας, 16 Ιουλ. 1948, ‘‘Και τα ό­ρη αυ­τών με­θυ­σθή­σε­ται εν τω αί­μα­τι αυ­τών’’, εί­ναι α­πό την Βί­βλο. Συ­γκε­κρι­μέ­να α­πό τα της Ιου­δή­θ, χω­ρίς ό­μως να γί­νε­ται κα­μία μνεία στον θρίαμ­βο των α­δυ­νά­των με­τά τον μα­κά­βριο α­πο­κε­φα­λι­σμό του Ολο­φέρ­νη α­πό ε­κεί­νη. Με τη θεία βοή­θεια δρα η Ιου­δή­θ, σε α­ντί­θε­ση με τη δο­λιό­τη­τα της Δα­λι­δά, που εκ­μη­δέ­νι­σε α­ναί­μα­κτα τον Σαμ­ψών. Εδώ, οι εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κές εμ­μο­νές του Βαλ­τι­νού σαν να α­να­μι­γνύο­νται με ε­κεί­νες που δη­μιουρ­γούν στον α­φη­γη­τή του οι γυ­ναί­κες δή­μιοι, ό­πως η Δω­ρο­θέα, που δια­τη­ρού­σε σύ­ζυ­γο και δεύ­τε­ρο ε­ρα­στή ή η Ελ., που ό­ταν τον πα­ρά­τη­σε, ε­κεί­νος πή­γε να τρε­λα­θεί, ό­πως θυ­μά­ται 23 χρό­νια με­τά. Ως ε­ναρ­κτή­ρια εγ­γρα­φή του τρέ­χο­ντος αιώ­να, 27 Ιουν. 2000, ε­πι­λέ­γε­ται το ε­ορ­το­λό­γιο της η­μέ­ρας, που φέ­ρει ε­πι­κε­φα­λής τον Σαμ­ψών τον ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο ξε­νο­δό­χο. Δια­φο­ρε­τι­κά πρό­σω­πα ο Σαμ­ψών του Βι­βλίου των Κρι­τών και ε­κεί­νος της Πα­λαιάς Δια­θή­κης. Αυ­τό, ό­μως, δεν α­πο­κλείει ο α­φη­γη­τής να φα­ντα­σιώ­νε­ται ε­αυ­τόν άλ­λο­τε σαν Σαμ­ψών κι άλ­λο­τε σαν Αϊ Γιώρ­γη. Έτσι, άλ­λω­στε, φαί­νε­ται να τον έ­χουν οι γυ­ναί­κες που α­νέ­κα­θεν τον πε­ρι­στοι­χί­ζουν. Δεν εί­ναι τυ­χαίο, ό­τι στο πρώ­το και το τε­λευ­ταίο α­πό­σπα­σμα, κα­τά σει­ρά κει­με­νι­κής πα­ρά­τα­ξης, αυ­τές πρω­τα­γω­νι­στούν, και ό­χι το ’22 ή ο Εμφύ­λιος.
Ορι­σμέ­νες μνή­μες βιω­μα­τι­κές ή α­να­γνω­στι­κές αυ­το­νο­μού­νται με την η­με­ρο­μη­νία τους, ε­νώ άλ­λες κα­τα­χω­ρού­νται με την η­με­ρο­μη­νία της δη­μιουρ­γίας τους, δη­λα­δή της πρόσ­λη­ψής τους α­πό τον η­με­ρο­λο­γιο­γρά­φο. Για πα­ρά­δειγ­μα, στις κα­τα­χω­ρή­σεις του 19ου αιώ­να, οι ε­ρω­τι­κές εγ­γρα­φές του Πού­σκιν έ­χουν ως α­ντί­στι­ξη ε­κεί­νες α­πό το η­με­ρο­λό­γιο της γερ­μα­νί­δας ζω­γρά­φου Πά­ου­λα Μπέ­κε­ρ, που εί­χε α­πο­κλεί­σει τον έ­ρω­τα α­πό τη ζωή της για τον έ­ρω­τα της Τέ­χνης. Βα­σα­νι­ζό­ταν με τη μορ­φή, α­νοί­γο­ντας και­νού­ριους εκ­φρα­στι­κούς δρό­μους. Σή­με­ρα, τα έρ­γα της ε­ντάσ­σο­νται στον πρώι­μο εξ­πρε­σιο­νι­σμό. Αρκε­τές εγ­γρα­φές εί­ναι α­πό κου­βέ­ντες, ε­ξο­μο­λο­γή­σεις ή προ­φη­τι­κές φρά­σεις γυ­ναι­κών, που φαί­νε­ται να τις α­πευ­θύ­νουν στον α­φη­γη­τή. Εκεί­νος τις ε­ναλ­λάσ­σει με ε­ξαι­ρε­τι­κά συμ­βά­ντα α­πό την ο­ρει­νή εν­δο­χώ­ρα πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών. Εκεί οι γυ­ναί­κες υ­πο­τάσ­σο­νταν στους ά­ντρες και ξε­θύ­μαι­ναν βιαιο­πρα­γώ­ντας στα ζω­ντα­νά. Ορι­σμέ­νες α­φη­γή­σεις έ­χουν τη μορ­φή μί­νι διη­γη­μά­των. Με­ρι­κές ε­ντυ­πώ­νο­νται με το κρυ­πτι­κό τους φορ­τίο, άλ­λο­τε λε­κτι­κό κι άλ­λο­τε νο­η­μα­τι­κό. Υπάρ­χουν, ό­μως, και κά­ποιες που χά­νουν μέ­ρος α­πό το ει­δι­κό βά­ρος τους, κα­θώς λεί­πει η συ­γκε­κρι­μέ­νη α­να­φο­ρά σε πρό­σω­πα. Άλλη η α­να­γνω­στι­κή αί­σθη­ση α­πό την κη­δεία του μπάρ­μπα-Γιάν­νη Μ. ή το μνη­μό­συ­νο του Αλέ­ξαν­δρου Κ. και άλ­λη α­πό την κη­δεία του Μα­νού­σα­κα και το μνη­μό­συ­νο του Κο­τζιά.
Τε­λι­κά, αν υ­πε­ρι­σχύει μια αί­σθη­ση, αυ­τή εί­ναι η αί­σθη­ση της νο­σταλ­γίας. Και ό­ταν πρό­κει­ται για τα κοι­νά, ε­κεί­νη της μα­ταίω­σης. Κα­τά τα άλ­λα, ε­μείς κρα­τά­με τις ε­πι­φυ­λά­ξεις μας για το συγ­γρα­φι­κό πεί­σμα του Βαλ­τι­νού να δο­κι­μά­ζει και να δο­κι­μά­ζε­ται σε δια­φο­ρε­τι­κές μυ­θο­πλα­στι­κές μορ­φές. Πι­θα­νώς, ο χρό­νος να τον δι­καιώ­σει, ό­πως συ­νέ­βη με την Πά­ου­λα Μπέ­κερ. Μέ­χρι στιγ­μής, πά­ντως, στα Άπα­ντα Βαλ­τι­νού υ­πάρ­χουν μό­νο δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των. Με το υ­λι­κό του Ημε­ρο­λο­γίου έ­χου­με την ε­ντύ­πω­ση – μην πού­με βε­βαιό­τη­τα – ό­τι θα προέ­κυ­πταν και μια και δυο πρό­σθε­τες, κα­θώς α­κό­μη και εγ­γρα­φές δια­φο­ρε­τι­κών η­με­ρο­μη­νιών συ­νο­μι­λούν με­τα­ξύ τους, εάν συ­ναρ­μο­στούν. Επι­βε­βαίω­ση αυ­τού του ι­σχυ­ρι­σμού α­πο­τε­λεί το διή­γη­μα με τίτ­λο «Τρί­πτυ­χο», που δη­μο­σιεύ­θη­κε πρό­σφα­τα στο πε­ριο­δι­κό «Εντευ­κτή­ριο». Τα τρία μέ­ρη α­πό τα ο­ποία α­παρ­τί­ζε­ται, με τον αυ­το­τε­λή χα­ρα­κτή­ρα που έ­χουν, θα μπο­ρού­σαν να συ­μπε­ρι­λη­φθούν διά­σπαρ­τα στο Ημε­ρο­λό­γιο. Πό­σους, άλ­λω­στε, διη­γη­μα­το­γρά­φους πα­ρό­μοιας και α­ντα­γω­νί­σι­μης ως προς αλ­λο­δα­πούς ο­μό­τε­χνους στάθ­μης έ­χου­με σή­με­ρα; Δύο το πο­λύ τρείς, ό­χι, πά­ντως, πα­ρα­πά­νω, α­σχέ­τως αν το διή­γη­μα φέ­ρε­ται σή­με­ρα ως λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος εν ακ­μή. Αυ­τό δεν εί­ναι πα­ρά πλα­σμα­τι­κή ει­κό­να της εκ­δο­τι­κής α­γο­ράς που θο­λώ­νει τα νε­ρά και α­πο­προ­σα­να­το­λί­ζει τους α­να­γνώ­στες α­πό τις υ­ψη­λές ε­πι­δό­σεις της διη­γη­μα­το­γρα­φι­κής πα­ρά­δο­σης.
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Υπό­θε­ση Μπε­λο­γιάν­νη

$
0
0

Ο Νί­κος Μπε­λο­γιάν­νης στο διά­ση­μο σκί­τσο
του Πά­μπλο Πι­κά­σο, δη­μο­σιευ­μέ­νο
σε γαλ­λι­κό έ­ντυ­πο της ε­πο­χής.


Νί­κος Δαβ­βέ­τας 
«Ο ζω­γρά­φος του Μπε­λο­γιάν­νη»
Εκδό­σεις Με­ταίχ­μιο
Απρί­λιος 2013

Εί­ναι το τρί­το στη σει­ρά μυ­θι­στό­ρη­μα που πα­ρου­σιά­ζου­με, με πρω­τα­γω­νι­στές τους γό­νους της γε­νιάς που έ­ζη­σε την πο­λε­μο­χα­ρή δε­κα­ε­τία του ’40. Προ­η­γή­θη­καν «Η ά­σκη­ση του Ροτ» της Βα­σι­λι­κής Ηλιο­πού­λου και «Δυο φο­ρές α­θώα» της Έλε­νας Χου­ζού­ρη. Δε­δο­μέ­νου ό­τι κυ­κλο­φό­ρη­σαν και τα τρία Απρ. 2013, ο­ποια­δή­πο­τε κοι­νά ση­μεία δεν συ­νι­στούν δά­νεια ή κά­ποιου εί­δους συ­νο­μι­λία, αλ­λά ε­πι­μέ­ρους συ­μπτώ­σεις, που α­πορ­ρέ­ουν α­πό την τρέ­χου­σα κα­τά­στα­ση, τα θέ­μα­τα που συ­ζη­τιού­νται και τα συγ­γρα­φι­κά α­ντα­να­κλα­στι­κά, που αυ­τά κε­ντρί­ζουν. Οι τρεις συγ­γρα­φείς, ω­στό­σο, δεν συ­μπί­πτουν ως προς την θεώ­ρη­ση της πρώ­της γε­νιάς, που έ­δω­σε τις μά­χες και η ο­ποία α­πο­τε­λεί α­πώ­τε­ρη ι­δε­ο­λο­γι­κή στό­χευ­ση. Γι’ αυ­τό και πλά­θουν δια­φο­ρε­τι­κού ή­θους ή­ρωες, ώ­στε, μέ­σα α­πό τη δι­κή τους νοο­τρο­πία και τις πρά­ξεις τους, να φα­νε­ρω­θούν οι ό­ποιες “α­μαρ­τίες” των γο­νέων, που άλ­λο­τε πο­τέ λο­γί­ζο­νταν ως ή­ρωες ή ως πρό­τυ­πα α­γω­νι­στι­κού ή­θους. 
Και οι τρεις συγ­γρα­φείς α­νή­κουν στην συγ­γρα­φι­κή ο­μά­δα του 21ου αιώ­να, με πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο το 2000 και με­τά. Μό­νο που η Ηλιο­πού­λου, ερ­χό­με­νη α­πό το χώ­ρο του κι­νη­μα­το­γρά­φου, συ­νυ­πο­λο­γί­ζε­ται στους πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους αυ­τής της πε­ριό­δου, ε­νώ οι δύο άλ­λοι ξε­κί­νη­σαν ως ποιη­τές, με πρώ­τη εμ­φά­νι­ση το 1981. Πι­στεύου­με ό­τι η δια­φο­ρε­τι­κή θέ­α­ση των ι­στο­ρι­κών προ­σώ­πων έ­χει πολ­λα­πλά αί­τια. Εν μέ­ρει, την η­λι­κια­κή α­πό­στα­ση μιας δε­κα­ε­τίας συν πλην δυο χρό­νια που χω­ρί­ζει τον Δαβ­βέ­τα α­πό την Ηλιο­πού­λου και την Χου­ζού­ρη α­ντι­στοί­χως, την βο­ρειο­ελ­λα­δί­τι­κη κα­τα­γω­γή των δυο τε­λευ­ταίων, το οι­κο­γε­νεια­κό ι­στο­ρι­κό, αλ­λά και τους δα­σκά­λους τους στην τέ­χνη του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, στην ο­ποία, α­πό ε­φέ­τος, ο Δαβ­βέ­τας προά­γε­ται σε δά­σκα­λο κα­τά τα σε­μι­νά­ρια δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής. Επο­μέ­νως, στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, με­γα­λώ­νουν οι προσ­δο­κίες και οι α­ξιώ­σεις α­πό το πρό­σφα­το, τέ­ταρ­το μυ­θι­στό­ρη­μά του ε­ντός μιας δε­κα­ε­τίας, το ο­ποίο ε­πε­κτεί­νει την εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κή τρι­λο­γία του στην ψυ­χρο­πο­λε­μι­κή πε­ρίο­δο.

Δια­φο­ρές και ο­μοιό­τη­τες 

Κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή στις ε­κτι­μή­σεις της η Χου­ζού­ρη, δη­λώ­νει με τον τίτ­λο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός της, «Δυο φο­ρές α­θώα», το πώς βλέ­πει την πρώ­τη γε­νιά των ε­πι­γό­νων και α­ντι­στοί­χως, πλά­θει την η­ρωί­δα της. “Νουά­ρ” χα­ρα­κτη­ρί­ζει το μυ­θι­στό­ρη­μά του ο Δαβ­βέ­τας, πα­ρα­πέ­μπο­ντας εμ­μέ­σως στους κυ­νι­κούς χα­ρα­κτή­ρες, τον διε­φθαρ­μέ­νο κό­σμο και τη γε­νι­κό­τε­ρη δυ­σά­ρε­στη ό­ψη των πραγ­μά­των, που κυ­ριαρ­χούν στα κλα­σι­κά του εί­δους μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Όσο για την Ηλιο­πού­λου, δεν προ­σπα­θεί να ελ­κύ­σει το εν­δια­φέ­ρον με τίτ­λους και υ­πό­τιτ­λους, πα­ρό­λο που θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρί­σει το μυ­θι­στό­ρη­μά της νουά­ρ, α­φού υ­πάρ­χουν ο φό­νος, το σα­σπέ­νς, αλ­λά και η πα­ρακ­μια­κή α­τμό­σφαι­ρα, που θα ταί­ρια­ζαν σε έ­να φιλμ νουάρ. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι οι ή­ρωες των δυο τε­λευ­ταίων έ­χουν πα­ρα­πλή­σιο βιο­γρα­φι­κό. Εί­ναι πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κοι, γεν­νη­μέ­νοι στα μέ­σα της δε­κα­ε­τίας του ’40, με­γα­λω­μέ­νοι σε συγ­γε­νι­κά σπί­τια, με τη μη­τέ­ρα στη φυ­λα­κή και τον πα­τέ­ρα στην υ­πε­ρο­ρία. Και μά­λι­στα, στην ί­δια χώ­ρα, την Ρου­μα­νία, το θερ­μό κέ­ντρο της διά­σπα­σης του ΚΚΕ το 1968, που φέρ­νει α­ντι­μέ­τω­πους πα­τέ­ρα και γιο. Αμφό­τε­ροι κα­τα­λή­γουν α­ρι­στε­ροί της ευ­ρω­παϊκής δια­σπο­ράς, Πα­ρί­σι ο πρώ­τος, Γερ­μα­νία ο δεύ­τε­ρος. Μό­νο που η Ηλιο­πού­λου πλά­θει έ­ναν ή­ρωα εν συγ­χί­σει, ε­νώ ο Δαβ­βέ­τας έ­ναν α­δί­στα­κτο χα­ρα­κτή­ρα, χω­ρίς πολ­λούς η­θι­κούς φραγ­μούς. Για να α­κρι­βο­λο­γού­με, τον σκια­γρα­φεί, μα­ζί με μια χο­ρεία προ­σώ­πων πα­ρα­πλή­σιας νοο­τρο­πίας και συ­μπε­ρι­φο­ράς, που α­παρ­τί­ζουν τη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή γε­νιά των ε­πι­γό­νων.
Πα­ρου­σιά­ζει εν­δια­φέ­ρον το γε­γο­νός ό­τι και οι τρεις συγ­γρα­φείς κα­τα­φεύ­γουν σε ποι­κι­λία α­φη­γη­μα­τι­κών τρό­πων. Κοι­νά ση­μεία εί­ναι οι συ­χνές ε­ναλ­λα­γές α­πό τον εν­διά­θε­το λό­γο, που α­πο­δί­δε­ται σε πρώ­το ή και τρί­το πρό­σω­πο, στο λό­γο ε­νός πα­ντε­πό­πτη α­φη­γη­τή, κά­πως ε­ξε­ζη­τη­μέ­νης ταυ­τό­τη­τας στην πε­ρί­πτω­ση της Ηλιο­πού­λου, ό­πως έ­χου­με ή­δη σχο­λιά­σει. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Δαβ­βέ­τα, εί­ναι δυο τα υ­πο­κεί­με­να του εν­διά­θε­του λό­γου, ο ο­ποίος, κά­θε φο­ρά, δια­κό­πτε­ται α­πό μα­κριές α­φη­γή­σεις κά­ποιου συ­νο­μι­λη­τή, εί­τε σε μορ­φή δια­λό­γου εί­τε υ­πό τύ­πον α­να­δρο­μής. Με αυ­τήν τη μορ­φι­κή εκ­ζή­τη­ση, οι τρεις συγ­γρα­φείς δεν ε­πι­διώ­κουν να και­νο­το­μή­σουν, αλ­λά μάλ­λον α­να­ζη­τούν τρό­πους για να πα­ρου­σιά­σουν σε α­ντι­θε­τι­κή πα­ραλ­λη­λία το ντο­κου­μέ­ντο, πραγ­μα­τι­κό, μι­σο­πραγ­μα­τι­κό ή ε­πι­νο­η­μέ­νο, και τις α­ντι­λή­ψεις που έ­χουν οι ή­ρωες για πρό­σω­πα και συμ­βά­ντα. Εί­ναι έ­νας πρό­δη­λος τρό­πος για να προ­βάλ­λουν τις δι­κές τους α­πό­ψεις γύ­ρω α­πό ε­πί­και­ρα θέ­μα­τα, ό­πως με­τα­νά­στες και ρα­τσι­σμός, κυ­ρίως για να κα­τα­θέ­σουν τις δι­κές τους α­να­θεω­ρη­τι­κές ερ­μη­νείες για τους προ­γό­νους.

Κά­ποιες συ­γκυ­ρίες

Πε­ρισ­σό­τε­ρο φι­λό­δο­ξη δεί­χνει η πε­ρί­πτω­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Δαβ­βέ­τα, κα­θώς αυ­τός α­νή­κει σε μια μι­κρή αλ­λά συ­νε­χώς αυ­ξα­νό­με­νη ο­μά­δα μυ­θι­στο­ριο­γρά­φων, που θέ­λουν πλα­γίως να πα­ρέμ­βουν στην ι­στο­ριο­γρα­φία, ώ­στε να διορ­θώ­σουν στε­ρεό­τυ­πους μύ­θους και να ε­πα­να­φέ­ρουν α­γιο­ποιη­μέ­να πρό­σω­πα στις πραγ­μα­τι­κές τους δια­στά­σεις. Αυ­τό το εγ­χεί­ρη­μα το ε­πι­τε­λούν μέ­σω της δι­κής τους τέ­χνης, της μυ­θο­πλα­στι­κής, στη­ρι­ζό­με­νοι στο με­τα­μο­ντέρ­νο α­ξίω­μα, που α­φαί­ρε­σε α­πό την Ιστο­ρία την προ­νο­μιού­χο θέ­ση στην α­πό­δο­ση του α­λη­θούς. Όλες οι α­φη­γή­σεις προ­σκο­μί­ζουν τεκ­μή­ρια, αυ­θε­ντι­κά η ι­στο­ρι­κή α­φή­γη­ση, μπο­ρεί και πλα­στά η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή αλ­λά λο­γο­τε­χνι­κώς κε­χρι­σμέ­να. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι ο προ­βλη­μα­τι­σμός της σχέ­σης αυ­θε­ντι­κού και πλα­στού ε­πα­νέρ­χε­ται συ­νε­χώς στο νέο μυ­θι­στό­ρη­μα του Δαβ­βέ­τα, κα­θι­στώ­ντας το, και α­πό αυ­τήν την ά­πο­ψη, ε­πί­και­ρο. 
Κα­τά τα άλ­λα, το μυ­θι­στό­ρη­μά του συν­δέε­ται με πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιας συ­γκυ­ρίες. Σεπ. 2009, κυ­κλο­φο­ρεί το προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, «Η Εβραία νύ­φη», ο­πό­τε οι συγ­γρα­φι­κές κε­ραίες θα πρέ­πει να εί­ναι τε­ντω­μέ­νες στα σή­μα­τα που θα δώ­σουν την έ­μπνευ­ση για το ε­πό­με­νο. 27 Οκτ. 2009, πε­θαί­νει η Έλλη Παπ­πά, φέρ­νο­ντας στην ε­πι­και­ρό­τη­τα τον Μπε­λο­γιάν­νη, κυ­ρίως την τε­λευ­ταία πε­ρίο­δο της ζωής του, στην ο­ποία ε­κεί­νη πρω­τα­γω­νί­στη­σε. Σύλ­λη­ψη, δι­πλή δί­κη και ε­κτέ­λε­ση στις 30 Μαρ. 1952. “Η σκο­τει­νή δε­κα­ε­τία του ’50” αρ­χί­ζει να “ε­ξι­τά­ρει” τον συγ­γρα­φέα. Συ­μπτω­μα­τι­κά, αρ­χές Νοε. δη­μο­σιεύε­ται α­φιέ­ρω­μα σε “ι­στο­ρίες κα­τα­σκο­πείας τον και­ρό του Ψυ­χρού Πο­λέ­μου”. Εί­ναι τα πρώ­τα στοι­χεία ε­νός ε­ρευ­νη­τι­κού προ­γράμ­μα­τος, που έ­χει α­να­λά­βει τριά­δα ε­ρευ­νη­τών (Στ. Κα­λύ­βας, Ν. Μα­ρα­ντζί­δης, Κ. Τσί­βος), χρη­μα­το­δο­τού­με­νου α­πό το Πα­νε­πι­στή­μιο του Γέ­η­λ, στο Εθνι­κό Αρχείο Πρά­γας και ι­διαί­τε­ρα, σε μέ­ρος της ά­κρως α­πόρ­ρη­της Συλ­λο­γής Κλέ­με­ντ Γκότ­βαλ­ντ, πρώ­του προέ­δρου της ε­κεί Λαϊκής Δη­μο­κρα­τίας, που ι­δρύ­θη­κε στο σο­βιε­τι­κό πρό­τυ­πο το 1948. Στο α­φιέ­ρω­μα α­πο­κα­λύ­πτε­ται ο ρό­λος της Τσε­χοσ­λο­βα­κίας στην ορ­γά­νω­ση πα­ρά­νο­μων δι­κτύων πα­ρα­κο­λού­θη­σης και μη­χα­νι­σμών διείσ­δυ­σης σε δυ­τι­κές χώ­ρες και κυ­ρίως, στην Ελλά­δα. Εί­ναι γνω­στή η α­δυ­να­μία του Δαβ­βέ­τα “στις αρ­χεια­κές πη­γές”. Στο προ­η­γού­με­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του γύ­ρω α­πό τους Εβραίους της Θεσ­σα­λο­νί­κης και τη δρά­ση των ε­κεί δω­σί­λο­γων, χά­ρις στα να­ζι­στι­κά αρ­χεία, η μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή του α­φή­γη­ση πή­ρε και ι­στο­ριο­γρα­φι­κή διά­στα­ση.  Με τα τσέ­χι­κα αρ­χεία, θα μπο­ρού­σε να διορ­θώ­σει “τα με­γά­λα ψέ­μα­τα στην υ­πό­θε­ση Μπε­λο­γιάν­νη, που τον ι­ντρι­γκά­ρου­ν”, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται σε συ­νέ­ντευ­ξή του.
Σε­πτέμ­βριο 2010, εκ­δί­δε­ται το βι­βλίο της Παπ­πά, «Μαρ­τυ­ρίες μιας δια­δρο­μής», με τις κα­τη­γο­ρίες ό­τι πρό­κει­ται για μη α­ξιό­πι­στη ι­στο­ρι­κή πη­γή εκ μέ­ρους του ΚΚΕ να προ­η­γού­νται. Ολό­κλη­ρο το 2011 υ­πάρ­χουν δη­μο­σιεύ­μα­τα γύ­ρω α­πό τις α­λή­θειες και τα ψεύ­δη για τα ε­πί­μα­χα συμ­βά­ντα του ’50. Σε αυ­τά, τον α­γω­νι­στή Μπε­λο­γιάν­νη, α­πό τις με­τα­ξι­κές φυ­λα­κί­σεις μέ­χρι τον Γράμ­μο, υ­πο­σκε­λί­ζει μέ­χρι ε­ξα­φά­νι­σης “ο άν­θρω­πος με το γα­ρύ­φαλ­λο”. Τε­λι­κά, αυ­τός θα γο­η­τεύ­σει και τον συγ­γρα­φέα. Μάρ. 2011, εμ­φα­νί­ζε­ται Γάλ­λος ζω­γρά­φος, που εί­χε φι­λο­τε­χνή­σει, εν θερ­μώ, το 1952, πί­να­κα με τίτ­λο «Η ε­κτέ­λε­ση του Μπε­λο­γιάν­νη», χω­ρίς πο­τέ να τον εκ­θέ­σει, με ό­νει­ρο ζωής να τον δω­ρί­σει σε ελ­λη­νι­κό μου­σείο. Τα δη­μο­σιεύ­μα­τα μπο­ρεί να ε­μπνέ­ουν τον τίτ­λο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, α­νε­ξάρ­τη­τα αν αυ­τός α­να­φέ­ρε­ται σε έ­τε­ρο, πο­λύ δια­ση­μό­τε­ρο ζω­γρά­φο, που, ό­μως, δεν του α­ντι­στοι­χεί έ­νας πα­ρό­μοιος τίτ­λος, α­φού ε­κεί­νος δεν ζω­γρά­φι­σε, πα­ρά μό­νο σκι­τσά­ρι­σε, τον Μπε­λο­γιάν­νη. Πρό­κει­ται για τον Πι­κά­σο, που έρ­χε­ται στην ε­πι­και­ρό­τη­τα στις 9 Ιαν. 2012, με την κλο­πή α­πό την Εθνι­κή Πι­να­κο­θή­κη ε­νός πί­να­κά του. Τον εί­χε προ­σφέ­ρει ο ί­διος, “ως συ­μπα­ρά­στα­ση προς τον ελ­λη­νι­κό λαό που α­ντι­στε­κό­ταν στη να­ζι­στι­κή κα­το­χή”. Λέ­γε­ται ό­τι για το σκί­τσο έ­κα­νε έ­να μό­νο προ­σχέ­διο και ό­χι πολ­λά, ό­πως ο άλ­λος για τον πί­να­κα. Αυ­τό το μο­να­δι­κό προ­σχέ­διο πολ­λα­πλα­σιά­ζε­ται για τις μυ­θο­πλα­στι­κές α­νά­γκες του “πο­λι­τι­κού νουά­ρ”. Συ­μπτω­μα­τι­κά ή μη, το μυ­θι­στό­ρη­μα κυ­κλο­φο­ρεί ε­πε­τεια­κά, με τη συ­μπλή­ρω­ση 40 χρό­νων α­πό το θά­να­το του Πι­κά­σο, στις 8 Απρ. 1973. Όπως, μά­λι­στα, τα πε­ρισ­σό­τε­ρα με­τα­μο­ντέρ­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, συμ­βάλ­λει κι αυ­τό με τον τρό­πο του στην προ­σπά­θεια α­πο­δό­μη­σης, σμι­κρύ­νο­ντας κα­τά το δυ­να­τό το φω­το­στέ­φα­νο του ζω­γρά­φου.

Έρω­τες και χα­μό­γε­λα

Στα προ­η­γού­με­να βι­βλία του Δαβ­βέ­τα, υ­πήρ­χε έ­νας δη­μο­σιο­γρά­φος, που ε­πεί­χε θέ­ση συγ­γρα­φι­κού alter ego. Ίσως, κα­θό­λου τυ­χαία, στο πρό­σφα­το, α­ντί αυ­τού, εμ­φα­νί­ζε­ται έ­νας ε­ρευ­νη­τής αρ­χείων. Εί­ναι γό­νος οι­κο­γέ­νειας στρα­τιω­τι­κών και ό­χι, ό­πως ο δη­μο­σιο­γρά­φος, γιος Μα­κρο­νη­σιώ­τη. Στο πρώ­το κε­φά­λαιο, α­φη­γεί­ται ο ί­διος με έ­παρ­ση τις εκ­κε­ντρι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές των προ­γό­νων του και τις δι­κές του. Η πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση εί­ναι ό­τι αυ­τό το σο­φι­στι­κέ βιο­γρα­φι­κό ε­πι­νο­εί­ται για να συ­στή­σει έ­ναν ντε­τέ­κτιβ στο ύ­ψος των κα­τά κα­νό­να ι­διό­τυ­πων α­στυ­νο­μι­κών του κλα­σι­κού νουάρ. Όμως οι α­ρε­τές του μέ­νουν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κά α­νεκ­με­τάλ­λευ­τες, πλην της πα­ρα­τη­ρη­τι­κό­τη­τας που ε­πι­δει­κνύει κα­τά τις ε­πα­φές του με τα ε­μπλε­κό­με­να πρό­σω­πα. Οπό­τε, το πρώ­το κε­φά­λαιο θα πρέ­πει να ε­κλη­φθεί ως αυ­το­τε­λές κεί­με­νο, που πε­ρι­γε­λά τους ει­δή­μο­νες αλ­λά και τους ε­πί­δο­ξους ι­στο­ρι­κούς που προ­στρέ­χουν σε αυ­τούς, κα­τα­γρά­φο­ντας την πλή­θυν­ση των υ­πο­ψή­φιων δι­δα­κτό­ρων που ελ­κύει η δε­κα­ε­τία του ’40 και η σκο­τει­νή ου­ρά της.  Απο­κύη­μα ό­χι φα­ντα­σίας αλ­λά προ­σω­πι­κής ε­μπει­ρίας του συγ­γρα­φέα α­πό τον συγ­χρω­τι­σμό του με το χώ­ρο. 
Στο δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο, το λό­γο παίρ­νει μια φί­λη του α­πό τα χρό­νια που πα­ρα­κο­λου­θού­σαν μα­θή­μα­τα γαλ­λι­κών στο Γαλ­λι­κό Ινστι­τού­το. Εί­ναι το δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο της τρί­της γε­νιάς, παι­δί παι­διών ε­κεί­νων του ’40, με ι­διό­τυ­πη συ­μπε­ρι­φο­ρά, ε­ρω­τι­κά α­πο­κλί­νου­σα,  που, ό­μως, δεν την ε­πι­βάλ­λουν οι α­νά­γκες της πλο­κής. Μάλ­λον ως ει­σα­γω­γή πρέ­πει να ε­κλη­φθεί αυ­τό το κε­φά­λαιο, κα­θώς, μέ­σω της ε­ρω­τι­κής πεί­νας της νέ­ας γυ­ναί­κας, έρ­χε­ται στο μυ­θο­πλα­στι­κό προ­σκή­νιο ο έ­ρω­τας ως ο κύ­ριος μο­χλός πρά­ξεων, που ο συ­ντη­ρη­τι­σμός των πα­λαιό­τε­ρων και οι σκο­πι­μό­τη­τες άλ­λων και­ρών α­πέ­δω­σαν σε υ­ψη­λά ι­δεώ­δη. Για πα­ρά­δειγ­μα, στη συ­νέ­χεια του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, έ­νας α­πό τους ε­πι­γό­νους θα ι­σχυ­ρι­στεί ό­τι “ο άν­θρω­πος με το γα­ρύ­φαλ­λο” χα­μο­γε­λά­ει α­πό έ­ρω­τα για τη σύ­ντρο­φό του και πως ή­ταν ε­κεί­νη που του το χά­ρι­σε σε έ­να διά­λειμ­μα της δί­κης. Κα­τά τον φω­το­γρά­φο Πα­να­γιώ­τη Μή­τσου­ρα, ή­ταν αυ­τός που του το έ­δω­σε πριν τρα­βή­ξει τα εν­στα­ντα­νέ. Όσο για το χα­μό­γε­λο, δε­δο­μέ­νου ό­τι πρό­κει­ται για έ­ναν άν­θρω­πο α­φο­σιω­μέ­νο στα ι­δε­ο­λο­γι­κά του πι­στεύω α­πό τα μα­θη­τι­κά του χρό­νια, θα μπο­ρού­σε να δεί­χνει ι­κα­νο­ποίη­ση για την α­πο­λο­γία, που μό­λις εί­χε ο­λο­κλη­ρώ­σει. Δεύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα, έ­νας άλ­λος της ί­διας γε­νιάς, πιο βλά­σφη­μος αυ­τός, θα δώ­σει σε­ξουα­λι­κά κί­νη­τρα στα φι­λι­κά για την Ελλά­δα αι­σθή­μα­τα και την υ­πο­στή­ρι­ξη των Γάλ­λων δια­νοού­με­νων και καλ­λι­τε­χνών. 
Στο πα­ρόν της α­φή­γη­σης, το ε­ρω­τι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο της η­ρωί­δας έ­χει κα­τα­σι­γά­σει η συμ­βίω­σή της με Γάλ­λο της Αλγε­ρίας. Αυ­τή η ε­πι­λο­γή ε­ξα­σφα­λί­ζει στο “πο­λι­τι­κό νουά­ρ” τον πρό­σφο­ρο έ­νο­χο για κά­θε έ­γκλη­μα προς υ­πο­γράμ­μι­ση του γαλ­λι­κού ρα­τσι­σμού. Εί­ναι έ­νας α­πό τους “κα­λούς” του βι­βλίου, ό­πως και ο άλ­λος Γάλ­λος εξ Αλγε­ρίας. Πιο ευ­φά­ντα­στη η σκια­γρά­φη­ση του δεύ­τε­ρου, κα­θώς πρό­κει­ται για ε­βραϊκής κα­τα­γω­γής α­στυ­νο­μι­κό και πα­ρα­ση­μο­φο­ρη­μέ­νο α­ντι­στα­σια­κό, που προ­στά­τευε τους Έλλη­νες φοι­τη­τές το Μάη του ’68.  Πά­ντως, αυ­τή η δεύ­τε­ρης γε­νιάς με­τα­νά­στρια στο Πα­ρί­σι εί­ναι ο συν­δε­τι­κός κρί­κος με την πρώ­τη γε­νιά του κε­ντρι­κού ή­ρωα, που ο φό­νος του συ­νι­στά τον πυ­ρή­να του “νουά­ρ”, ό­ντας α­νι­ψιά και κλη­ρο­νό­μος του.
Στα ρε­α­λι­στι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, πα­λαιό­τε­ρα, προ­σπα­θού­σαν οι πε­ρι­γρα­φές προ­σώ­πων και κα­τα­στά­σεων να εί­ναι, ό­σο το δυ­να­τόν, πιο πει­στι­κές. Στο με­τα­μο­ντέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, η α­λη­θο­φά­νεια ε­ξα­σφα­λί­ζε­ται δη­μιουρ­γώ­ντας την αί­σθη­ση του “ή­δη ι­δω­μέ­νου”. Αυ­τή ε­πι­τυγ­χά­νε­ται ε­πι­στρα­τεύο­ντας αυ­τού­σια ή σε κο­λάζ τα μι­κρά ο­νό­μα­τα και τα ε­πί­θε­τα γνω­στών προ­σώ­πων, ή και συρ­ρά­πτο­ντας στοι­χεία α­πό τα α­ντί­στοι­χα βιο­γρα­φι­κά. Το βα­σι­κό­τε­ρο, τα πλα­στά πρό­σω­πα και γε­γο­νό­τα σο­φι­λιά­ζο­νται μέ­σα στα πραγ­μα­τι­κά, τό­σο έ­ντε­χνα που ο δια­χω­ρι­σμός τους να α­παι­τεί μπό­λι­κη φα­ντα­σία. 
Ο Δαβ­βέ­τας έ­χει εκ­φρά­σει την ά­πο­ψη ό­τι ο­ρι­σμέ­νοι α­πό την ο­μά­δα των υ­πο­τρό­φων του Γαλ­λι­κού Κρά­τους, που έ­φυ­γε α­πό την Ελλά­δα τον Δεκ. του 1945 με το με­τα­γω­γι­κό Μα­τα­ρόα, και κά­ποιοι άλ­λοι, που ο Μά­ης του ’68 τους βρή­κε φοι­τη­τές στο Πα­ρί­σι, έ­χουν σή­με­ρα υ­περ­τι­μη­θεί. Τα δι­κά τους στοι­χεία και με­ρι­κών α­κό­μη α­να­δεύει στη μαρ­μί­τα, χω­ρίς πά­ντο­τε ει­ρω­νι­κή διά­θε­ση. Πα­ρά­δειγ­μα έ­νας συλ­λέ­κτης, ο­νό­μα­τι Γιώρ­γος Ζερ­βά­κης, που ή­ταν “συ­γκρα­τού­με­νος στις φυ­λα­κές του Επτα­πυρ­γίου του Μα­νό­λη Ανα­γνω­στά­κη” και ε­κεί­νος “τον έσ­πρω­ξε προς την κα­τεύ­θυν­ση της με­λέ­της και της συλ­λο­γής, λέ­γο­ντας «Αν δεν μπο­ρείς να σπεί­ρεις, μπο­ρείς να σκά­ψεις»”. Ο συγ­γρα­φέ­ας, στο “πο­λι­τι­κό νουά­ρ”  του, αν­τλεί α­πό το “deja vu” μέ­χρι και τη λύ­ση του φό­νου. Όχι έ­νας έ­νο­χος, αλ­λά κο­λάζ γνω­στών υ­πο­θέ­σεων, ό­πως του Νά­σιουτ­ζικ και άλ­λων δο­λο­φο­νιών, πε­ριώ­νυ­μων και θο­λών.

Πριν και με­τά το μύ­θο

Στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Δαβ­βέ­τα, πνέει έ­νας ά­νε­μος αμ­φι­σβή­τη­σης των “ιε­ρών τε­ρά­τω­ν”. Με τους βιο­γρα­φι­κούς πα­ραλ­λη­λι­σμούς Μπε­λο­γιάν­νη - Τσε Γκε­βά­ρα, κα­θώς αμ­φό­τε­ροι ο­δεύουν μέ­σω Πρά­γας και με αρ­γε­ντί­νι­κο δια­βα­τή­ριο προς τις χώ­ρες της ε­κτέ­λε­σής τους, ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πα­να­φέ­ρει τα γνω­στά ε­ρω­τή­μα­τα γύ­ρω α­πό τις τε­λι­κές ε­κτι­μή­σεις ε­κεί­νων των δυο για τα ε­πι­τεύγ­μα­τα των Λαϊκών Δη­μο­κρα­τιών. Μέ­σα α­πό την υ­πό­θε­ση Μπε­λο­γιάν­νη, προ­βλη­μα­τί­ζε­ται για το πό­σο δη­μο­κρα­τι­κή ή­ταν τό­τε η πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση στην Ελλά­δα. Δια­φω­νεί με το ε­πι­χεί­ρη­μα “ό­τι που­θε­νά αλ­λού, στον πο­λι­τι­σμέ­νο κό­σμο, δεν γί­νο­νταν ε­κτε­λέ­σεις”. Όταν πρό­κει­ται  για την πε­ρίο­δο του Ψυ­χρού Πο­λέ­μου, δεν εν­δια­φέ­ρει τι συμ­βαί­νει στον Δυ­τι­κό κό­σμο. Όλη η προ­σο­χή ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στο δί­πο­λο Δυ­τι­κού και Ανα­το­λι­κού μπλοκ. Χά­ρις στην πρό­σβα­ση στα προ­α­να­φε­ρό­με­να Αρχεία και τα πο­ρί­σμα­τα των ι­στο­ρι­κών, ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­κα­λύ­πτει τα ί­χνη του  Ενρί­κε Πα­νιό­θ, με το δια­βα­τή­ριο του ο­ποίου και αλ­λά­ζο­ντας μό­νο τη φω­το­γρα­φία, ο Μπε­λο­γιάν­νης μπή­κε στην Ελλά­δα. Σύμ­φω­να με το μυ­θι­στό­ρη­μα, ο Πα­νιόθ ε­κτε­λέ­στη­κε α­πό τους τσε­χοσ­λο­βά­κους συ­ντρό­φους του και μά­λι­στα, χω­ρίς δί­κη. Εκτός κι αν πρό­κει­ται για μυ­θο­πλα­στι­κό εύ­ρη­μα. Πά­ντως, α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με, δεν υ­πάρ­χει σχε­τι­κό δη­μο­σίευ­μα  α­πό την ε­ρευ­νη­τι­κή τριά­δα ή τους μα­θη­τές τους, ό­πως η Ελέ­νη Πα­σχα­λού­δη, που υ­πο­γρά­φει το Επί­με­τρο του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ήταν, πά­ντως, η πε­ρίο­δος των με­γά­λων εκ­κα­θα­ρί­σεων του προέ­δρου Γκότ­βαλ­ντ, ο ο­ποίος πέ­θα­νε α­πό πνευ­μο­νία που άρ­πα­ξε πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας στη Μό­σχα την κη­δεία του Στά­λιν. Στις 9 Μαρ. 1953 ο “πα­τε­ρού­λης”, στις 14 Μαρ. ο Γκοτ­βαλ­ντ. Αργε­ντί­νος ο Πα­νιό­θ, αρ­γε­ντί­νος ο Τσε και για να γί­νουν α­πό­λυ­τες οι πα­ραλ­λη­λίες, ας θυ­μί­σου­με ό­τι ο πα­τέ­ρας Μπε­λο­γιάν­νης, πριν ε­γκα­τα­στα­θεί στην Αμα­λιά­δα, εί­χε πά­ει με­τα­νά­στης στην Αργε­ντι­νή. 
Ο Δαβ­βέ­τας, σύμ­φω­να και με τις συ­νε­ντεύ­ξεις του, θέ­λει με το μυ­θι­στό­ρη­μά του να φω­τί­σει τη δε­κα­ε­τία του ’50, κα­τά την ο­ποία “έ­χουν συμ­βεί τε­ρα­τώ­δη πράγ­μα­τα που α­γνοού­με, ό­πως μα­ζι­κές ε­κτε­λέ­σεις κο­μου­νι­στών στην Τσε­χοσ­λο­βα­κία”. Από μια ά­πο­ψη, κο­μί­ζει γλαύ­κα εις Αθή­νας, δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τά τα τε­ρα­τώ­δη τα έ­γρα­φε τό­τε με πη­χυαίους τίτ­λους ο Τύ­πος της Δε­ξιάς προς υ­πε­ρά­σπι­ση της α­πό­φα­σης να ε­κτε­λε­στεί ο Μπε­λο­γιάν­νης, κα­το­νο­μά­ζο­ντας τους α­νά χώ­ρα ε­κτε­λε­σθέ­ντες κο­μου­νι­στές. “Εξ αρ­μο­δίας πη­γής” οι δη­μο­σιο­γρά­φοι της ε­πο­χής, ό,τι αυ­τό σή­μαι­νε τό­τε, με ευ­χα­ρι­στίες προς τους ε­ρευ­νη­τές των Αρχείων ο συγ­γρα­φέ­ας, ό,τι αυ­τό ση­μαί­νει σή­με­ρα. Λ.χ., τη στε­νό­τε­ρη σχέ­ση λο­γο­τε­χνίας και Ιστο­ρίας, ό­πως δεί­χνει το Επί­με­τρο, με τίτ­λο, «Τα γε­γο­νό­τα πριν α­πό τον μύ­θο». Μό­νο που οι αό­ρι­στες, κά­πο­τε και α­τυ­χείς, δια­τυ­πώ­σεις της ι­στο­ρι­κού, συ­σκο­τί­ζουν τα γε­γο­νό­τα. Ιδιαί­τε­ρα, η α­να­φο­ρά στην κα­τά­στα­ση της υ­γείας του Πλα­στή­ρα δη­μιουρ­γεί την ε­ντύ­πω­ση ό­τι με­τά το ε­γκε­φα­λι­κό ε­πει­σό­διο, που υ­πέ­στη στις 10 Μαρ. 1952, πα­ρέ­μει­νε πο­λι­τι­κά α­δρα­νής. Κα­θώς η προ τε­τρα­ε­τίας δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή της Πα­σχα­λού­δη στη­ρί­ζε­ται στην α­να­δί­φη­ση του Τύ­που της δε­κα­ε­τίας του ’50, θα α­να­με­νό­ταν να γνω­ρί­ζει με κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τις κυ­βερ­νη­τι­κές κι­νή­σεις. Η κυ­βερ­νη­τι­κή σύ­σκε­ψη στις 29 Μαρ., με­τά την α­πό­φα­ση του Συμ­βου­λίου Χα­ρί­των να δώ­σει χά­ρη μό­νο στους τέσ­σε­ρις α­πό τους ο­κτώ κα­τά­δι­κους, έ­γι­νε στην οι­κία του Πλα­στή­ρα. Την ει­σή­γη­ση  για χο­ρή­γη­ση χά­ρης και στους άλ­λους τέσ­σε­ρις του υ­πουρ­γού Δι­καιο­σύ­νης Δη­μη­τρίου Πα­πα­σπύ­ρου “προς τον Βα­σι­λέ­α”, που α­πο­φα­σί­στη­κε, συ­νό­δευε και έγ­γρα­φη έκ­κλη­ση του ί­διου του πρω­θυ­πουρ­γού. 
Μέ­νου­με με την ε­ντύ­πω­ση πως οι ι­στο­ρι­κοί, που κα­τα­πιά­στη­καν με την α­να­θεώ­ρη­ση της ι­στο­ρίας ε­κεί­νης της πε­ριό­δου, σχη­μα­το­ποιούν ή και υ­πο­τι­μούν τη συμ­βο­λή του άλ­λο­τε πο­τέ α­πο­κα­λού­με­νου “Μαύ­ρου Κα­βα­λά­ρη”. Το 1953, τρεις μή­νες με­τά τον Στά­λιν, πέ­θα­νε και ο Πλα­στή­ρας, στις 26 Ιουλ., πέ­ντε χρό­νια μι­κρό­τε­ρός του, αυ­τός στα 70. Την ε­φε­τι­νή δι­πλή ε­πέ­τειο Πλα­στή­ρα ού­τε οι ι­στο­ρι­κοί ού­τε καν οι Σύλ­λο­γοι της ι­διαί­τε­ρης πα­τρί­δας του την μνη­μό­νευ­σαν. Ωστό­σο, α­να­φέ­ρε­ται ό­λο και συ­χνό­τε­ρα ως πο­λι­τι­κός που δεν πλού­τι­σε κα­τά την στα­διο­δρο­μία του. Αυ­το­νό­η­τη μεν στά­ση, αλ­λά, η ο­ποία, στη ση­με­ρι­νή συ­γκυ­ρία, έ­χει α­να­χθεί σε ύ­ψι­στη α­ρε­τή. Και πά­λι, μό­νο στον Τύ­πο και α­πό τους με­σή­λι­κες ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φους,  για­τί οι νεό­τε­ροι τον θεω­ρούν μάλ­λον α­γα­θό με την τρέ­χου­σα κα­κό­ση­μη ση­μα­σία. Οι και­ροί πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νου α­το­μι­κι­σμού θέ­λουν να βλέ­που­με τον Πλα­στή­ρα σαν τον πρω­θυ­πουρ­γό in poverty και τον Μπε­λο­γιάν­νη σα­ν “τον άν­θρω­πο με το γα­ρύ­φαλ­λο in love”. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 13/10/2013.

Σαν μυθιστόρημα

$
0
0





















Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου το 1942,
εποχή γνωριμίας του με την Άλκη Ζέη.


Άλκη Ζέη
«Με μολύβι φάμπερ
νούμερο δυο»
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Σεπτέμβριος 2013 

Τα τε­λευ­ταία χρό­νια οι αυ­το­βιο­γρα­φίες πλη­θαί­νουν, κα­θώς αρ­κε­τοί διά­ση­μοι α­πό διά­φο­ρους χώ­ρους ε­ξι­στο­ρούν τα του βίου τους. Συμ­βάλ­λει και η με­γά­λη ζή­τη­ση που έ­χουν πα­ρό­μοια βι­βλία, τα ο­ποία φτά­νουν να συ­να­γω­νί­ζο­νται τα α­πο­κα­λού­με­να ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Κά­πως έ­τσι, α­πό ε­να­σχό­λη­ση αν­θρώ­πων με δη­μιουρ­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, ε­πι­θυ­μη­τή α­πό μια η­λι­κία και ύ­στε­ρα ώ­στε να δια­σω­θεί το α­πο­τα­μίευ­μα ε­μπει­ρίας, κα­τέ­λη­ξε κερ­δο­φό­ρα ε­πι­χεί­ρη­ση. Στην ποι­κι­λία των αυ­το­βιο­γρα­φού­με­νων, την πρώ­τη θέ­ση κα­τέ­χουν οι συγ­γρα­φείς. Πρό­σφα­τα έ­χουν προ­κύ­ψει μέ­χρι και εκ­δο­τι­κές σει­ρές με τις αυ­το­βιο­γρα­φίες τους, στις ο­ποίες συμ­με­τέ­χουν με­σή­λι­κες, κά­πο­τε και νεό­τε­ροι, που, μη έ­χο­ντας ε­παρ­κές βιω­μα­τι­κό α­πό­θε­μα, κα­τα­φεύ­γουν σε συ­χνά α­νια­ρή ομ­φα­λο­σκό­πη­ση. Πολ­λοί α­πό αυ­τούς, μά­λι­στα, κά­νουν ε­κτε­τα­μέ­νη χρή­ση προ­σω­πι­κών στοι­χείων και στο στή­σι­μο ή τη διάν­θι­ση των μυ­θι­στο­ρη­μά­των τους. 
Στη δυ­σμε­νή προ­διά­θε­ση, που έ­χει προ­κα­λέ­σει αυ­τός ο ε­να­γκα­λι­σμός της αυ­το­βιο­γρα­φίας με το σκαν­δα­λο­θη­ρι­κό α­νά­γνω­σμα και το μυ­θι­στό­ρη­μα, το και­νού­ριο βι­βλίο της Άλκης Ζέη έρ­χε­ται να σώ­σει τη χα­μέ­νη τι­μή της αυ­το­βιο­γρα­φίας. Όπως εί­χε κα­τορ­θώ­σει πριν εί­κο­σι έ­ξι χρό­νια να στή­σει έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα με ο­λο­κλη­ρω­μέ­νους χα­ρα­κτή­ρες, βα­σι­σμέ­νο στα α­λη­θι­νά γε­γο­νό­τα α­πό μια πε­ρίο­δο της ε­νή­λι­κης ζωής της, τώ­ρα ε­ξι­στο­ρεί τα παι­δι­κά, ε­φη­βι­κά και πρώ­τα νε­α­νι­κά χρό­νια της σαν μυ­θι­στό­ρη­μα. Αν δεν εί­χε προ­λά­βει ο Ξε­νό­που­λος, στο πρό­σφα­το βι­βλίο της θα ταί­ρια­ζε ο τίτ­λος της δι­κής του αυ­το­βιο­γρα­φίας, «Η ζωή μου σαν μυ­θι­στό­ρη­μα», κα­θώς πρό­κει­ται για μια συ­ναρ­πα­στι­κή α­φή­γη­ση. Όσο α­φο­ρά την α­νά­κλη­ση αυ­τού του αρ­κε­τά μα­κρι­νού πα­ρελ­θό­ντος, στη­ρί­χτη­κε, ό­πως γρά­φει, στη μνή­μη της και στη μνή­μη της μο­νά­κρι­βης α­δελ­φής της. 
Συν­δυα­σμός, που εκ­πλήσ­σει με την α­κρί­βειά του, ι­δίως, ό­ταν πρό­κει­ται για πρό­σω­πα, που δεν έ­χει συ­γκρα­τή­σει η Ιστο­ρία της ε­πο­χής και σώ­ζο­νται μό­νο σε α­να­φο­ρές ει­δι­κών πραγ­μα­τειών και α­πο­μνη­μο­νευ­μά­των. Ή και ό­ταν α­φο­ρά ε­πι­μέ­ρους λε­πτο­μέ­ρειες του βιο­γρα­φι­κού γνω­στών προ­σώ­πων. Για πα­ρά­δειγ­μα, στην πρώ­τη σε­λί­δα, διορ­θώ­νε­ται η η­με­ρο­μη­νία γέν­νη­σης του φί­λου της α­πό τα χρό­νια της Δι­κτα­το­ρίας στο Πα­ρί­σι, Χόρ­χε Σε­μπρούν. Όλες οι πη­γές που γνω­ρί­ζου­με τον φέ­ρουν γεν­νη­θέ­ντα στις 10 Δεκ. 1923. Η Ζέη α­να­φέ­ρει πως εί­χε γε­νέ­θλια την ί­δια μέ­ρα με ε­κεί­νη και τον Νί­κο Κούν­δου­ρο, στις 15 Δεκ. Όπως θυ­μί­ζει, “ο Σε­μπρούν έ­φυ­γε πριν α­πό λί­γο και­ρό”, στις 7 Ιουν. 2011. Τα πρώ­τα τους βι­βλία, «Το με­γά­λο τα­ξί­δι» του Σε­μπρούν και το δι­κό της, «Το κα­πλά­νι της βι­τρί­νας», εί­χαν εκ­δο­θεί την ί­δια χρο­νιά, πριν 50 χρό­νια. Ενώ, στη δε­κα­ε­τία του ’80, εί­χαν κυ­κλο­φο­ρή­σει δυο ση­μα­ντι­κά βι­βλία τους, και τα δυο α­πό τις εκ­δό­σεις Θε­μέ­λιο. Το 1983, «Ο δεύ­τε­ρος θά­να­τος του Ρα­μόν Μερ­κα­ντέρ», σε με­τά­φρα­ση Άρη Αλε­ξάν­δρου, και το 1987, «Η αρ­ρα­βω­νια­στι­κιά του Αχιλ­λέ­α».
Ο τίτ­λος, που η συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­λέ­γει για την αυ­το­βιο­γρα­φία της, κυ­ριο­λε­κτεί. “Με μο­λύ­βι φά­μπερ νού­με­ρο δύο” έ­γρα­φε, α­πό το δη­μο­τι­κό, τα πρώ­τα ε­ξω­σχο­λι­κά κεί­με­νά της. Αυ­τός ο τύ­πος μο­λυ­βιού γρά­φει μα­λα­κά, με βα­θιούς τό­νους. Αντι­στοί­χως, ο τρό­πος που πα­ρου­σιά­ζε­ται η α­φη­γή­τρια δεί­χνει έ­ναν άν­θρω­πο ή­πιο και τρυ­φε­ρό, που ε­ξι­στο­ρεί προ­χω­ρώ­ντας στο βά­θος των πραγ­μά­των. Μέ­χρι συ­μπλεγ­μα­τι­κές θα χα­ρα­κτή­ρι­ζε ο παπ­πούς Φρόυ­ντ α­πο­φάν­σεις του τύ­που: “ή­μου­να μια α­σή­μα­ντη μα­θή­τρια”, “δεν ή­μου­να ψη­λή και φα­ντα­χτε­ρή”, η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή μου “α­πό μι­κρή με θεω­ρού­σε κου­τού­τσι­κη. Άλλω­στε το πα­ρα­τσού­κλι μου ή­ταν Κου­το­κού­λι.” Μό­νο που το “Κου­το­κού­λι μας προέ­κυ­ψε συγ­γρα­φέ­ας”, ό­πως σχο­λιά­ζει η α­δελ­φή της, και μά­λι­στα, έ­νας συγ­γρα­φέ­ας με το χά­ρι­σμα του αυ­το­σαρ­κα­σμού.

Η Λε­νού­λα...

Το βι­βλίο εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νο στην α­δελ­φή της, “στη Λε­νού­λα”, στην ο­ποία πα­ρα­χω­ρεί πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο, α­κό­μη και στην ει­κο­νο­γρά­φη­ση. Εί­ναι η ί­δια που ε­νέ­πνευ­σε την Αντι­γό­νη στο δεύ­τε­ρο βι­βλίο της, του 1971, «Ο με­γά­λος πε­ρί­πα­τος του Πέ­τρου». Εκεί εί­ναι η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή του Πέ­τρου, που “κοι­μό­τα­νε με 68 κου­ρε­λά­κια στο κε­φά­λι, για να έ­χει μαλ­λί φου­ντω­τό σα κου­νου­πί­δι. Όλοι έ­λε­γαν ό­τι μοιά­ζει στην διά­ση­μη α­με­ρι­κα­νί­δα η­θο­ποιό και τρα­γου­δί­στρια Ντιά­να Ντάρ­μπι­ν”. Στην αυ­το­βιο­γρα­φία, ά­νοι­ξη 1939, “η Λε­νού­λα τυ­λί­γει τα μαλ­λιά της σε κου­ρε­λά­κια πριν πέ­σει να κοι­μη­θεί” και εί­ναι “α­να­γνω­ρι­σμέ­νο α­πό ό­λα τα σχο­λεία πως έ­μοια­ζε” στην Ντάρ­μπιν. Αρρέ­νων και θη­λέων, Ιό­νιος Σχο­λή, Μπερ­ζάν, Μα­κρή και Αη­δο­νο­πού­λου, που πα­ρα­κο­λου­θού­σαν σε πρωι­νή προ­βο­λή του Ρεξ ται­νία της α­με­ρι­κα­νί­δας σταρ. Με “κα­ρό φού­στα και σο­σο­νά­κια και οι δυο”, η η­θο­ποιός και η κα­τά δυό­μι­σι χρό­νια νεό­τε­ρη Ελλη­νί­δα σω­σίας της, η ο­ποία “ση­κώ­θη­κε όρ­θια και χαι­ρέ­τη­σε τα πλή­θη” που “φώ­να­ζαν ρυθ­μι­κά: Λε-νου-λα Λε-νου-λα”. Αστέ­ρι η Ντά­μπιν στις δε­κα­ε­τίες του ’30 και του ’40, μέ­χρι ο νεό­τε­ρος των κο­ρι­τσιών Θω­μάς Γκόρ­πας, θυ­μό­ταν να α­κούει τα τρα­γού­δια της. Τα ΜΜΕ την ξα­να­θυ­μή­θη­καν ε­φέ­τος τον Μάη με το θά­να­τό της. Η Ντάρ­μπιν έ­κα­νε το ντε­μπού­το της δε­κα­πε­ντά­χρο­νη και πριν κλεί­σει τα τριά­ντα, το 1949, ε­γκα­τέ­λει­ψε τον κι­νη­μα­το­γρά­φο, α­κο­λου­θώ­ντας τον τρί­το σύ­ζυ­γό της. 
Στο εν­διά­με­σο, Οκτ. 1942, ξε­κί­νη­σε το ει­δύλ­λιο της Λε­νού­λας με τον Νί­κο Γκά­τσο, που κρά­τη­σε μέ­χρι το 1946. Έτσι ό­πως το πα­ρου­σιά­ζει η Ζέη, δί­νει σπά­νια μαρ­τυ­ρία για μια σχε­δόν ά­γνω­στη πλευ­ρά του Γκά­τσου. Αυ­τήν του ε­ρω­τευ­μέ­νου. Κα­μία σύ­γκρι­ση με τον Γκά­τσο της πρό­σφα­της “μυ­θι­στο­ρίας” της Αγα­θής Δη­μη­τρού­κα, «Που­λά­με τη ζωή χρεώ­νου­με τον θά­να­το». Εδώ, εί­ναι ο τρια­ντά­ρης ά­ντρας, που ζει έ­ναν κε­ραυ­νο­βό­λο και πα­ρά­φο­ρο έ­ρω­τα. Απ’ αρ­χής μέ­χρι τέ­λους, τον εκ­φρά­ζει με τρό­πο δα­ψι­λή και υ­περ­βο­λι­κό. “Μια τε­ρά­στια αν­θο­δέ­σμη α­πό κλω­νά­ρια α­μυ­γδα­λιάς” συ­νο­δεύει την πρώ­τη πρό­σκλη­ση στου Λου­μί­δη για κα­φέ. Με α­πει­λή για ε­σπευ­σμέ­νη α­να­χώ­ρη­σή του στη Γερ­μα­νία, την ο­ποία πα­ρου­σιά­ζει ως αυ­το­χει­ρία ε­νέρ­γεια, α­πο­σπά την πρώ­τη κα­τά μό­νας συ­νά­ντη­ση. Μέ­χρι που “νοι­κιά­ζει α­μα­ξά­κι με ά­λο­γο – δυο υ­πήρ­χαν σ’ ό­λη την Αθή­να – για να την πά­ει βόλ­τα”. Για να ε­ντυ­πω­σιά­σει την δε­κα­ο­χτά­χρο­νη, ε­πι­δει­κνύει α­χα­λί­νω­τη φα­ντα­σία. Μέ­σα στην Κα­το­χή, σκαρ­φί­ζε­ται μια μυ­στι­κή α­πο­στο­λή στην Αί­γυ­πτο. Εξα­φα­νί­ζε­ται έ­να δε­κα­πεν­θή­με­ρο, ε­πι­στρα­τεύο­ντας τον Ελύ­τη ως κο­μι­στή της α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ριας ε­πι­στο­λής, που έ­γρα­φε, “Αν δεν γυ­ρί­σω και χα­θώ, να ξέ­ρεις πως σε α­γά­πη­σα πο­λύ”. Ένας έ­ρω­τας που θάλ­λει χά­ρις και στα πα­ρα­μύ­θια που της λέει, α­να­δει­κνυό­με­νος σε υ­πέ­ρο­χο τε­ρα­το­λό­γο. Εκεί­νη, ό­μως, εί­ναι έ­να ρο­μα­ντι­κό κο­ρί­τσι, που δια­λέ­γει στα πε­ριο­δι­κά μό­δας το νυ­φι­κό της “κι ο­νει­ρεύε­ται πως εί­ναι νύ­φη στο μπρά­τσο του Γκά­τσου που σί­γου­ρα θα φο­ρά σμό­κιν”. 
“Δεν ή­τα­νε ω­ραίος, ή­τα­νε ό­μορ­φος. Πο­λύ ψη­λός, μά­τια σχι­στά, α­ρι­στο­κρα­τι­κά χέ­ρια. Κα­τά­μαυ­ρα μαλ­λιά. Έμοια­ζε με ι­σπα­νό ευ­γε­νή.” Αυ­τή ή­ταν η πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση της Ζέη α­πό τον Γκά­τσο. Πά­ντως, ε­κεί­νος δεν α­ντέ­δρα­σε ως ι­σπα­νός ευ­γε­νής, ού­τε ό­ταν τέ­θη­κε θέ­μα γά­μου ού­τε, ό­ταν, με­τά το χω­ρι­σμό τους, κα­τά­λα­βε πως τη θέ­ση του στην καρ­διά της Λε­νού­λας εί­χε πά­ρει άλ­λος. Μάλ­λον συ­μπε­ρι­φέρ­θη­κε σαν γνή­σιος Έλλη­νας. Την μεν κου­λού­ρα δεν την έ­βα­λε, αλ­λά έ­σπα­σε τα τζά­μια του σπι­τιού του α­ντί­ζη­λου. Όσο για την Λε­νού­λα βρή­κε το ταί­ρι της, ό­πως και η Ντάρ­μπιν, στον τρί­το της έ­ρω­τα. Η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή και οι νε­α­νι­κοί έ­ρω­τές της δεν ε­νέ­πνευ­σαν στη Ζέη έ­να αυ­το­τε­λές μυ­θι­στό­ρη­μα. Κρί­μα, κα­θώς θα ε­νέ­πλε­κε δυο ποιη­τές, που δεν ά­φη­σαν η­με­ρο­λό­για και ε­πι­στο­λές, τον Γκά­τσο και τον Νί­κο Κα­ρύ­δη, πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στό ως έ­ναν της τριά­δας που ί­δρυ­σε τον «Ίκα­ρο».  Θα μπο­ρού­σε, για πα­ρά­δειγ­μα, να έ­χει τίτ­λο, “οι αρ­ρα­βω­νια­στι­κοί της Ελέ­νης”. Η με­γα­λύ­τε­ρη α­δελ­φή εί­χε πά­ρει το ό­νο­μά της α­πό την κρη­τι­κιά, εκ πα­τρός, για­γιά. Ενώ, το Άλκη εί­ναι υ­πο­κο­ρι­στι­κό του Αγγε­λι­κή. Έτσι λέ­γα­νε την άλ­λη για­γιά, την Σα­μιώ­τισ­σα, το γέ­νος Νι­κο­λα­ραΐζη. Συγ­γέ­νευε, ά­ρα­γε, με τον δι­πλω­μά­τη και κρι­τι­κό λο­γο­τε­χνίας Δη­μή­τρη Νι­κο­λα­ραΐζη, που ή­ταν κι αυ­τός Σα­μιώ­της, α­πό πλού­σια οι­κο­γέ­νεια ε­μπό­ρω­ν;  

Δια­δο­χι­κά προ­σω­πεία

Η συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει τα δια­δο­χι­κά προ­σω­πεία της α­φη­γή­τριας - παι­δί, έ­φη­βη, νε­α­ρή κο­πέ­λα – χω­ρίς να πα­ρεμ­βαί­νει α­πό τη θέ­ση του ε­νή­λι­κα στον τρό­πο που ε­κεί­νη, σε κά­θε μια πε­ρίο­δο, βλέ­πει συ­νο­μή­λι­κους και με­γα­λύ­τε­ρους, κα­θώς και στο πώς α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ό­σα συμ­βαί­νουν στον στε­νό οι­κο­γε­νεια­κό χώ­ρο ή στο πώς α­ντι­δρά στους α­ντί­κτυ­πους που έ­χει η γε­νι­κό­τε­ρη κα­τά­στα­ση στην Ελλά­δα και τον υ­πό­λοι­πο κό­σμο στον δι­κό της κό­σμο του σπι­τιού και του σχο­λείου. Για τα σχό­λια του ε­νή­λι­κα έ­χει προ­βλέ­ψει πλα­γιο­γράμ­μα­τες πε­ρι­κο­πές. Σχε­τι­κά λι­γο­στές και σύ­ντο­μες, με μι­κρό­τε­ρα στοι­χεία, ευ­τυ­χώς ε­λά­χι­στα πα­ραλ­λάσ­σουν ή ε­κλο­γι­κεύουν τις αλ­λο­τι­νές ε­κτι­μή­σεις. Μό­νο προ­σθέ­τουν με­τα­γε­νέ­στε­ρα συμ­βά­ντα και θα­νά­τους, που συ­μπλη­ρώ­νουν μεν την ει­κό­να, αλ­λά προ­σθέ­τουν και κά­ποιες πέν­θι­μες νό­τες. Από μια ά­πο­ψη, αυ­τή η γεύ­ση του τέ­λους υ­πο­στέλ­λει τον α­νά­λα­φρο τό­νο της α­φή­γη­σης, που κυ­μαί­νε­ται α­πό την σκαν­δα­λιά­ρι­κη διά­θε­ση του παι­διού, στην πε­ρι­παι­κτι­κή της ε­φη­βείας και την χιου­μο­ρι­στι­κή της ε­νη­λι­κίω­σης. Αν και αυ­τή η τε­λευ­ταία κα­τα­λή­γει σε πι­κρά ει­ρω­νι­κή, ό­ταν η κα­τά­στα­ση αρ­χί­ζει να ζο­ρί­ζει α­πό τα Δε­κεμ­βρια­νά και με­τά. 
Σε κά­θε πε­ρίο­δο, η α­φή­γη­ση ζω­ντα­νεύει μια χο­ρεία προ­σώ­πων, με πρώ­τη τη με­γά­λη οι­κο­γέ­νεια του Σα­μιώ­τη παπ­πού Γεωρ­γίου Σω­τη­ρίου, κα­θη­γη­τή αρ­χαίων ελ­λη­νι­κών στην Ευαγ­γε­λι­κή Σχο­λή Σμύρ­νης. Από lapsus calami α­να­φέ­ρε­ται ό­τι α­πέ­κτη­σε δέ­κα τρία παι­διά, ε­νώ ο πε­ρι­γρα­φι­κός κα­τά­λο­γος που α­κο­λου­θεί τα βγά­ζει δώ­δε­κα.  Όπως και να έ­χει, στερ­νο­παί­δια εί­ναι “τα πα­νέ­μορ­φα δί­δυ­μα Πλά­των και Έλλη”. “Ο θείος Πλά­τω­ν” εί­ναι ο ή­ρωας του ο­μό­τιτ­λου, τρί­του βι­βλίου της, και σύ­ζυ­γος της Μι­κρα­σιά­τισ­σας Δι­δώς Παπ­πά. Ένα α­κό­μη πρό­σω­πο της λο­γο­τε­χνίας, δί­πλα στον Γκά­τσο, που παίρ­νει αυ­τό­νο­μη υ­πό­στα­ση και δη, σχε­δόν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα, εί­ναι η Δι­δώ Σω­τη­ρίου, η δυ­να­μι­κή πρώι­μη φε­μι­νί­στρια. Και η Έλλη εί­ναι “η μα­μά”, που “δεν ή­ταν μό­νο πο­λύ ό­μορ­φη”, αλ­λά και “α­χτύ­πη­τη στο ντύ­σι­μο”. Στην Κα­το­χή, έ­κα­νε α­ντί­στα­ση - σύν­δε­σμος με το Κόμ­μα, δια­κι­νώ­ντας πα­ρά­νο­μα έ­ντυ­πα - με κα­μου­φλά­ρι­σμα τα μο­ντε­λά­κια “των με­γά­λων τό­τε οί­κων μό­δας, της Πα­πα­στε­φά­νου και της Τσού­χλου”, που λάν­σα­ρε φο­ρώ­ντας τα.
Εκεί­νο που α­ντι­δια­στέλ­λει την αυ­το­βιο­γρα­φία της Ζέη α­πό άλ­λες αυ­το­βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα α­φη­γή­σεις δεν εί­ναι το πλή­θος των ση­μα­ντι­κών προ­σώ­πων που α­να­φέ­ρει,  αλ­λά η ο­πτι­κή μέ­σα α­πό την ο­ποία τα πα­ρου­σιά­ζει. Προ­βάλ­λει δια­φο­ρε­τι­κές α­πό τις γνω­στές πλευ­ρές τους, κυ­ρίως με­τα­φέ­ρο­ντας ε­ντυ­πώ­σεις της ε­πο­χής που τους γνώ­ρι­σε. Συ­χνά η κα­λύ­τε­ρη σύ­στα­ση εί­ναι ο προ­φο­ρι­κός τους λό­γος, έ­τσι πι­στι­κά που κα­τορ­θώ­νει να τον α­να­συ­στή­σει. Πα­ρά­δειγ­μα, οι διά­λο­γοι Γκά­τσου – Εμπει­ρί­κου και οι συ­ζη­τή­σεις της ί­διας με την ε­πι­στή­θια φί­λη της Ζωρζ Σα­ρι­βα­ξε­βά­νη. Το 1969, με την έκ­δο­ση του παι­δι­κού βι­βλίου, «Ο θη­σαυ­ρός της Βα­γίας», η φί­λη της θα κα­τα­γρα­φεί στις δέλ­τους της λο­γο­τε­χνίας ως Ζωρζ Σα­ρή. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ό­ταν η Ζέη α­να­φέ­ρε­ται στο ι­διω­τι­κό σχο­λείο των πρώ­των γυ­μνα­σια­κών της χρό­νων, α­πο­φεύ­γει να το ο­νο­μα­τί­σει, για­τί “ή­ταν φα­σι­στι­κό” και η διευ­θύ­ντρια του, που την βα­φτί­ζει Περ­σε­φό­νη, “εί­χε υιο­θε­τή­σει κα­τά γράμ­μα τις α­πό­ψεις του Χίτ­λερ”. Την έ­χει, ό­μως, προ­λά­βει η Σα­ρή με το αυ­το­βιο­γρα­φι­κό βι­βλίο της, «Ε. Π.», του 1996. Οι ε­νω­μέ­νες για πά­ντα, που υ­παι­νίσ­σε­ται το αρ­κτι­κό­λε­ξο του τίτ­λου, εί­ναι τέσ­σε­ρις συμ­μα­θή­τριες, με την πρώ­τη να α­κούει στο ό­νο­μα Άλκη, ε­νώ η διευ­θύ­ντρια και ι­διο­κτή­τρια του σχο­λείου ο­νο­μά­ζε­ται Ερα­σμία Δε­λα­πόρ­τα. 

Θέ­α­τρο και Αντί­στα­ση

Στην τε­λευ­ταία πε­ρίο­δο, με τις μνή­μες της νε­α­ρής κο­πέ­λας, φω­τί­ζο­νται πλα­γίως δυο δια­φο­ρε­τι­κοί χώ­ροι, του Θεά­τρου και της Αντί­στα­σης. Και στους δυο ου­σια­στι­κά την ει­σή­γα­γε “ο ψη­λός με τα γυα­λιά και το ά­σχη­μο ε­πί­θε­το”, που εί­χε γνω­ρί­σει μα­ζί με “τον Εμπει­ρί­κο, τον Ελύ­τη, τον Γκά­τσο και τον Μά­ριο Πλω­ρί­τη”, ο θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας Γιώρ­γος Σε­βα­στί­κο­γλου. Από τον πρώ­το χώ­ρο, δεν ε­ντυ­πω­σιά­ζει ο Κουν της ε­πο­χής, κα­θώς ο ί­διος ως προ­σω­πι­κό­τη­τα και το πρω­το­πο­ρια­κό θέ­α­τρο του συ­νι­στούν έ­να α­πό τα πιο γνω­στά κε­φά­λαια του με­τα­πο­λε­μι­κού ελ­λη­νι­κού θεά­τρου. Εντυ­πω­σιά­ζει, ό­μως, η Και­τού­λα, που κα­τά­φε­ρε “να ξε­πε­ρά­σει τον ε­αυ­τό της” στο πρώ­το έρ­γο του Θεά­τρου Τέ­χνης, την «Αγριό­πα­πια» του Ίψεν, “στο θέ­α­τρο Αλί­κης”, 18 Σεπ. 1942. “Ένα μα­γευ­τι­κό πλα­σμα­τά­κι πά­νω στη σκη­νή, η Καί­τη Λα­μπρο­πού­λου.” Αχά­ρι­στη η τέ­χνη του η­θο­ποιού. Η Και­τού­λα του Κουν και του Ρο­ντή­ρη πέ­θα­νε στις 31 Ιαν. 2011, χω­ρίς να α­φή­σει ί­χνη. Δια­σώ­θη­κε μό­νο η με­τέ­πει­τα χα­ρι­σμα­τι­κή κω­μι­κός σε ρό­λους δευ­τε­ρα­γω­νί­στριας του πα­λιού ελ­λη­νι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου. 
   Από το δεύ­τε­ρο χώ­ρο, πολ­λοί μεν α­να­φέ­ρο­νται, αλ­λά μό­λις που σκια­γρα­φού­νται. Ανά­με­σα σε αυ­τούς ο Σε­βα­στί­κο­γλου, με τον ο­ποίο έ­ζη­σε μια ο­λό­κλη­ρη ζωή, ό­πως εί­χε προ­φη­τεύ­σει τη νύ­χτα του γά­μου της η θεία Δι­δώ. Η Ζέη διευ­κρι­νί­ζει πως ο ά­ντρας της δεν ή­τα­νε ο Αχιλ­λέ­ας. Όταν γρα­φό­ταν το μυ­θι­στό­ρη­μα, ε­κεί­νος βρι­σκό­ταν δί­πλα της. Ίσως, και να την έ­βα­λε “να το γρά­ψει τρεις φο­ρές”, ό­πως έ­κα­νε με το πρώ­το της διή­γη­μα, «Κο­ντά στις ρά­γες», που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο τέ­ταρ­το τεύ­χος του κα­το­χι­κού πε­ριο­δι­κού «Νε­α­νι­κή Φω­νή», Φεβ. 1944. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, ο “α­δύ­να­τος νε­α­ρός με γυα­λιά, μάλ­λον στην η­λι­κία της”, που εί­χε τό­τε πα­ρα­λά­βει το διή­γη­μα στα γρα­φεία του πε­ριο­δι­κού ο­νο­μα­ζό­ταν Κω­στής Νε­χα­λιώ­της.  Ήταν ο Κω­στής Σκα­λιό­ρας της ε­πι­τρο­πής έκ­δο­σης, τό­τε μό­λις 17 ε­τών. Έφυ­γε στις 5 Οκτω­βρίου. 
    Αλλά ποιος ή­ταν ο Γιώρ­γος Σε­βα­στί­κο­γλου; Ού­τε διε­ξο­δι­κή ι­στο­ρία του ελ­λη­νι­κού θεά­τρου υ­πάρ­χει ού­τε του Εμφυ­λίου. Το μυ­θι­στό­ρη­μα «Η αρ­ρα­βω­νια­στι­κιά του Αχιλ­λέ­α» και η πρό­σφα­τη αυ­το­βιο­γρα­φία δί­νουν α­πο­σπα­σμα­τι­κά στοι­χεία. Σή­με­ρα, εί­κο­σι τρία χρό­νια με­τά το θά­να­τό του, την 1η Νοε. 1990, η αυ­το­βιο­γρα­φία θα χρεια­ζό­ταν μια συ­νέ­χεια, “η ζωή με τον Γιώρ­γο”. Άλλω­στε, το 2013 εί­ναι ε­πε­τεια­κό έ­τος για ε­κεί­νον, κα­θώς συ­μπλη­ρώ­νο­νται 100 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Όπως και να έ­χει, μια πρώ­τη ι­δέα για το ή­θος του α­γω­νι­στή Σε­βα­στί­κο­γλου δί­νει η στι­χο­μυ­θία, που έ­γι­νε το βρά­δυ του γά­μου τους στο σπί­τι της Δι­δώς. Εκεί­νος α­να­κοι­νώ­νει ό­τι δεν θα φύ­γει με το Μα­τα­ρόα για Πα­ρί­σι, πα­ρό­λο που ο γά­μος εί­χε γί­νει α­κρι­βώς λό­γω αυ­τής της α­να­χώ­ρη­σης. “Πή­ρα ε­ντο­λή α­πό το Κόμ­μα να μεί­νω”, λέει. “Κι ε­σύ δέ­χτη­κες;” τον ρω­τούν έκ­πλη­κτοι. “Δεν υ­πήρ­χε θέ­μα να δε­χτώ ή ό­χι. Αφού ή­τα­νε ε­ντο­λή.”  

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 20/10/2013.

Η ευ­πρέ­πεια του κα­βα­φι­κού Έτους

$
0
0
Στις 30 Δεκ. 2012, με την α­να­κοί­νω­ση της Γραμ­μα­τείας Πο­λι­τι­σμού - τό­τε, λό­γω της συγ­χώ­νευ­σης Υπουρ­γείων, δεν υ­πήρ­χε ού­τε Υπουρ­γείο ού­τε Υπουρ­γός Πο­λι­τι­σμού – ό­τι το 2013 θα εί­ναι Έτος Κα­βά­φη, εί­χα­με εκ­φρά­σει κά­ποιους φό­βους. Αυ­τοί α­φο­ρού­σαν, κυ­ρίως, την αλ­λα­γή ι­διο­κτή­τη του κα­βα­φι­κού Αρχείου,   α­πό την οι­κο­γέ­νεια Γ. Π. Σαβ­βί­δη στο Ίδρυ­μα Ωνά­ση, που εί­χε α­να­κοι­νω­θεί στις αρ­χές Νοε. Οι α­σχο­λού­με­νοι με τον Κα­βά­φη και το έρ­γο του σιω­πού­σαν, δη­μιουρ­γώ­ντας την ε­ντύ­πω­ση ό­τι την θεω­ρού­σαν γε­γο­νός ήσ­σο­νος ση­μα­σίας, ε­νώ τα ΜΜΕ την πα­ρου­σία­ζαν με υ­περ­βάλ­λο­ντα εν­θου­σια­σμό. Κα­θώς το Έτος Κα­βά­φη εκ­πνέει, πυ­κνώ­νουν οι εν­δεί­ξεις ό­τι η με­τα­βί­βα­ση του Αρχείου σε άλ­λα χέ­ρια θα έ­χει βα­ρύ­νου­σα ση­μα­σία για την τύ­χες του Κα­βά­φη. Πά­ντως, ο Πρό­ε­δρος του Ιδρύ­μα­τος εί­χε προϊδεά­σει για τη σύλ­λη­ψη της α­ξιο­ποίη­σης του Αρχείου. Με την πα­ρα­λα­βή του και εν ό­ψει του Έτους Κα­βά­φη, εί­χε α­να­κοι­νώ­σει ό­τι “δεν θα κά­νου­νε συ­νέ­δριο Κα­βά­φη αλ­λά κά­τι που θα α­νοί­ξει τον κό­σμο προς τον ποιη­τή”. 
Πράγ­μα­τι, Συ­νέ­δριο δεν έ­κα­ναν και στο πρό­γραμ­μα της Στέ­γης για την “σε­ζόν 2013-14”, ό­πως πα­ρου­σιά­στη­κε στις 23 Σεπ., προ­βλέ­πε­ται “κύ­κλος Κα­βά­φη”, με σει­ρά δια­λέ­ξεων γύ­ρω α­πό τον ί­διον, το έρ­γο του και τη δια­σύν­δε­σή του με τη σύγ­χρο­νη ε­πο­χή. Ξε­κι­νούν στις 21 Ιαν. 2014, με “συ­ζή­τη­ση” του α­με­ρι­κα­νού με­τα­φρα­στή του συ­νό­λου των κα­βα­φι­κών ποιη­μά­των (έκδ. 2009) Ντά­νιελ Μέ­ντελ­σον με τον λέ­κτο­ρα νε­ο­ελ­λη­νι­κών σπου­δών του Πα­νε­πι­στη­μίου της Οξφόρ­δης Δη­μή­τρη Πα­πα­νι­κο­λά­ου. Να θυ­μί­σου­με ό­τι ο δεύ­τε­ρος εί­ναι ο Επι­στη­μο­νι­κός Σύμ­βου­λος του Αρχείου Κα­βά­φη στη νέα του στέ­γη και μέ­λος της εν­νε­α­με­λούς “ε­πι­στη­μο­νι­κής-ορ­γα­νω­τι­κής ε­πι­τρο­πής” του Έτους Κα­βά­φη. Δια­φω­τι­στι­κό της κα­βα­φι­κής του θεώ­ρη­σης εί­ναι το άρ­θρο του «Ο Κα­βά­φης στον 21ο αιώ­να» (Φεβ. 2011), με τον πλα­γιό­τιτ­λο, “έ­νας διε­θνής, πο­λυ­φω­νι­κός, πο­λυ­πρι­σμα­τι­κός και σί­γου­ρα ο­μο­φυ­λό­φι­λος Κα­βά­φης”. Στις 29 Οκτ., σε δεύ­τε­ρη συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που, α­να­κοι­νώ­θη­κε Συ­νέ­δριο για τον Ιούν. του 2014, ό­χι ε­πι­κε­ντρω­μέ­νο στον Κα­βά­φη, αλ­λά στη δια­χεί­ρι­ση Αρχείων με α­φορ­μή το συ­γκε­κρι­μέ­νο αρ­χεια­κό υ­λι­κό. Επίσης, οι “συ­ζη­τή­σεις”, πλήθυναν, με πρώ­τη τώρα στις  10 Δεκ., έ­χο­ντας θέ­μα «Ο Κα­βά­φης σή­με­ρα».   

Δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια

Όσο για το τι θα έ­κα­ναν για το ευ­ρύ κοι­νό, “τον κό­σμο”, ε­κεί­νη η αρ­χι­κή δια­τύ­πω­ση ή­ταν μάλ­λον σι­βυλ­λι­κή. Χρειά­στη­κε να πε­ρι­μέ­νου­με μέ­χρι τις 16 Σεπ., που εμ­φα­νί­στη­καν οι πρώ­τες νέ­ου τύ­που α­στι­κές “δρά­σεις” της Στέ­γης για την προ­βο­λή του σύγ­χρο­νου πο­λι­τι­σμού, ώ­στε να αρ­χί­σου­με να α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε πως νο­εί­ται αυ­τό το “ά­νοιγ­μα”. Τό­τε, στα τέσ­σε­ρα συ­γκοι­νω­νια­κά μέ­σα της Αθή­νας, εμ­φα­νί­στη­καν, σε πε­ρίο­πτες θέ­σεις, έ­ντε­κα καλ­λι­τέ­χνες που θα εκ­θέ­σουν τη δου­λειά τους στη Στέ­γη. Με τη συ­μπλή­ρω­ση ε­νός μη­νός, αυ­τή η “δρά­ση” ή, για να μας κα­τα­λα­βαί­νει  και ο “κό­σμος”, η δια­φη­μι­στι­κή κα­μπά­νια, ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε, και στις 14 Οκτ. ήρ­θε η βα­σι­λεία του Κα­βά­φη σε συ­γκοι­νω­νια­κά μέ­σα του κλει­νού ά­στεως. Μό­νο που αυ­τή η “δρά­ση”, ό­πως α­να­κοι­νώ­θη­κε, θα διαρ­κέ­σει ό­χι έ­ναν αλ­λά τρεις μή­νες, του­τέ­στιν μέ­χρι τέ­λους του Έτους Κα­βά­φη. Το υ­ψη­λό κό­στος της δεν στά­θη­κε α­πα­γο­ρευ­τι­κό, α­φού το Ίδρυ­μα, ή­δη α­πό την α­πό­κτη­ση του Αρχείου, έ­δει­ξε, πως ό­ταν πρό­κει­ται για Κα­βά­φη, δεν κά­νει τσι­γκου­νιές. Για­τί ο Κα­βά­φης, με την κα­τάλ­λη­λη α­ξιο­ποίη­ση, μπο­ρεί να προ­σφέ­ρει διε­θνές κύ­ρος σε έ­να Ίδρυ­μα. Κα­τά την πρό­σφα­τη, συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή συ­νέ­ντευ­ξη Τύ­που, οι πλη­θω­ρι­κές “δρά­σεις” που α­να­κοι­νώ­θη­καν κα­λύ­πτουν τα τέσ­σε­ρα ση­μεία του ο­ρί­ζο­ντα (Αθή­να-Οξφόρ­δη-Νέα Υόρ­κη-Σα­ντιά­γκο).    
Στην κα­μπά­νια ο Κα­βά­φης δεν εμ­φα­νί­ζε­ται μό­νος στις πε­ρί­βλε­πτες θέ­σεις αλ­λά με­τά στί­χων του, που α­να­μέ­νε­ται να μα­γνη­τί­σουν το βλέμ­μα. Στο πορ­τρέ­το ει­κο­νί­ζε­ται ως διο­πτρο­φό­ρος νε­α­ρός, με εμ­φα­νή ζω­γρα­φι­κά στοι­χεία γκρά­φι­τι. Εί­ναι έρ­γο της θεσ­σα­λο­νι­κιώ­τι­κης σχε­δια­στι­κής ο­μά­δας Beetroot, ελ­λη­νι­στί πα­ντζα­ρό­ρι­ζα, που έ­χει α­να­λά­βει α­πό πέ­ρυ­σι τη δια­φη­μι­στι­κή προώ­θη­ση των εκ­δη­λώ­σεων της Στέ­γης. Στα συ­νο­λι­κά εν­νέα δια­φη­μι­στι­κά τα­μπλό, το σκί­τσο συ­νο­δεύε­ται και α­πό έ­ναν δια­φο­ρε­τι­κό στί­χο. Κά­πο­τε δια­φή­μι­ση χρειά­ζο­νταν τα μα­κα­ρό­νια Μί­σκο, σή­με­ρα την θέ­λει και το καλ­λι­τε­χνι­κό και λο­γο­τε­χνι­κό έρ­γο, κα­θό­σον η α­ξία των πά­ντων α­νά­γε­ται στην ε­μπο­ρι­κή τους α­πο­τί­μη­ση. Ο Ακα­δη­μαϊκός Σύμ­βου­λος του Αρχείου Κα­βά­φη, ο­μό­τι­μος κα­θη­γη­τής Ανα­στά­σιος - Ιωάν­νης (Γιάν­νης ως ποιη­τής, ε­πι­φυλ­λι­δο­γρά­φος και με­λε­τη­τής) Με­τα­ξάς πε­ρι­μέ­νει να δει στις πω­λή­σεις των έρ­γων του ποιη­τή τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της κα­μπά­νιας. 

Κο­ντή μνή­μη

Οι ε­μπνευ­στές της κα­μπά­νιας την πα­ρου­σιά­ζουν ως “νέ­ου τύ­που α­στι­κή δρά­ση” και οι α­πο­δέ­κτες, δη­μο­σιο­γρά­φοι και τα α­πο­κα­λού­με­να μέ­σα κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σης, την α­ντι­με­τω­πί­ζουν ως πρω­το­φα­νέ­ρω­τη ι­δέα. Πα­ρό­λο που στις με­γα­λου­πό­λεις αυ­τού του κό­σμου συ­νι­στά συ­νή­θη δια­φη­μι­στι­κό τρό­πο. Αφού ει­σά­γου­με τα πά­ντα, δια­φη­μι­στι­κές ι­δέες δεν θα α­ντι­γρά­ψου­με! Το κα­κό με μας εί­ναι ο υ­περ­βο­λι­κός τρό­πος με τον ο­ποίο κά­θε φο­ρά α­ντι­δρού­με και η κο­ντή μνή­μη μας. Να θυ­μί­σου­με πως πο­λύ πριν σκά­σουν μύ­τη οι Beetroot, η διευ­θύ­ντρια του Ε.ΚΕ.ΒΙ. έ­φερ­νε για πρώ­τη φο­ρά, με μια πα­ρό­μοια κα­μπά­νια,  τους Αθη­ναίους σε  ε­πα­φή με την ποίη­ση. Ο πρώ­τος που “τα­ξί­δε­ψε” στα λεω­φο­ρεία ή­ταν ο Σο­λω­μός, εν έ­τει 1997. Τό­τε δεν εί­χα­με ού­τε Με­τρό ού­τε Τραμ 
Για να μην δη­μιουρ­γη­θεί πα­ρε­ξή­γη­ση, στό­χος των Ιδρυ­μά­των, τό­τε και τώ­ρα, πα­ρα­μέ­νει η ε­ξοι­κείω­ση του κοι­νού με την ποίη­ση. Η υ­πεύ­θυ­νη του Σχε­δια­σμού δρά­σεων για “το ά­νοιγ­μα του κό­σμου προς τον ποιη­τή” Αφρο­δί­τη Πα­να­γιω­τά­κου, υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νη το κα­βα­φι­κό σκί­τσο της κα­μπά­νιας, ε­ξο­μο­λο­γεί­ται πως ε­πι­τυ­χία γι’ αυ­τούς εί­ναι τα ση­με­ρι­νά παι­διά να α­ντι­λη­φθούν τον Κα­βά­φη σαν ή­ρωα κό­μι­κς και τους στί­χους του σαν χι­π-χοπ τρα­γού­δια. Άλλω­στε, α­να­δι­φώ­ντας το Αρχείο Κα­βά­φη για να ε­μπνευ­στεί “δρά­σεις”, με­τα­ξύ άλ­λων και εκ­παι­δευ­τι­κά προ­γράμ­μα­τα, της α­πο­κα­λύ­φθη­κε ο “μπλό­γκε­ρ” Κα­βά­φης. Μπλο­γκ ε­μείς, μο­νό­φυλ­λα ε­κεί­νος. Του­λά­χι­στον το έ­να τρί­το α­πό τις ε­παυ­ξη­μέ­νες “δρά­σεις”, που προ­σώ­ρας φθά­νουν τις 19, α­πευ­θύ­νο­νται στα παι­διά. Εξ α­πα­λών ο­νύ­χων, λοι­πόν, Κα­βά­φης α­ντί για Βα­λαω­ρή­τι­δες και Πα­λα­μά­δες. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι, τε­λι­κά, η τρι­με­λής ο­μά­δα υ­πευ­θύ­νων για το Αρχείο Κα­βά­φη και τις σχε­τι­κές “δρά­σεις” έ­γι­νε τε­τρα­με­λής, α­πο­κτώ­ντας και “project manager” τον δι­δά­σκο­ντα του Πα­νε­πι­στη­μίου της Οξφόρ­δης Θο­δω­ρή Χιώ­τη. Του­τέ­στιν Αθη­νά-Οξφόρ­δη 2-2 για τη φρο­ντί­δα ε­νός ελ­λη­νο­αγ­γλι­κού Κα­βά­φη.
Ερω­τι­κοί στί­χοι

Οι στί­χοι της κα­μπά­νιας α­να­σύρ­θη­καν α­πό ο­κτώ “ποιή­μα­τα του κα­νό­να” και έ­να α­πό τα “κρυμ­μέ­να”, με πρό­θε­ση να ταυ­τι­στούν νο­η­μα­τι­κά με τρέ­χου­σες α­νη­συ­χίες υ­πό τύ­πον σλό­γκαν. Κα­τά τον Ακα­δη­μαϊκό Σύμ­βου­λο, η ε­πι­λο­γή έ­γι­νε α­πό “μια ο­μά­δα ευ­πρε­πών και κα­τάλ­λη­λων αν­θρώ­πω­ν”. Αν αυ­τή η δια­τύ­πω­ση δεν έ­χει δη­μο­σιο­γρα­φι­κά πα­ρα­φθα­ρεί, α­πο­ρού­με πως εν­νο­εί το “ευ­πρε­πείς”. Δη­λα­δή θα μπο­ρού­σε να γί­νει και α­πό α­πρε­πείς, του­τέ­στιν αν­θρώ­πους που θα πρό­σβα­λαν την κοι­νή αι­σθη­τι­κή και η­θι­κή; Ή μή­πως με το “ευ­πρε­πείς” υ­παι­νίσ­σε­ται συ­ζη­τή­σεις των με­λών της ο­μά­δας γύ­ρω α­πό το κα­τά πό­σο θα έ­πρε­πε να συ­μπε­ρι­λη­φθούν ε­ρω­τι­κοί στί­χοι και αν ναι, πό­σοι και πό­σο τολ­μη­ροί. Για­τί μία δια­φο­ρε­τι­κή ι­δέα θα ή­ταν μία κα­μπά­νια με α­πο­κλει­στι­κά ε­ρω­τι­κούς στί­χους ε­νό­ψει και της Ημε­ρί­δας του Γαλ­λι­κού Ινστι­τού­του «Ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος Κα­βά­φης» στις 19 Νοε. Όταν, μά­λι­στα, το Ίδρυ­μα προ ο­λί­γων η­με­ρών α­να­κοί­νω­σε “συ­ζή­τη­ση”, με θέ­μα «Ο ε­ρω­τι­κός Κα­βά­φης» για τις 28 Ιαν.
Πά­ντως, με την ε­πι­κρα­τού­σα διε­θνώς σε­ξο­λα­γνεία, κα­λύ­τε­ρα θα έ­δε­ναν οι προ­κλη­τι­κό­τε­ροι στί­χοι. Οπό­τε χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται “ευ­πρε­πείς”, για­τί ε­πέ­λε­ξαν μό­νο δυο στί­χους ε­ρω­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου α­πό ποιή­μα­τα του 1911-12 κι αυ­τοί ά­τολ­μοι για τα ση­με­ρι­νά γού­στα. “Το σώ­μα μου στες η­δο­νές θα δώ­σω”, α­πό το ποίη­μα, «Τα ε­πι­κίν­δυ­να», και ο δεύ­τε­ρος ή α­κρι­βέ­στε­ρα ο έ­νας και μι­σός “Επέ­στρε­φε συ­χνά και παίρ­νε με, / α­γα­πη­μέ­νη αί­σθη­σις...”, α­πό το ποίη­μα «Επέ­στρε­φε». Οι αν­θο­λό­γοι προ­χώ­ρη­σαν και στην α­πο­κο­πή στι­χι­κών τε­μα­χι­δίων, ό­που το έ­κρι­ναν α­πα­ραί­τη­το. Πά­ντως, στά­θη­καν “ευ­πρε­πείς”, κα­θώς δεν μπή­καν στον πει­ρα­σμό να συ­μπλη­ρώ­σουν τους στί­χους με ε­ρε­θι­στι­κό­τε­ρους α­πό τα ί­δια ποιή­μα­τα. Από την άλ­λη, ου­δείς θα χα­ρα­κτή­ρι­ζε μη “ευ­πρε­πές”, του­τέ­στιν α­νάρ­μο­στο, το κεί­με­νο του Αλέ­ξη Κα­λο­και­ρι­νού, που ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται σε έ­να α­πό τα “κρυμ­μέ­να” του 1919, κα­τα­ταγ­μέ­νο α­πό τον ποιη­τή στον φά­κε­λο «Πά­θη», το ποίη­μα «Ο δε­μέ­νος ώ­μος». Κα­θώς, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πρό­σφα­το α­φιέ­ρω­μα στον Κα­βά­φη του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο» (τχ. 193-194, Οκτ. 2013), α­πευ­θύ­νε­ται στους ο­λί­γους, που μπο­ρούν να ε­κτι­μή­σουν έ­να ξε­κί­νη­μα in medias res, “Το ε­ρω­τι­κό πρό­βλη­μα στον Κα­βά­φη δεν εί­ναι ο έ­ρω­τας γε­νι­κά, αλ­λά το σεξ ει­δι­κά.”
Λί­γο προ­γε­νέ­στε­ρο, του 1917, εί­ναι το “κρυμ­μέ­νο” α­πό το ο­ποίο α­πο­σπά­στη­κε ο στί­χος της κα­μπά­νιας, “Δεν έ­χω σή­με­ρα κε­φά­λι για δου­λειά.-” Ένας α­πό τους στί­χους, που ή­ταν προ­φα­νές, πως θα λει­τουρ­γή­σει με δια­φο­ρε­τι­κό νό­η­μα α­πό ε­κεί­νο που έ­χει στο ποίη­μα. Δια­φο­ρε­τι­κό έως και βλα­πτι­κό, κα­θώς α­πο­δί­δο­ντας στον ποιη­τή μια φρά­ση, που την λέ­με συ­χνά ό­ταν βα­ριό­μα­στε, συ­νώ­νυ­μη του δεν έ­χω διά­θε­ση, α­παλ­λασ­σό­μα­στε α­πό τυ­χόν ε­νο­χές για ο­κνη­ρία και χα­λα­ρό­τη­τα. Στο ποίη­μα, ε­κεί­νος που “μο­νο­λο­γεί” ή και γρά­φει ε­πι­στο­λή σε φί­λο “δεν έ­χει κε­φά­λι για δου­λειά”, του­τέ­στιν για ποίη­ση, “για­τ’ εί­ναι κά­πως τα­ραγ­μέ­νος” α­πό την προ­η­γού­με­νη, που ή­ταν “κά­τω απ’ του Συ­μεών τον στύ­λο” και φα­ντα­ζό­ταν τον α­σκη­τή “τριά­ντα πέ­ντε χρό­νια ε­πά­νω σ’ έ­ναν στύ­λο να ζει και να μαρ­τυ­ρεί”. Αυ­τά, το 450 μ.Χ., και ό­χι το 350 μ.Χ., ό­πως α­πό τυ­πο­γρα­φι­κό λά­θος α­να­φέ­ρε­ται στις ση­μειώ­σεις του βι­βλίου με τα «Κρυμ­μέ­να ποιή­μα­τα 1877;-1923».
Άλλοι στί­χοι της κα­μπά­νιας δια­τη­ρούν μέ­ρος του νοή­μα­τός τους. Όπως ο στί­χος “Εδώ που έ­φθα­σες, λί­γο δεν εί­ναι” α­πό το ποίη­μα, «Το πρώ­το σκα­λί», το πρωι­μό­τε­ρο α­πό τα ε­πι­λε­χθέ­ντα, δη­μο­σιευ­μέ­νο στο τέ­λος του προ­πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να ή και δυο με­τα­γε­νέ­στε­ροι, α­πό το ποίη­μα «Μάρ­τιαι Ει­δοί» του 1911, “Τα με­γα­λεία να φο­βά­σαι, ώ ψυ­χή” και α­πό το ποίη­μα «Ένας νέ­ος, της τέ­χνης του λό­γου – στο 24ον έ­τος του» του 1928, “Όπως μπο­ρείς πια δού­λε­ψε, μυα­λό.-”. Σε κα­μιά, ό­μως, πε­ρί­πτω­ση δεν συ­νο­ψί­ζουν το ποίη­μα, ό­πως ι­σχυ­ρί­στη­κε ο Ακα­δη­μαϊκός Σύμ­βου­λος.

Με­γά­λη ελ­λη­νι­κή α­ποι­κία

Οι έ­ξι στί­χοι της κα­μπά­νιας που α­να­φέ­ρα­με, α­πο­κομ­μέ­νοι α­πό τον ποιη­τι­κό τους κορ­μό, προσ­λαμ­βά­νο­νται οι δυο ε­ρω­τι­κά και οι άλ­λοι τέσ­σε­ρις υ­παρ­ξια­κά. Ένας έ­βδο­μος στί­χος α­νευ­ρέ­θη, σχε­δόν στα­νι­κά, για να κα­λυ­φθεί το μεί­ζον πρό­βλη­μα της με­τα­νά­στευ­σης. Για την α­κρί­βεια πρό­κει­ται για στι­χι­κό α­πό­ξε­σμα με την ε­πί­μα­χη λέ­ξη, “Ξέ­νος ε­γώ, ξέ­νος πο­λύ”, α­πό το «Μύ­ρης. Αλε­ξάν­δρεια του 340 μ.Χ.» του 1929. Χρειά­ζο­νταν, ό­μως, και δυο στί­χοι, που να εκ­φρά­ζουν το σώ­μα των πο­λι­τών. Για πα­ρό­μοιες ζη­τή­σεις α­νέ­κα­θεν πρό­σφο­ρο εί­ναι το ποίη­μα «Εν με­γά­λη ελ­λη­νι­κή α­ποι­κία, 200 π.Χ.». Γραμ­μέ­νο Απρ. 1928, αρ­χι­κά θεω­ρή­θη­κε προ­φη­τι­κό για την κα­τά­στα­ση στην ελ­λη­νι­κή πα­ροι­κία της Αι­γύ­πτου και με­τά, για την ση­με­ρι­νή “με­γά­λη ελ­λη­νι­κή α­ποι­κία”  του διε­θνούς δα­νει­στι­κού τζε­τ-σετ. Οι αν­θο­λό­γοι ε­πέ­λε­ξαν τον τε­λευ­ταίο στί­χο “Και τέ­λος πά­ντων, να, τρα­βου­μ’ ε­μπρός”, σί­γου­ροι πως ο “κό­σμος” θα κρα­τή­σει την αι­σιό­δο­ξη νό­τα, α­γνοώ­ντας, δη­λα­δή μη γνω­ρί­ζο­ντας και ό­χι α­δια­φο­ρώ­ντας για την κα­βα­φι­κή ει­ρω­νεία. Ανα­ζη­τώ­ντας έ­ναν δεύ­τε­ρο στί­χο ή έ­στω στι­χι­κό α­πό­ξε­σμα με λέ­ξη υ­ψη­λής συ­χνό­τη­τας στον ε­πι­και­ρι­κό θό­ρυ­βο, α­λίευ­σαν τον δεύ­τε­ρο στί­χο του τε­λευ­ταίου ε­ξά­στι­χου “Να μη βια­ζό­με­θα· είν’ ε­πι­κίν­δυ­νον πράγ­μα η βία”. 
Ακέ­ραιος ο στί­χος ται­ριά­ζει στις σπα­σμω­δι­κές κι­νή­σεις των κυ­βερ­νό­ντων σή­με­ρα. Ωστό­σο, οι ε­μπνευ­στές της κα­μπά­νιας ή­θε­λαν μάλ­λον να ε­στιά­σουν την προ­σο­χή στη λέ­ξη βία που ε­ντέ­χνως σκιά­ζει τις μέ­ρες μας και ό­χι βε­βαίως, στη βιά, γι’ αυ­τό και κρά­τη­σαν κο­λο­βό το στί­χο, “Είν’ ε­πι­κίν­δυ­νον πράγ­μα η βία”. Κι ό­μως, δεν έ­χει πε­ρά­σει και τό­σος και­ρός α­πό το πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νο πε­ρι­στα­τι­κό που προέ­κυ­ψε με τη σο­λω­μι­κή βία. Ορα­μα­τι­ζό­με­νος την Ελευ­θε­ρία ο Επτα­νή­σιος ποιη­τής, τη βια­σύ­νη εί­χε κι αυ­τός κα­τά νου, αλ­λά έ­νας βου­λευ­τής εί­χε ερ­μη­νεύ­σει τη λέ­ξη βιά στο στί­χο του Εθνι­κού Ύμνου ως ά­σκη­ση σω­μα­τι­κής βίας. Όπως, τό­τε, ο βου­λευ­τής υ­πε­ρα­σπί­στη­κε με σθέ­νος την ά­πο­ψή του, το ί­διο έ­πρα­ξε ο Ακα­δη­μαϊκός Σύμ­βου­λος για τη εν λό­γω ε­πι­λο­γή της κα­μπά­νιας: “Εί­ναι έ­νας στί­χος που προ­κα­λεί α­νη­συ­χία διό­τι ο κό­σμος δεν ξέ­ρει ό­τι ο ποιη­τής εν­νο­εί τη βια­σύ­νη κι έ­τσι συ­νε­χί­ζε­ται ο διά­λο­γος.” Πα­ρό­μοιες α­πό­ψεις τον α­δι­κούν ως με­λε­τη­τή, αλ­λά αυ­τά πα­θαί­νουν οι πα­νε­πι­στη­μια­κοί, που α­να­λαμ­βά­νουν θέ­σεις συμ­βού­λων και προέ­δρων. Πά­ντως, τα ε­πί­μα­χα τα­μπλό άλ­λα­ξαν τά­χι­στα και ο στί­χος α­πο­κα­τα­στά­θη­κε. Μό­νο που ο πρό­ε­δρος του Ιδρύ­μα­τος ε­πέ­μει­νε πως αυ­τό δεν έ­γι­νε προς διόρ­θω­ση αλ­λά για να η­συ­χά­σει τις α­ντι­δρά­σεις μι­κρής με­ρί­δας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Η Αρι­στε­ρά φη­μί­ζε­ται για το πο­λι­τι­στι­κό της ε­πί­πε­δο, ωστόσο το σλό­γκαν παραμένει σλό­γκαν με τις σημερινές γλωσσικές προσλήψεις. Όσο για τα πρώ­τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της “δρά­σης” στα συ­γκοι­νω­νια­κά μέ­σα, αυ­τά θα διε­ρευ­νη­θούν αύ­ριο, σε τά­χι­στα διορ­γα­νω­θεί­σα συ­ζή­τη­ση, «Τι συμ­βαί­νει ό­ταν ο Κα­βά­φης μπαί­νει στο Με­τρό», στη νέα κα­βα­φι­κή Στέ­γη.
    
Το με­γά­λο ναι

Κα­τά τα άλ­λα, το Αρχείο Κα­βά­φη μέ­νει μέ­χρι στιγ­μής α­νε­νερ­γό. Ένα μο­να­δι­κό ί­χνος χρή­σης του α­πό τον Ακα­δη­μαϊκό Σύμ­βου­λο συ­να­ντά­με στο πρό­σφα­το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο». Αντλώ­ντας θη­σαυ­ρούς α­πό την κε­φαλ­λή­νια κα­τα­γω­γή του και την πα­ρού­σα θέ­ση του, στο κεί­με­νό του, θέ­τει ε­αυ­τόν “ε­νώ­πιον ε­νω­πίοις” με Λα­σκα­ρά­το και Κα­βά­φη. Δεν ερ­μη­νεύει, αλ­λά ε­πι­διώ­κει το “εν­δο­πα­θη­τι­κό νιώ­σι­μο” αλ­λιώς το erlebnis του Βίλ­χελμ Ντιλ­τάϋ. Σαν ποιη­τής που έ­ζη­σε εκ των έ­σω και ε­νερ­γά τον πο­λι­τι­κό α­νε­μο­στρό­βι­λο της ύ­στε­ρης πα­παν­δρεϊκής ε­πο­χής στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ’80, α­νή­κει “στους λί­γους” που “το μπο­ρού­ν”. Αν, ό­μως, ο Με­τα­ξάς δεί­χνει κα­λός γνώ­στης της ι­δε­α­λι­στι­κής γερ­μα­νι­κής φι­λο­σο­φίας στα χρό­νια της κα­βα­φι­κής ω­ρι­μό­τη­τας, η Λί­τσα Χατ­ζο­πού­λου, α­να­σύ­ρο­ντας δη­μο­σίευ­μα του Γ. Π. Σαβ­βί­δη α­πό τις 21 Ιουλ. 1973 για να δεί­ξει την ευ­ρεία χρή­ση του κα­βα­φι­κού λό­γου, ε­πι­δει­κνύει ό­χι κα­λή μνή­μη, μια και τό­τε ή­ταν α­κό­μη στο νη­πια­γω­γείο, αλ­λά κα­λή ε­πο­πτεία.  
Πα­ρα­μο­νές του πο­λι­τεια­κού δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, α­γα­να­κτού­σε ο Σαβ­βί­δης με «ΤΟ ΜΕ­ΓΑ­ΛΟ ΝΑΙ», που ή­ταν τοι­χο­κολ­λη­μέ­νο σε “ο­δούς, πλα­τέες, και πύ­λες της πε­ριώ­νυ­μης πό­λεως Αντιο­χείας”, παρ­μέ­νο α­πό το γνω­στό κα­βα­φι­κό ποίη­μα. Τό­τε, ό­μως, δεν α­να­φε­ρό­ταν το ό­νο­μα Κα­βά­φης. Στις “σκέ­ψεις για την ε­πι­και­ρό­τη­τα του Κα­βά­φη”, η Χατ­ζο­πού­λου σχο­λιά­ζει “την φω­το­γρα­φι­κή α­κρί­βεια” με την ο­ποία το ποίη­μα πε­ρί της “με­γά­λης ελ­λη­νι­κής α­ποι­κίας” α­ντα­να­κλά τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση, προ­φη­τεύο­ντας τα σλό­γκαν της κα­μπά­νιας. Εκτός κι αν α­νή­κει “στην ο­μά­δα των ευ­πρε­πών και κα­τάλ­λη­λων που ε­πέ­λε­ξαν τους στί­χους”. Με τους α­νώ­νυ­μους ε­πι­τρο­πών και δι­κτύων, πο­τέ δεν ξέ­ρεις.
Βρι­σκό­μα­στε κο­ντά στον ε­πί­λο­γο του κα­βα­φι­κού Έτους. Εάν ε­ξαι­ρέ­σου­με τα “κι­νη­μα­τι­κά ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα”, τι, τε­λι­κά, ου­σια­στι­κό θα κρα­τη­θεί ως μελ­λο­ντι­κή υ­πο­θή­κη απ’ ό­σες “δρά­σεις” διεκ­πε­ραιώ­θη­καν γύ­ρω α­πό τον Aλε­ξαν­δρι­νό, πα­ρα­μέ­νει α­κό­μη ζη­τού­με­νο. Με τον τερ­μα­τι­σμό των ε­πε­τεια­κών εκ­δη­λώ­σεων και α­φού με­σο­λα­βή­σει κά­ποιο ι­κα­νό διά­στη­μα α­πο­το­ξί­νω­σης, ί­σως τό­τε να φα­νεί το α­πό­σταγ­μα απ’ ό­σα συ­νέ­βη­σαν “μές στές πολ­λές κι­νή­σεις κι ο­μι­λίες”. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 3/11/2013.

Το Νό­μπελ και η ε­γκυ­ρό­τη­τα των βρα­βεύ­σεων

$
0
0

Άλφρε­ντ Νό­μπε­λ

Σύμ­φω­να με το πνεύ­μα της ε­πο­χής μας, α­νά­με­σα στα κα­λά που προέ­κυ­ψαν α­πό την πα­γκο­σμιο­ποίη­ση εί­ναι η πρό­τα­ξη της α­πο­μυ­θο­ποίη­σης. Το πό­σο ω­φέ­λι­μη στά­θη­κε σε α­το­μι­κό, ε­θνι­κό και διε­θνι­κό ε­πί­πε­δο το βλέ­που­με στην πρά­ξη με την α­πο­κά­θαρ­ση α­πό τους μύ­θους της Ιστο­ρίας. Και­ρός, λοι­πόν, εί­ναι να α­σχο­λη­θού­με και με τους μύ­θους, που συ­σκο­τί­ζουν τα πραγ­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα, σε άλ­λους το­μείς ή και θε­σμούς. Με α­φορ­μή την τρέ­χου­σα ε­πι­και­ρό­τη­τα, έ­νας προς ε­ξέ­τα­ση θε­σμός εί­ναι ο προ­σφι­λής θε­σμός των βρα­βείων. Όπως οι πε­ρισ­σό­τε­ροι θε­σμοί, στη­ρί­ζε­ται κι αυ­τός στο κύ­ρος του, που, στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι συ­σχε­τι­σμέ­νο με τον τρό­πο ε­πι­λο­γής των υ­πο­ψη­φίων προς βρά­βευ­ση. Τα ση­μα­ντι­κά, ό­πως τα κρα­τι­κά σε ε­θνι­κό ε­πί­πε­δο και τα Νό­μπελ σε διε­θνές, ο­φεί­λουν την ε­γκυ­ρό­τη­τά τους στην γε­νι­κώς α­πο­δε­κτή ά­πο­ψη, ό­τι βα­σί­ζο­νται σε α­με­ρό­λη­πτα κρι­τή­ρια. Ενδει­κτι­κό του πό­σο α­ντέ­χει αυ­τή η θεώ­ρη­ση εί­ναι ό­σα γρά­φο­νται στον Τύ­πο πριν και με­τά μια βρά­βευ­ση, α­πό τις προ­βλέ­ψεις και τα στοι­χή­μα­τα μέ­χρι τη δι­θυ­ραμ­βι­κή προ­βο­λή του έρ­γου του ε­κά­στο­τε βρα­βευ­μέ­νου.
Κι ό­μως, ό­σο κα­θη­συ­χα­στι­κή κι αν εί­ναι η πί­στη στην α­με­ρο­λη­ψία, συ­χνά δεν εί­ναι πα­ρά έ­νας μύ­θος. Και ό­πως εί­ναι α­να­με­νό­με­νο, πα­ρό­μοιοι ε­ξω­ραϊστι­κοί μύ­θοι α­πο­βαί­νουν αν­θε­κτι­κό­τε­ροι σε χώ­ρους, που, α­πό τη φύ­ση τους, ε­πι­τρέ­πουν με­γα­λύ­τε­ρα πε­ρι­θώ­ρια υ­πο­κει­με­νι­σμού, ό­πως, για πα­ρά­δειγ­μα, αυ­τός της λο­γο­τε­χνίας. Για­τί, ό­πως και να το κά­νου­με, η α­πό­φαν­ση ό­τι η δαφ­νο­στε­φής του βρα­βείου Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνίας Alice Munro εί­ναι “master of the contemporary short story” δεν δια­θέ­τει τη στέ­ρεα βά­ση της πει­ρα­μα­τι­κής ε­πι­βε­βαίω­σης, που δί­νει η ύ­παρ­ξη του σω­μα­τι­δίου Χι­γκς στην ε­φε­τι­νή α­πο­νο­μή του Νό­μπελ Φυ­σι­κής σε ε­κεί­νους που δια­τύ­πω­σαν, πριν α­πό μι­σό αιώ­να, τη μα­θη­μα­τι­κή θεω­ρία που το προέ­βλε­πε. Άλλω­στε, η αι­σθη­τι­κή εί­ναι δυσ­πρό­σι­τος χώ­ρος, σε α­ντί­θε­ση, λ.χ., με τον ευ­κο­λό­τε­ρα προ­σβά­σι­μο ι­δε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κό.

Προ­πο­λε­μι­κά

Αρκεί μια μα­τιά στον πί­να­κα των δαφ­νο­στε­φών κα­τά τα 113 έ­τη α­πο­νο­μής των Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνίας, για να φα­νεί πό­σο και α­πό πό­τε άρ­χι­σαν να υ­πο­χω­ρούν τα λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια και να πα­ρεμ­βάλ­λο­νται ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κοί πα­ρά­γο­ντες. Μέ­χρι τον Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, 1901-1939, υ­πήρ­ξαν 36 βρα­βεύ­σεις (1914, 1918, 1935 δεν α­πο­νε­μή­θη­κε) και 38 βρα­βευ­μέ­νοι (1904 και 1917 μοι­ρά­στη­κε σε δυο). Χω­ρι­σμέ­νοι α­νά ή­πει­ρο, προ­κύ­πτουν 34 Ευ­ρω­παίοι, τρεις Αμε­ρι­κα­νοί και έ­νας Ινδός. Για πρώ­τη φο­ρά δί­νε­ται σε μη Ευ­ρω­παίο το 1913. Αντι­προ­σω­πεύε­ται α­πό τον άλ­λο­τε γνω­στό Ινδό ποιη­τή Τα­γκό­ρ, που συ­νι­στού­σε ε­ξαι­ρε­τι­κή πε­ρί­πτω­ση, διά­ση­μος σε Αγγλία και Η­ΠΑ, με την κο­ρυ­φαία ποιη­τι­κή συλ­λο­γή του να εκ­δί­δε­ται στα αγ­γλι­κά και να με­τα­φρά­ζε­ται την ε­πό­με­νη χρο­νιά στα γαλ­λι­κά α­πό τον Αντρέ Ζι­ντ. Συ­νε­πώς, τα προ­πο­λε­μι­κά Νό­μπελ εί­ναι σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά ευ­ρω­παϊκά (14 χώ­ρες τι­μώ­νται, μια α­πό αυ­τές η ΕΣ­ΣΔ αλ­λά με συγ­γρα­φέα ε­γκα­τε­στη­μέ­νο στο Πα­ρί­σι), με τους τρεις α­με­ρι­κα­νούς να έρ­χο­νται αρ­γά, μέ­σα στη δε­κα­ε­τία του ’30 (1930, 1936, 1938). Πα­ρα­μέ­νουν, δη­λα­δή, ευ­ρω­παϊκά ό­σο, ε­πί­σης και αν­δρι­κά, με μό­νο τέσ­σε­ρις γυ­ναί­κες. Η πρώ­τη εί­ναι Σουη­δέ­ζα και α­πο­τε­λεί το πρώ­το Νό­μπελ της διορ­γα­νώ­τριας χώ­ρας.

Με­τα­πο­λε­μι­κή γεω­γρα­φία

Με­τά τον Πό­λε­μο (1940-1943 δεν α­πο­νε­μή­θη­κε), α­πό το 1944 μέ­χρι το 2013, υ­πήρ­ξαν 70 βρα­βεύ­σεις και 72 βρα­βευ­μέ­νοι ( 1966, 1974 μοι­ρά­στη­κε). Αυ­τήν την ε­βδο­μη­κο­ντα­ε­τία έρ­χε­ται η πτώ­ση του Τεί­χους του Βε­ρο­λί­νου να την χω­ρί­σει σε δυο πε­ριό­δους: 1944-1989, 1990-2013. Στα πρώ­τα 46 χρό­νια, οι 48 νο­μπε­λί­στες εί­ναι 32 Ευ­ρω­παίοι (14 χώ­ρες τι­μώ­νται αλ­λά δια­φο­ρο­ποιού­νται α­πό τις ι­σά­ριθ­μες προ­πο­λε­μι­κές, α­που­σιά­ζουν οι Νορ­βη­γία, Βέλ­γιο, Φιν­λαν­δία, Πο­λω­νία, ε­νώ προ­στί­θε­νται οι Ισλαν­δία, Γιου­γκοσ­λα­βία, Ελλά­δα, Τσε­χία), έ­ντε­κα α­πό την α­με­ρι­κα­νι­κή ή­πει­ρο (ε­πτά Η­ΠΑ, έ­νας Κε­ντρι­κή Αμε­ρι­κή και τρεις Λα­τι­νι­κή) και πέ­ντε α­πό τις άλ­λες τρεις η­πεί­ρους, α­πό δυο Αφρι­κή (Νι­γη­ρία, Αί­γυ­πτος) και Ασία (Ισραή­λ, Ια­πω­νία) και έ­νας Αυ­στρα­λία. Όπως φαί­νε­ται, το Νό­μπε­λ, α­πό τον και­ρό του Ψυ­χρού Πο­λέ­μου μέ­χρι την κα­τάρ­ρευ­ση του σο­βιε­τι­κού μπλο­κ, πα­ρα­μέ­νει ευ­ρω­κε­ντρι­κό, με ου­σια­στι­κά α­πο­κλει­σμέ­νο το α­να­το­λι­κό μπλο­κ, πλην των τι­μώ­με­νων α­ντι­φρο­νού­ντων. Η Ελλά­δα ει­σέρ­χε­ται στο Πάν­θε­ον του Νό­μπελ 17η, το 1963, αλ­λά βρα­βεύε­ται σε σχε­τι­κά μι­κρή α­πό­στα­ση για δεύ­τε­ρη φο­ρά το 1979, πριν την εί­σο­δο της 18ης χώ­ρας, της Τσε­χίας, το 1984. Δυ­τι­κο­ευ­ρω­παϊκό και έ­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο αν­δρι­κό, κα­θώς, σε αυ­τήν την πε­ρίο­δο προ­στί­θε­νται μό­λις δυο γυ­ναί­κες, μά­λι­στα, η μια α­πό αυ­τές μοι­ρά­ζε­ται το βρα­βείο. Το πο­σο­στό α­πό 10,5% πέ­φτει σε 4,175% και ε­πί του συ­νό­λου, α­πό το 1901 μέ­χρι και το 1989, με έ­ξι βρα­βευ­μέ­νες υ­πο­λεί­πε­ται του 7%. 

Πα­γκο­σμιο­ποίη­ση

Κα­τά τη δεύ­τε­ρη πε­ρίο­δο, αυ­τήν της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, εί­ναι εμ­φα­νής η τά­ση της κρι­τι­κής ε­πι­τρο­πής να α­νοί­ξει τη βρά­βευ­ση και προς τον υ­πό­λοι­πο κό­σμο, α­γκα­λιά­ζο­ντας ταυ­τό­χρο­να και τα δυο φύλ­λα. Ιδιαί­τε­ρα, στο θέ­μα των γυ­ναι­κών, η ε­πι­τρο­πή α­πο­νο­μής δεί­χνει να ε­φαρ­μό­ζει κά­τι σαν την πο­σό­στω­ση των κομ­μά­των στην Ελλά­δα. Στις έ­ξι δαφ­νο­στε­φείς προ­στέ­θη­καν, μέ­σα σε 24 χρό­νια, άλ­λες ε­πτά: τρεις την πρώ­τη δε­κα­ε­τία, και στη συ­νέ­χεια, α­πό μια κά­θε δυο με τέσ­σε­ρα χρό­νια. Με άλ­λα λό­για, το φύλ­λο εμ­φα­νί­ζε­ται ως ο πρώ­τος ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κός πα­ρά­γο­ντας. Ένας δεύ­τε­ρος, εί­ναι η χώ­ρα προέ­λευ­σης, με προ­τί­μη­ση στις ε­κτός Ευ­ρώ­πης και Η­ΠΑ. Ενώ, έ­νας τρί­τος, πα­ρα­μέ­νει ο ι­δε­ο­λο­γι­κοπο­λι­τι­κός, αν και συν τω χρό­νω, δια­φο­ρο­ποιεί­ται. Στους 24 βρα­βευ­μέ­νους, οι δέ­κα έρ­χο­νται α­πό ε­πτά νέες χώ­ρες, δυο Νό­τια Αφρι­κή (μια γυ­ναί­κα), δυο μέ­σα στον τρέ­χο­ντα αιώ­να α­πό την α­να­δυό­με­νη Κί­να, πέ­ντε α­πό την α­με­ρι­κά­νι­κη ή­πει­ρο (Με­ξι­κό, Ου­ρου­γουάη, Τρι­νι­ντά­ντ, Πε­ρού, Κα­να­δά) και έ­νας α­πό την Τουρ­κία. 
    Τα υ­πό­λοι­πα 14 πη­γαί­νουν, έ­να δεύ­τε­ρο στην Ια­πω­νία με­τά 26 χρό­νια α­πό το πρώ­το, έ­να στις Η­ΠΑ σε γυ­ναί­κα, που φτά­νει τους έ­ντε­κα δαφ­νο­στε­φείς, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας τη δεύ­τε­ρη θέ­ση με­τά τη Γαλ­λία, τρία σε ευ­ρω­παϊκές χώ­ρες που δεν εί­χαν τι­μη­θεί (Πορ­το­γα­λία, Ουγ­γα­ρία, Αυ­στρία), το έ­να α­πό αυ­τά σε γυ­ναί­κα, και εν­νέα στις ευ­ρω­παϊκές χώ­ρες, που πα­ρα­μέ­νουν πρώ­τες σε Νό­μπε­λ: έ­να στη Γαλ­λία, δυο το έ­να σε γυ­ναί­κα στη Με­γά­λη Βρε­τα­νία, δυο το έ­να σε γυ­ναί­κα στη Γερ­μα­νία, και α­πό έ­να στις Σουη­δία, Ιτα­λία, Ιρλαν­δία, Πο­λω­νία. Για να μην πα­ρα­πο­νιό­μα­στε, θυ­μί­ζου­με ό­τι, στις 21 ευ­ρω­παϊκές χώ­ρες του Πάν­θε­ον, ο­κτώ έ­χουν α­πο­σπά­σει έ­να Νό­μπε­λ, τρεις (Δα­νία, Ελβε­τία, Ελλά­δα) δι­πλό, η Νορ­βη­γία τρι­πλό, τρεις (Πο­λω­νία, Ιρλαν­δία, ΕΣ­ΣΔ) τέσ­σε­ρα, η Ισπα­νία πέ­ντε, η Ιτα­λία έ­ξι, Γερ­μα­νία και Σουη­δία ο­κτώ, Με­γά­λη Βρε­τα­νία 10, Γαλ­λία 13.

Alice Munro

  Πα­ρά τα πρω­τεία της Γαλ­λίας, την πρώ­τη θέ­ση κα­τέ­χει η αγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνία, με δι­πλά­σιο α­ριθ­μό βρα­βεύ­σεων σε σχέ­ση με τη γαλ­λι­κή και την σχε­δόν ι­σο­βαθ­μού­σα γερ­μα­νι­κή. Η προ­τί­μη­ση της ε­πι­τρο­πής στην αγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνία ε­ξη­γεί, εν μέ­ρει, την πρό­κρι­ση αγ­γλό­φω­νου για το πρώ­το Νό­μπελ του Κα­να­δά. Κα­τά τα άλ­λα, η πο­λι­τι­κή γεω­γρα­φία της κα­τα­νο­μής των βρα­βείων δεί­χνει πως ό­σοι δια­μορ­φώ­νουν τις πι­θα­νό­τη­τες των ε­πί­δο­ξων προς βρά­βευ­ση και κα­τευ­θύ­νουν τον τζό­γο των στοι­χη­μά­των πα­ρα­μέ­νουν στο μύ­θο των λο­γο­τε­χνι­κών ή και α­γο­ραίων κρι­τη­ρίων. Έτσι, προ­κύ­πτει ως πρώ­το φα­βο­ρί ο Χα­ρού­κι Μου­ρα­κά­μι και ε­πα­νέρ­χε­ται ο Φί­λιπ Ροθ. Αντ’ αυ­τών, ό­μως, βρα­βεύε­ται η Alice Munro, που το ό­νο­μά της α­που­σιά­ζει α­πό έ­γκρι­τες ε­γκυ­κλο­παί­δειες, ό­πως η Πά­πυ­ρος-Λα­ρούς-Μπρι­τά­νι­κα. Ανε­ξάρ­τη­τα, ό­μως, του σκε­πτι­κού της ε­πι­τρο­πής, η ε­πί­ση­μη α­να­κοί­νω­ση ε­πι­κα­λεί­ται πά­ντο­τε λο­γο­τε­χνι­κά κρι­τή­ρια. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας ε­πε­λέ­γη ως “master of the contemporary short story”. 
Εδώ, κρα­τά­με το ό­νο­μα της συγ­γρα­φέως, τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό “master” και τον ει­δο­λο­γι­κό προσ­διο­ρι­σμό “short story” στα αγ­γλι­κά, κα­θώς έ­χουν α­πο­δο­θεί στα ελ­λη­νι­κά κα­τά πε­ρισ­σό­τε­ρους του ε­νός τρό­πους. Το ό­νο­μα με­τα­φέρ­θη­κε ως Μον­ρό στα με­τα­φρα­σμέ­να βι­βλία της, ή και ως Μουν­ρό σε δη­μο­σιο­γρα­φι­κά άρ­θρα, ε­νώ το τρί­το ε­ναλ­λα­κτι­κό Μαν­ρό α­πα­ντά­ται μό­νο σε ε­γκυ­κλο­παί­δειες. Για τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό “master”, δο­κι­μά­στη­καν ό­λες οι δυ­να­τές α­πο­δό­σεις: μα­στό­ρισ­σα, με­τρ, αυ­θε­ντία, κο­ρυ­φαία, βα­σί­λισ­σα. Όσο για τον ει­δο­λο­γι­κό προσ­διο­ρι­σμό “short story”, οι γη­γε­νείς δη­μο­σιο­γρά­φοι, μη έ­χο­ντας ε­πί­γνω­ση της ου­σια­στι­κής δια­φο­ράς α­νά­με­σα στην “short story” και το διή­γη­μα, τον α­πέ­δω­σαν ως διή­γη­μα. Άγγλοι θεω­ρη­τι­κοί, ω­στό­σο, δυ­σα­να­σχε­τούν με την έλ­λει­ψη ε­νός ι­διαί­τε­ρου ό­ρου για την α­λά Πόε “short story”, που συ­νι­στά αυ­το­τε­λές λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος και θα πρέ­πει να α­ντι­δια­στέλ­λε­ται α­πό την “short story”. Η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, ω­στό­σο, έ­χει το πλε­ο­νέ­κτη­μα να δια­θέ­τει, πέ­ραν της πε­ρι­φρα­στι­κής δια­τύ­πω­σης, τη λέ­ξη διή­γη­μα. Δη­λα­δή, έ­να λε­κτι­κό πλεό­να­σμα, που μέ­νει α­χρη­σι­μο­ποίη­το, ε­νώ ε­πι­τρέ­πει την α­κρι­βέ­στε­ρη διά­κρι­ση και την πρό­κρι­ση των πραγ­μα­τι­κών μα­στό­ρων του εί­δους. 

“Our Chekhov”

  Οι ι­στο­ρίες της Munro δεν ε­ντάσ­σο­νται στην κα­τη­γο­ρία του διη­γή­μα­τος. Πρό­κει­ται για σύ­ντο­μες ι­στο­ρίες, που δια­φο­ρο­ποιού­νται α­πό τη νου­βέ­λα και το μυ­θι­στό­ρη­μα μό­νο ως προς την έ­κτα­ση. Άλλω­στε τις έ­χουν α­πο­κα­λέ­σει “long short stories” και “novels in miniature”. Οι ι­στο­ρίες της ε­πι­δέ­χο­νται ά­πλω­μα, το ο­ποίο και έ­γι­νε κα­τά το πέ­ρα­σμα ο­ρι­σμέ­νων α­πό την πρώ­τη δη­μο­σίευ­σή τους σε πε­ριο­δι­κό στη συ­μπε­ρί­λη­ψή τους σε συλ­λο­γή. Όσο για τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό της ε­πί­ση­μης α­να­κοί­νω­σης της Σουη­δι­κής Ακα­δη­μίας πως πρό­κει­ται για τον Τσέ­χωφ του Κα­να­δά, αυ­τός μάλ­λον στό­χευε στη στή­ρι­ξη του ε­πι­χει­ρή­μα­τος της λο­γο­τε­χνι­κό­τη­τας, αν­τλη­μέ­νος α­πό τις α­πο­φάν­σεις των Κα­να­δών κρι­τι­κών. Από τα εν λό­γω κεί­με­να, εί­ναι σα­φές ό­τι η σύ­γκρι­ση α­φο­ρά το πε­ριε­χό­με­νο και ό­χι τη μορ­φή και την έ­κτα­ση. Ύστε­ρα δια­τυ­πώ­νε­ται μέ­σα στα ε­θνι­κά πλαί­σια, ό­που τα μέ­τρα σύ­γκρι­σης εί­ναι κα­τά κα­νό­να δια­φο­ρε­τι­κά. Εν μέ­σω μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κών “πο­τα­μών γυ­ναι­κείας ευαι­σθη­σίας”, δια­κρί­νο­νται σαν “ρυά­κια” οι ι­στο­ρίες της Munro, ε­πι­σύ­ρο­ντας θαυ­μα­στι­κές εκ­φρά­σεις ε­θνι­κής υ­πε­ρη­φά­νειας της μορ­φής “our Chekhov”.  
Δεν ή­μα­σταν πα­ρό­ντες και σε 50 χρό­νια που θα α­νοί­ξουν τα Πρα­κτι­κά θα ή­μα­στε πά­λι α­πό­ντες. Ει­κά­ζου­με, ό­μως, ό­τι το ό­νο­μα της Munro έ­πε­σε στο τρα­πέ­ζι σαν πρό­τα­ση με πε­ρισ­σό­τε­ρα του ε­νός α­τού: α) το φύλ­λο, κα­θώς εί­χαν ή­δη πε­ρά­σει τέσ­σε­ρα χρό­νια α­πό την προ­η­γού­με­νη βρά­βευ­ση γυ­ναί­κας και η ε­πι­τρο­πή διή­νυε τον τρί­το και τε­λευ­ταίο χρό­νο της θη­τείας της. β) τη χώ­ρα προέ­λευ­σης, ο Κα­να­δάς ή­ταν η μο­να­δι­κή χώ­ρα α­πό το τέως κλα­μπ των ο­κτώ ι­σχυ­ρό­τε­ρων του κό­σμου, που εί­χε μεί­νει ε­κτός του Πάν­θε­ου. Και γ) την η­λι­κία, για­τί μίας μορ­φής ά­τυ­πη ε­πε­τη­ρί­δα κρα­τά­νε και τα Νό­μπελ. 
Σε αυ­τά προ­στί­θε­ται η υ­πο­στή­ρι­ξη της χώ­ρας της, κά­τι που, δυ­στυ­χώς, στε­ρού­νται ό­σοι Έλλη­νες πε­ζο­γρά­φοι θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λούν σο­βα­ρές υ­πο­ψη­φιό­τη­τες. Αυ­τό το δεί­χνουν και οι κα­τά­λο­γοι υ­πο­ψη­φίων, που κα­ταρ­τί­ζο­νται με βά­ση τους προ­τει­νό­με­νους α­πό α­νώ­τα­τα ι­δρύ­μα­τα και ε­ται­ρείες λο­γο­τε­χνών. Μό­νο ο Βα­σί­λης Αλε­ξά­κης εμ­φα­νί­ζε­ται, κι αυ­τός χά­ρις σε γαλ­λι­κή μέ­ρι­μνα. Τέ­λος, το έρ­γο της δεν έ­χει πο­λι­τι­κή χροιά, ό­πως των Ντόρ­ρις Λέσ­σιν­γκ και Χέρ­τα Μί­λε­ρ, ού­τε εί­ναι προ­κλη­τι­κό κα­θώς της Ελφρί­ντε Γέ­λι­νε­κ, που α­νά­γκα­σε δυο μέ­λη της ε­πι­τρο­πής σε πα­ραί­τη­ση. Πα­λαιό­τε­ρα, αυ­τό το στοι­χείο θα λει­τουρ­γού­σε αρ­νη­τι­κά, σή­με­ρα, ό­μως, φαί­νε­ται να α­πο­τε­λεί α­τού. Η ε­πι­λο­γή της θα μπο­ρού­σε να δη­λώ­νει στρο­φή προς τους α­θό­ρυ­βους. Άλλω­στε και η α­πο­μυ­θο­ποίη­ση της Ιστο­ρίας στον με­τρια­σμό του θο­ρύ­βου, που προ­κα­λούν ά­το­μα και διε­νέ­ξεις, δεν α­πο­σκο­πεί; Ένα Νό­μπελ δεν ι­σο­δυ­να­μεί μό­νο με υ­ψη­λό χρη­μα­τι­κό έ­πα­θλο, που, α­πό μια η­λι­κία του βρα­βευ­μέ­νου και ύ­στε­ρα, χά­νει μέ­ρος της α­ξίας του, αλ­λά και με υ­ψη­λό κύ­ρος, του­τέ­στιν μία μορ­φή ε­ξου­σίας. Στην πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νη ε­πο­χή, που θέ­λει να συ­γκε­ντρώ­σει σε μια ο­λι­γά­ριθ­μη ο­μά­δα τον ε­ξου­σια­στι­κό λό­γο, η εκ­χώ­ρη­ση ε­νός Νό­μπελ χρειά­ζε­ται με­γα­λύ­τε­ρη προ­σο­χή. 
Εφέ­τος συ­μπλη­ρώ­νο­νται 180 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Άλφρε­ντ Νό­μπε­λ, που πέ­ρα­σε ο­λό­κλη­ρη τη ζωή του, α­πό έ­φη­βος μέ­χρι τα 63 που α­πε­βίω­σε, μέ­σα στο θό­ρυ­βο, πει­ρα­μα­τι­ζό­με­νος με ε­κρη­κτι­κές ύ­λες.  Ποιη­τής ή­θε­λε να γί­νει ο Νό­μπε­λ, αλ­λά υ­πε­ρί­σχυ­σε η πα­τρι­κή θέ­λη­ση. Πα­ρέ­μει­νε, πά­ντως, μια ρο­μα­ντι­κή ποιη­τι­κή ι­διο­συ­γκρα­σία, εν­δο­στρε­φής και μο­νή­ρης. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 10/11/2013.

Η πρώτη φορά

$
0
0
Σκί­τσο Κων. Μα­λέα 

Ως προοί­μιο θα μπο­ρού­σα­με να πα­ρα­θέ­σου­με πα­ραλ­λαγ­μέ­νους τους γνω­στούς στί­χους του Μι­χά­λη Κα­τσα­ρού: «Μην α­με­λή­σε­τε./ Πάρ­τε μα­ζί σας “ελ­λη­νι­κό” Κα­βά­φη./ Το μέλ­λον θα έ­χει πο­λύ ε­ρω­τι­κό.» Στρογ­γυ­λή Τρά­πε­ζα με­θαύ­ριο, εκ­δή­λω­ση τέ­λη Ια­νουα­ρίου και βλέ­που­με. Με­τρού­με στις συμ­με­το­χές: τέσ­σε­ρις πα­νε­πι­στη­μια­κούς, έ­ναν ει­κα­στι­κό, τρεις μυ­θι­στο­ριο­γρά­φους, έ­ναν ποιη­τή, έ­ναν με­τα­φρα­στή, της αλ­λο­δα­πής και της η­με­δα­πής, διά­ση­μους αλ­λά και ά­γνω­στους στο ευ­ρύ κοι­νό. Πρώ­τη φο­ρά, εν Αθή­ναις, τό­σος πο­λύς ε­ρω­τι­κός Κα­βά­φης και τό­σο ά­φα­ντος ο “ελ­λη­νι­κός”. Θέ­λει θυ­σίες η πα­γκο­σμιο­ποίη­ση. Αλλά “μη φο­βά­στε την πα­γκο­σμιο­ποίη­ση”, το εί­πε και ο Όσκαρ Λα­φο­νταίν. Δη­μιουρ­γεί για ό­λες τις χώ­ρες ευ­και­ρίες. Για την Ελλά­δα υ­πάρ­χει πά­ντα η ποίη­ση. Χά­ρις στα κι­νή­μα­τα των άλ­λο­τε πο­τέ κα­τα­πιε­σμέ­νων, προ­χω­ρού­με με Κα­βά­φη και Δη­μου­λά για πα­γκό­σμιου βε­λη­νε­κούς δια­κρί­σεις. Άλλω­στε για ό­λα τα πράγ­μα­τα υ­πάρ­χει η πρώ­τη φο­ρά. 
Τα δη­μο­σιεύ­μα­τα για τον Κα­βά­φη, ε­πε­τεια­κά και μη, συ­χνά α­να­φέ­ρο­νται στην “πρώ­τη φο­ρά” για διά­φο­ρες πρά­ξεις του, ό­πως το πρώ­το ποίη­μα ή το πρώ­το δη­μο­σίευ­μα. Σε χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά δεύ­τε­ρη εμ­φα­νί­ζε­ται η “πρώ­τη ο­μο­φυ­λο­φι­λι­κή ε­ρω­τι­κή ε­πα­φή”, ό­πως την α­πο­κα­λούν. Αυ­τή εί­ναι και η μο­να­δι­κή “πρώ­τη φο­ρά” του ι­διω­τι­κού βίου εν μέ­σω των τεκ­μη­ριω­μέ­νων του δη­μό­σιου. Υπάρ­χει στο “σχε­δία­σμα χρο­νο­γρα­φίας του βίου του Κα­βά­φη”, που δη­μο­σίευ­σε το 1963 ο Στρα­τής Τσίρ­κας. Την α­ντι­γρά­φει α­πό το χει­ρό­γρα­φο της Ρί­κας Σε­γκο­πού­λου-Αγαλ­λια­νού, που πα­ρα­μέ­νει α­νέκ­δο­το: “Ο ο­μο­σε­ξουα­λι­σμός άρ­χι­σε να εκ­δη­λώ­νε­ται στα 1883 με τον ε­ξά­δελ­φό του Γ. Ψύλ­λια­ρη στην Πό­λη.” Η φρά­ση ε­πι­δέ­χε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρες της μιας ερ­μη­νείας, ό­πως σχο­λιά­ζει ο βιο­γρά­φος του Ρό­μπερτ Λί­ντε­λ, α­να­φέ­ρο­ντας πως αυ­τή εί­ναι η μο­να­δι­κή πη­γή για τα προ­σω­πι­κά του σε ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο.  
Στο Χρο­νο­λό­γιο του 1983 και την με­τέ­πει­τα Εργο­βιο­γρα­φία, η φρά­ση χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται “μαρ­τυ­ρία” της Σε­γκο­πού­λου, προσ­δί­δο­ντάς της βα­ρύ­τη­τα γε­γο­νό­τος. Ωστό­σο, σε πα­ρό­μοιες διη­γή­σεις, η με­γά­λη χρο­νι­κή α­πό­στα­ση (η Αγαλ­λια­νού γνω­ρί­ζει τον Κα­βά­φη το 1926, που πα­ντρεύε­ται τον Αλέ­κο Σε­γκό­που­λο, ο ο­ποίος τον εί­χε γνω­ρί­σει γύ­ρω στο 1917) πα­ραλ­λάσ­σει τα γε­γο­νό­τα σύμ­φω­να με το ε­πι­θυ­μη­τό με­τα­γε­νέ­στε­ρων χρό­νων. Τό­τε, άλ­λω­στε, ού­τε καν υ­πήρ­χαν οι λέ­ξεις ο­μο­σε­ξουα­λι­σμός και ο­μο­φυ­λο­φι­λία. Εμφα­νί­στη­καν την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία του 19ου αι. προς α­πό­δο­ση της γερ­μα­νι­κής λέ­ξης homosexuelitat, άρ­τι πλα­σθεί­σας α­πό το αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό ο­μός και το λα­τι­νι­κό sexus. Το ε­πί­θη­μα φι­λία α­πα­ντά­ται μό­νο στην ελ­λη­νι­κή. 
Προ­φα­νώς, οι ε­τυ­μο­λο­γίες δεν κα­θο­ρί­ζουν τις ο­νο­μα­τι­ζό­με­νες πρά­ξεις, αμ­φό­τε­ρες, ό­μως, έ­χουν την ι­στο­ρία τους, που δεν θα πρέ­πει να πα­ρα­γρά­φε­ται ό­ταν πρό­κει­ται για πα­λαιό­τε­ρα τεκ­μή­ρια. “Ο Κα­βά­φης δεν υ­πήρ­ξε διό­λου συ­ντε­λε­στι­κός στην ε­πι­τυ­χία των προ­σπα­θειών των ε­πί­δο­ξων βιο­γρά­φων του”, γρά­φει η Σε­γκο­πού­λου. Ακό­μη και οι λι­γο­στές η­με­ρο­λο­για­κές του ση­μειώ­σεις α­πό τα νε­α­νι­κά του χρό­νια εί­ναι κρυ­πτι­κές. Ας μην λη­σμο­νού­με, πως, προ­τού ό­λα γί­νουν “εύ­θυ­μα” (μέ­χρι το 1967 οι “γκέι” διώ­κο­νταν ποι­νι­κά στην Αγγλία και μέ­χρι το 1990, ο Πα­γκό­σμιος Οργα­νι­σμός Υγείας τους κα­τέ­τασ­σε στους α­σθε­νείς), υ­πήρ­χε το βά­σα­νο της ε­νο­χής και της α­μαρ­τίας. Πα­λαιό­τε­ροι με­λε­τη­τές προ­σπά­θη­σαν να φω­τί­σουν την κρυ­πτι­κό­τη­τά του στο συ­γκε­κρι­μέ­νο θέ­μα. Με το θά­να­το των Κ. Θ. Δη­μα­ρά και Γ. Π. Σαβ­βί­δη, ά­νοι­ξαν οι πύ­λες στον ο­λο­κλη­ρω­τι­κό βιο­γρα­φι­σμό. Για τις νεό­τε­ρες γε­νιές με­λε­τη­τών, υ­πάρ­χει μό­νο το έρ­γο του Κα­βά­φη, που δια­βά­ζε­ται ως αυ­το­βιο­γρα­φι­κό “ε­νός γκέι ποιη­τή”, για τον ο­ποίο “η ο­μο­φυ­λο­φι­λία του ή­ταν κά­τι φυ­σι­κό”, ό­πως συ­νο­ψί­ζει ο τε­λευ­ταίος α­με­ρι­κα­νός με­τα­φρα­στής α­πά­ντων των ποιη­μά­των του. 

Δι’ αλ­λη­λο­γρα­φίας

Εμείς θα α­να­φερ­θού­με σε μία α­μνη­μό­νευ­τη “πρώ­τη φο­ρά” του δη­μό­σιου βίου του, α­θη­νο­κε­ντρι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Μας βά­ζει σε πει­ρα­σμό να σχολιάσουμε το πό­τε εμ­φα­νί­στη­κε για “πρώ­τη φο­ρά” στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο το ό­νο­μα Κα­βά­φης και πό­σες φο­ρές α­κο­λού­θη­σαν, πριν ο ί­διος α­φι­χθεί στην α­πο­βά­θρα του Πει­ραιά στις 3 Ιουν. 1901. Το ε­πώ­νυ­μο, με το μι­κρό ό­νο­μα ο­λο­γρά­φως και το εν­διά­με­σο αρ­χι­κό Φ, πα­ρου­σιά­στη­κε στις 30 Μαρ. 1891, σε άρ­θρο με τίτ­λο «Τα Ελγί­νεια Μάρ­μα­ρα». Την προ­η­γού­με­νη, 29 Μαρ., στο τεύ­χος της 10ης Απρ. (σύμ­φω­να με το νέο η­με­ρο­λό­γιο που ί­σχυε στην Αί­γυ­πτο –πα­γί­δα για τους βι­βλιο­γρά­φους του Κα­βά­φη) τρί­γλωσ­σου δε­κα­πεν­θή­με­ρου πε­ριο­δι­κού της Αλε­ξάν­δρειας, εί­χε δη­μο­σιευ­θεί άρ­θρο στα αγ­γλι­κά, με τίτ­λο «Give back the Elgin Marbles» και την υ­πο­γρα­φή C. F. Cavafy. Το δυο κεί­με­να πα­ρου­σιά­ζουν μι­κρές δια­φο­ρές, ε­νώ αλ­λά­ζει η τε­λευ­ταία πα­ρά­γρα­φος, η ο­ποία στην ελ­λη­νι­κή εκ­δο­χή γί­νε­ται κα­τα­φα­νώς ει­ρω­νι­κή. Στις 29 Απρ., υ­πήρ­ξε συ­νέ­χεια του ελ­λη­νό­γλωσ­σου άρ­θρου με έ­να δεύ­τε­ρο, «Νεώ­τε­ρα πε­ρί των Ελγι­νείων μαρ­μά­ρων». Το έ­ντυ­πο δη­μο­σίευ­σης αμ­φο­τέ­ρων εί­ναι η α­θη­ναϊκή ε­φη­με­ρί­δα «Η Εθνι­κή», για την ο­ποία οι σχε­τι­κές πη­γές δεν δί­νουν κα­θό­λου στοι­χεία. Πρό­κει­ται για κα­θη­με­ρι­νή ε­φη­με­ρί­δα, χω­ρίς κυ­ρια­κά­τι­κο φύλ­λο, που κυ­κλο­φό­ρη­σε μέ­σα στη διε­τία 1890-1891. Πι­θα­νώς, α­νή­κε στην οι­κο­γέ­νεια που ε­ξέ­δι­δε την α­λε­ξαν­δρι­νή ε­φη­με­ρί­δα «Τη­λέ­γρα­φος».
Εντός του 1891, στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο υ­πάρ­χουν δυο α­να­φο­ρές σε άλ­λα μέ­λη της οι­κο­γέ­νειας Κα­βά­φη, ε­νώ η ε­πό­με­νη στον ί­διον πα­ρου­σιά­στη­κε στις 30 Σεπ. του ι­δίου έ­τους. Εμφα­νί­ζε­ται στη στή­λη «Συ­ζη­τή­σεις» του πε­ριο­δι­κού «Αττι­κόν Μου­σείον», που ε­ξέ­δι­δε ο λό­γιος Σκο­πε­λί­της Νι­κό­λα­ος Γ. Ιγγλέ­σης. Πρό­κει­ται για α­πά­ντη­ση του πε­ριο­δι­κού στην α­πο­στο­λή ποιή­μα­τος προς δη­μο­σίευ­ση. Σύ­ντο­μη αλ­λά με α­ξιο­λο­γι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις, α­πο­τε­λεί την πρώ­τη κρι­τι­κή μνεία για τον Κα­βά­φη. Η εν λό­γω στή­λη εί­ναι α­νυ­πό­γρα­φη, αλ­λά υ­πάρ­χουν ι­κα­νές εν­δεί­ξεις ό­τι υ­πεύ­θυ­νος ή­ταν ο 29χρο­νος τό­τε Ιωάν­νης Πο­λέ­μης. Ήδη α­να­γνω­ρι­σμέ­νος ποιη­τής, μό­λις εί­χε ε­πι­στρέ­ψει α­πό το Πα­ρί­σι, ό­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε για δυο χρό­νια μα­θή­μα­τα Ιστο­ρίας της Τέ­χνης και Αι­σθη­τι­κής. Οι α­πα­ντή­σεις της στή­λης έ­χουν τον γαλ­λι­κό αέ­ρα του θεω­ρη­τι­κού πε­ρί τα λο­γο­τε­χνι­κά. Ενδει­κτι­κή η α­πά­ντη­ση στον Κα­βά­φη: Το ποίη­μά σας “θα ή­το ί­σως ω­ραιό­τε­ρον αν δεν ε­κά­μνε­τε τό­σην κα­τά­χρη­σιν του συ­στή­μα­τος ε­κεί­νου της γαλ­λι­κής στι­χουρ­γίας τού να με­τα­βαί­νω­σιν αι προ­τά­σεις α­πό του ε­νός στί­χου εις τον έ­τε­ρο­ν”. Η στή­λη ξε­κι­νά στο τεύ­χος της 15ης Ιουλ. 1891, ταυ­τό­χρο­να με την α­να­γρα­φή του ο­νό­μα­τος του Πο­λέ­μη στο ε­ξώ­φυλ­λο με την ι­διό­τη­τα του συν­διευ­θυ­ντή. Εί­ναι το ε­ναρ­κτή­ριο τεύ­χος του τέ­ταρ­του έ­τους της δεύ­τε­ρης πε­ριό­δου, ό­που ο Ιγγλέ­σης α­πο­φά­σι­σε αλ­λα­γές. Μείω­σε τη συ­χνό­τη­τα κυ­κλο­φο­ρίας του, α­πό τρεις φο­ρές το μή­να σε δύο και πή­ρε ε­ταί­ρο τον Πο­λέ­μη, α­να­θέ­το­ντάς του “την ευ­θύ­νη και την διεύ­θυν­ση της ύ­λης”. Πά­ντως, ο Κα­βά­φης δεν συ­γκρά­τη­σε το ό­νο­μά του. Κα­τά τη συ­νά­ντη­σή τους στην Αθή­να, σε ε­κεί­νο το πρώ­το τα­ξί­δι του, α­πο­ρεί που ο Πο­λέ­μης τον γνώ­ρι­ζε κα­τ’ ό­νο­μα. Ενώ, καί­τοι μό­λις με­ρι­κούς μή­νες με­γα­λύ­τε­ρός του, τον υ­πο­λο­γί­ζει για ε­ξη­ντά­ρη. Πα­ρα­τη­ρή­σεις που α­πο­κα­λύ­πτουν τι πρό­σε­χε και με ποιόν τρό­πο.
Στο ε­πό­με­νο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού, στις 15 Οκτ. 1891, σε μη πε­ρίο­πτη θέ­ση, δη­μο­σιεύ­τη­κε το πρώ­το ποίη­μα του Κα­βά­φη σε α­θη­ναϊκό έ­ντυ­πο, «Κτί­σται». Το ποίη­μα θα α­πο­τε­λέ­σει και το πρώ­το μο­νό­φυλ­λο του Κα­βά­φη, χω­ρίς χρο­νο­λο­γία ε­κτύ­πω­σης. Ο Σαβ­βί­δης πι­θα­νο­λο­γεί ό­τι το έ­φε­ρε ο εν­θου­σια­σμός της ευ­νοϊκής α­πά­ντη­σης εξ Αθη­νών, το­πο­θε­τώ­ντας την ε­κτύ­πω­ση πριν τη δη­μο­σίευ­ση του ποιή­μα­τος. Στη Βι­βλιο­γρα­φία Δα­σκα­λό­που­λου, με βά­ση ι­διό­χει­ρη χρο­νο­λό­γη­ση του Κα­βά­φη σε σω­ζό­με­νο α­ντί­τυ­πο, το­πο­θε­τεί­ται Σεπ. 1892. Αν α­πο­δε­χθού­με τη δεύ­τε­ρη χρο­νο­λό­γη­ση, η ε­πι­λο­γή του ποιή­μα­τος για το πρώ­το μο­νό­φυλ­λο α­πο­κτά α­ξιο­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα, κα­θώς, εν­δια­μέ­σως, έ­χουν δη­μο­σιευ­τεί α­κό­μη τρία ποιή­μα­τά του σε α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα. Διό­λου, ό­μως, α­πί­θα­νο, το χρο­νο­λο­γη­μέ­νο α­ντί­τυ­πο να προέρ­χε­ται α­πό δεύ­τε­ρο “τρά­βηγ­μα”.  Το δεύ­τε­ρο ποίη­μα, «Λό­γος και σι­γή», δη­μο­σιεύ­τη­κε στις 15 Ιαν. 1892, στρι­μωγ­μέ­νο κά­τω α­πό ια­τρι­κής φύ­σεως άρ­θρο, και μό­νο το τρί­το, «Σα­μ-ε­λ-Νε­σίμ», στις 29 Φεβ. 1892, α­πλώ­νε­ται σε σε­λί­δα. Στις «Συ­ζη­τή­σεις» δεν υ­πάρ­χει άλ­λη α­να­φο­ρά, ού­τε στο πε­ριο­δι­κό άλ­λο ποίη­μα. Όχι λό­γω δυ­σα­ρέ­σκειας του Κα­βά­φη, αλ­λά για­τί το πε­ριο­δι­κό, με­τά δυο τεύ­χη, ε­ξέ­πνευ­σε. Πα­ρα­δό­ξως, στο λήμ­μα της «Εγκυ­κλο­παί­δειας του Ελλη­νι­κού Τύ­που», δεν συ­γκρα­τεί­ται αυ­τή η πρώ­τη εμ­φά­νι­ση Κα­βά­φη στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο. 
Το κα­λο­καί­ρι του 1892, ο ποιη­τής δο­κι­μά­ζει την τύ­χη του σε έ­να δεύ­τε­ρο α­θη­ναϊκό πε­ριο­δι­κό. Επέ­λε­ξε το προ διε­τίας ι­δρυ­θέν «Η Φύ­σις»  του Φρα­γκί­σκου Μ. Πρί­ντε­ζη, ι­διο­κτή­τη ε­νός α­πό τα τρία γνω­στά τσι­γκο­γρα­φεία της ε­πο­χής. Ενδια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η αλ­λη­λο­γρα­φία του Κα­βά­φη με το πε­ριο­δι­κό, ό­πως ει­κά­ζε­ται α­πό τις α­πα­ντή­σεις της Σύ­ντα­ξης. Το α­νά­λα­φρα πε­ρι­παι­κτι­κό ύ­φος τους πα­ρα­πέ­μπει στον εκ­δό­τη, που κα­λύ­πτει με κεί­με­νά του με­γά­λο μέ­ρος της ύ­λης. Στο πε­ριο­δι­κό, δη­μο­σιεύ­θη­καν τέσ­σε­ρα ποιή­μα­τα, ε­νώ εί­χε α­πο­στεί­λει του­λά­χι­στον πέ­ντε. Αρχι­κά η α­πά­ντη­ση εί­ναι στε­ρεό­τυ­πη, “ε­πι­στο­λή με­τά ποιη­μα­τίου ε­λή­φθη­σα­ν”. Με­τά τη δη­μο­σίευ­ση του πρώ­του ποιή­μα­τος, «Αοι­δός», στις 15 Αυγ. 1892, η α­πά­ντη­ση παίρ­νει παι­γνιώ­δη χα­ρα­κτή­ρα για να έρ­θει στο ψα­χνό: “Επι­στο­λή και «Βακ­χι­κόν» ε­λή­φθη­σαν και μο­λο­νό­τι δεν εί­με­θα φί­λοι του, μας ή­ρε­σε, α­φού χύ­νει χα­ράν και έ­παρ­σιν εν τω δη­λη­τη­ρίω. Αλλά εγ­γρά­φε­τέ μας και κα­νέ­να συν­δρο­μη­τή να δια­λύη και τα δη­λη­τή­ρια της δη­μο­σιο­γρα­φίας.” Το ποίη­μα δη­μο­σιεύ­τη­κε με­τά τρία φύλ­λα, στις 15 Νοε. και ο Κα­βά­φης α­πέ­στει­λε έ­να α­κό­μη. Αυ­τή τη φο­ρά, η α­πά­ντη­ση, στις 24 Ιαν. 1893, θέ­τει ευ­θέως το ζη­τού­με­νο: “Επι­στο­λή και ποίη­μα­τιον ε­λή­φθη­σαν. Έχει κα­λώς. Συν­δρο­μη­τάς δεν ε­λά­βο­μεν έ­τι. Ανα­μέ­νο­μεν τι­νάς.” Αυ­τό το “ποιη­μά­τιο­ν” θα πρέ­πει να εί­ναι το «Vulnerant omnes, ultima necat», που πα­ρου­σιά­στη­κε στις 28 Φεβ. Τα­κτι­κός ο Κα­βά­φης, έ­στει­λε τη συν­δρο­μή του για το τέ­ταρ­το έ­τος που άρ­χι­ζε τον Απρ., αλ­λά με­τά πα­ρα­πό­νων. Στις 20 Ιουν., τον πλη­ρο­φο­ρούν ό­τι έ­λα­βαν έ­να α­κό­μη “ποιη­μά­τιο­ν”, ε­πα­να­λαμ­βά­νο­ντας ό­τι α­να­μέ­νουν συν­δρο­μη­τές. Πρό­κει­ται για το «Κα­λός και κα­κός και­ρός», που δη­μο­σιεύ­τη­κε στις 5 Σεπ. 
Στον πέ­μπτο χρό­νο, α­πό την 1η Μαΐ. μέ­χρι τις 23 Οκτ. 1894, ο Πρί­ντε­ζης δη­μο­σίευ­σε σε συ­νέ­χειες τις “α­να­μνή­σεις” του α­πό τα­ξί­δι, που έ­κα­νε ε­κεί­νη την πε­ρίο­δο στην Αί­γυ­πτο. Όπως πλη­ρο­φο­ρεί, σκο­πός του τα­ξι­διού δεν ή­ταν να γνω­ρί­σει τη χώ­ρα αλ­λά τους συν­δρο­μη­τές του πε­ριο­δι­κού, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει “τους πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρους και φι­λο­μου­σό­τε­ρους”. Η κα­τα­κλεί­δα της σχέ­σης Κα­βά­φη-Πρί­ντε­ζη βρί­σκε­ται στην τε­λευ­ταία συ­νέ­χεια των “α­να­μνή­σεω­ν”. Γρά­φει πως “τον γνώ­ρι­σε προ­σω­πι­κώς απ’ αρ­χής της εις Αλε­ξάν­δρεια α­πο­βι­βά­σεώς του”, αλ­λά δεν τον α­νέ­φε­ρε νω­ρί­τε­ρα “ό­πως σχη­μα­τί­σει τε­λείαν πε­ρί αυ­τού γνώ­μη”. Ωστό­σο, τον πε­ρι­γρά­φει με τα κα­λύ­τε­ρα λό­για, προ­σθέ­το­ντας ό­τι “κα­τά την τε­λευ­ταίαν στιγ­μή του έ­σφιγ­γε την χεί­ρα και ηύ­χε­το τα­χέως να τον έ­βλε­πε”. Πε­ριέρ­γως, ο Κα­βά­φης άλ­λο “ποιη­μά­τιον” δεν έ­στει­λε, ε­νώ  το πε­ριο­δι­κό μα­κρο­η­μέ­ρευ­σε. Για δυο και πλέ­ον χρό­νια, δεν ε­ντο­πί­ζε­ται ποίη­μά του σε α­θη­ναϊκό έ­ντυ­πο.

Μέ­σω γνω­ρι­μιώ­ν

Στην τριε­τία 1894-1896, δη­μο­σιεύει ποιή­μα­τα κά­θε χρό­νο και σε έ­να δια­φο­ρε­τι­κό έ­ντυ­πο της Αλε­ξάν­δρειας, στο ο­ποίο δεν ε­πα­νεμ­φα­νί­ζε­ται αρ­γό­τε­ρα: τον πρώ­το, στον μο­να­δι­κό τό­μο του «Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νου Αι­γυ­πτια­κού Ημε­ρο­λογίου του έ­τους 1895» του Γ. Β. Τσο­κό­που­λου, τον δεύ­τε­ρο, στο βρα­χύ­βιο πε­ριο­δι­κό «Ει­κο­στός Αιών» που εί­χε ξε­κι­νή­σει ε­κεί­νο το έ­τος με διευ­θυ­ντή τον Τσο­κό­που­λο, και τον τρί­το, στο πε­ριο­δι­κό «Κό­σμος» του Αι­γυ­πτιώ­τη Γιάν­νη Γκί­κα και του Κερ­κυ­ραίου Ιωάν­νη Ζερ­βού, που ε­πί­σης μό­λις εί­χε ξε­κι­νή­σει. Τον τρί­το, ό­μως, χρό­νο ε­πα­νεμ­φα­νί­ζε­ται με ποιή­μα­τα σε δυο α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα, χά­ρις στους εκ­δό­τες των α­λε­ξαν­δρι­νών πε­ριο­δι­κών. Το πρώ­το εί­ναι η ε­φη­με­ρί­δα «Το Άστυ», με διευ­θυ­ντή τον Δη­μή­τρη Κα­κλα­μά­νο, ό­που α­να­δη­μο­σιεύ­τη­κε α­πό το πε­ριο­δι­κό «Κό­σμος» το ποίη­μα «Ωδή και ε­λε­γεία των ο­δών», στις 6 Μαϊ., δη­λα­δή εί­κο­σι μέ­ρες με­τά την πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση. Ενώ, στις 13 Οκτ., δη­μο­σιεύ­τη­κε και έ­να δεύ­τε­ρο, το «Μνή­μη». Πι­θα­νό­τε­ρος σύν­δε­σμος ο Ζερ­βός, που έ­χει στε­νές σχέ­σεις με τον δη­μο­σιο­γρα­φι­κό κό­σμο της Αθή­νας και τον Κα­κλα­μά­νο. Στο πρώ­το ποίη­μα εμ­φα­νί­ζε­ται στην υ­πο­γρα­φή για τε­λευ­ταία φο­ρά το εν­διά­με­σο αρ­χι­κό Φ. Θα πε­ρά­σουν κο­ντά τέσ­σε­ρα χρό­νια μέ­χρι να α­ντι­κα­τα­στα­θεί α­πό το γνω­στό Π. Το δεύ­τε­ρο έ­ντυ­πο εί­ναι η ε­βδο­μα­διαία ε­πι­θεώ­ρη­ση «Τα Ολύ­μπια», ό­που ο Τσο­κό­που­λος δη­μο­σιεύει σε τέσ­σε­ρις συ­νέ­χειες τις «Αι­γυ­πτια­κές α­να­μνή­σεις» του. Στην τε­λευ­ταία α­πό αυ­τές, α­να­φέ­ρει ε­γκω­μια­στι­κά τον Κα­βά­φη, πα­ρα­θέ­το­ντας και κα­βα­φι­κό ποίη­μα. Εί­ναι αυ­τό που δη­μο­σίευ­σε προ­η­γου­μέ­νως στο Ημε­ρο­λό­γιο του 1895.
Στα τέ­λη του 1897, ο Κα­βά­φης δη­μο­σιεύει σε δυο α­κό­μη α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα. Στην ε­φη­με­ρί­δα «Νε­ο­λό­γος» του Σταύ­ρου Βου­τυ­ρά, που, εκ­διω­χθείς α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, εί­χε με­τα­φέ­ρει α­πό τον Σεπ. την ε­φη­με­ρί­δα του στην Αθή­να. Η φι­λία του Βου­τυ­ρά με τον παπ­πού του Κα­βά­φη Γεωρ­γά­κη Φω­τιά­δη έ­φε­ρε τη δη­μο­σίευ­ση του ποιή­μα­τος, «Η αρ­χαία τρα­γω­δία», στις 7 Δεκ., κο­ντά δυο χρό­νια με­τά το θά­να­το του Φω­τιά­δη. Το δεύ­τε­ρο έ­ντυ­πο εί­ναι το «Εθνι­κόν Ημε­ρο­λό­γιον» του Κων­στα­ντί­νου Φ. Σκό­κου, στο ο­ποίο, ε­πί έ­ντε­κα χρό­νια, δη­μο­σίευε σε κά­θε τό­μο έ­να ή δυο ποιή­μα­τα. Εκτός α­πό τον πρώ­το τό­μο, του 1898, που κυ­κλο­φο­ρεί τέ­λος 1897, ως εί­θι­σται με τα ε­τή­σια η­με­ρο­λό­για, ό­που δη­μο­σιεύει τρία ποιή­μα­τα. Από αυ­τά τα δυο, «Τα ά­λο­γα του Αχιλ­λέως» και «Ένας γέ­ρος», εί­ναι τα πρώ­τα μη α­πο­κη­ρυγ­μέ­να που ο Κα­βά­φης δη­μο­σίευ­σε σε έ­ντυ­πο. Ως το πρώ­το, ω­στό­σο, δη­μο­σιευ­μέ­νο α­πό τα ποιή­μα­τα “του κα­νό­να”, φέ­ρε­ται το «Τεί­χη», που κυ­κλο­φό­ρη­σε μα­ζί με την αγ­γλι­κή με­τά­φρα­ση σε μο­νό­φυλ­λο. Δε­δο­μέ­νου ό­τι το μο­νό­φυλ­λο εί­ναι α­χρο­νο­λό­γη­το, με μό­νες α­να­γρα­φό­με­νες η­με­ρο­μη­νίες, εκείνες της γρα­φής του ποιή­μα­τος και της με­τά­φρα­σής του, στις 16 Ιαν. 1897, μέ­νει ζη­τού­με­νο το πό­τε κυ­κλο­φό­ρη­σε. Στους ε­πό­με­νους τρεις τό­μους του Ημε­ρο­λο­γίου του Σκό­κου, μέ­χρι α­φί­ξεώς του στην Αθή­να, δη­μο­σίευ­σε: δυο στον τό­μο του 1899, το «Η κη­δεία του Σαρ­πη­δό­νος» μη α­πο­κη­ρυγ­μέ­νο, έ­να στον ε­πό­με­νο, τα «Κε­ριά», ε­πί­σης μη α­πο­κη­ρυγ­μέ­νο, και έ­να α­πο­κη­ρυγ­μέ­νο στον με­θε­πό­με­νο. 

Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος

Σε αυ­τήν την πρώ­τη α­θη­ναϊκή πε­ρίο­δο, ο Κα­βά­φης α­ντι­με­τω­πί­στη­κε στην πρω­τεύου­σα ως πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος. Ωστό­σο, εί­ναι προ­φα­νές ό­τι ο ί­διος δί­νει προ­τε­ραιό­τη­τα στις α­θη­ναϊκές δη­μο­σιεύ­σεις. Δη­μο­σίευ­σε σε ε­πτά α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα –τρεις ε­φη­με­ρί­δες, τρία πε­ριο­δι­κά και έ­να η­με­ρο­λό­γιο– δυο πε­ζά και 18 ποιή­μα­τα, τα δε­κα­τέσ­σε­ρα σε πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση ε­πί συ­νό­λου 26 ποιη­μά­των. Ενώ, α­πό τα ε­πτά συ­νο­λι­κά πρω­το­δη­μο­σιευ­μέ­να “του κα­νό­να”, τα τέσ­σε­ρα εί­ναι στο Ημε­ρο­λό­γιο του Σκό­κου, δυο σε μο­νό­φυλ­λα και μό­λις έ­να σε α­λε­ξαν­δρι­νό έ­ντυ­πο. Όσο για το ό­νο­μά του, με το Κων­στα­ντί­νος ο­λο­γρά­φως, εμ­φα­νί­ζε­ται στα δυο ελ­λη­νό­γλωσ­σα πε­ριο­δι­κά της Λει­ψίας (Έσπε­ρος - Κλειώ) και στα δυο πρώ­τα α­θη­ναϊκά έ­ντυ­πα (εφ. Εθνι­κή - Αττι­κόν Μου­σείον). Η α­ντα­πό­κρι­ση δεί­χνει πε­νι­χρή. Με­τρά­με: την ευ­νοϊκή κρί­ση του Πο­λέ­μη, τις α­να­φο­ρές στις “α­να­μνή­σεις” Τσο­κό­που­λου - Πρί­ντε­ζη και το εκ­θεια­στι­κό προοί­μιο του Σκό­κου για το κα­λω­σό­ρι­σμα στο Ημε­ρο­λό­γιό του. 
Μή­πως γι’ αυ­τό α­πο­φα­σί­ζει το πρώ­το τα­ξί­δι στην Αθή­να; Το η­με­ρο­λό­γιο ε­κεί­νου του τα­ξι­διού δεν δεί­χνει κά­τι σχε­τι­κό. Οι μό­νες προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νες ε­πι­σκέ­ψεις εί­ναι στον Σκό­κο και τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού «Πα­να­θή­ναια» Κί­μω­να Μι­χα­η­λί­δη. Τις έ­κα­νε μό­λις έ­φθα­σε. Δεν βρή­κε τον Μι­χα­η­λί­δη, αλ­λά ά­φη­σε να πε­ρά­σει έ­να ει­κο­σαή­με­ρο πριν ξα­να­προ­σπα­θή­σει. Στη δεύ­τε­ρη ε­πί­σκε­ψη, στα γρα­φεία του πε­ριο­δι­κού, γνώ­ρι­σε τον Ξε­νό­που­λο. Τυ­χαία η συ­νά­ντη­σή τους ό­πως και η γνω­ρι­μία με τον Πο­λέ­μη, μό­νο που αυ­τός τον κα­τέ­κτη­σε με το ζα­κύν­θιο τα­μπε­ρα­μέ­ντο του. Τη σχέ­ση του με τον Ξε­νό­που­λο, την α­να­συ­νέ­θε­σε σε βι­βλιά­ριο ο Γ. Π. Σαβ­βί­δης, μη φει­δό­με­νος ει­ρω­νι­κών νύ­ξεων για τις προ­θέ­σεις και την τα­κτι­κή του Ξε­νό­που­λου. Εκεί­νος, πά­ντως, με το άρ­θρο του στα «Πα­να­θή­ναια», στις 30 Νοε. 1903, πα­ρό­τι αρ­γο­πο­ρη­μέ­νο και πα­ρα­κι­νού­με­νο και α­πό τη δεύ­τε­ρη ε­πί­σκε­ψη του Κα­βά­φη κα­τά το ε­πό­με­νο τα­ξί­δι του, ε­ξα­σφά­λι­σε τον τίτ­λο του “πα­τε­ντα­ρι­σμέ­νου προ­φή­τη” του, κα­τά την έκ­φρα­ση του Σαβ­βί­δη.
“Ιστο­ρι­κό” χα­ρα­κτη­ρί­ζουν το άρ­θρο του, ό­πως και ε­κεί­νο του Φόρ­στερ 15 χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, κα­θώς αμ­φό­τε­ρα συ­νι­στούν την πρώ­τη κρι­τι­κή πα­ρου­σία­ση του Κα­βά­φη στο ελ­λη­νό­γλωσ­σο και το αγ­γλό­γλωσ­σο κοι­νό α­ντι­στοί­χως. Πα­ρα­κά­μπτουν, ό­μως, την αλ­λα­γή της στά­σης τους. Ιδίως του Ζα­κύν­θιου, που δεν άρ­γη­σε να εκ­δη­λω­θεί. Τρία χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν αρ­χί­ζουν τα σκω­πτι­κά σχό­λια των δη­μο­τι­κι­στών, ε­λίσ­σε­ται δι­πλω­μα­τι­κά. Συμ­φω­νεί ου­σια­στι­κά μα­ζί τους, πως το ποίη­μα «Ο Βα­σι­λεύς Δη­μή­τριος» εί­ναι “φρι­κτό”, αλ­λά ε­πι­μέ­νει ό­τι έ­χει γρά­ψει και πέ­ντε-έ­ξι “έμ­μορ­φα”. Στο πρό­σφα­το α­φιέ­ρω­μα στον Κα­βά­φη του πε­ριο­δι­κού «Το Δέ­ντρο», η Μ. Στα­σι­νο­πού­λου κρα­τά μό­νο τον έ­παι­νο για να δεί­ξει τη “με­γα­λο­σύ­νη” του Κα­βά­φη. Δη­μο­σιο­σχε­σί­της ο Ξε­νό­που­λος, ό­ταν ε­παι­νεί τον ά­γνω­στο Κα­βά­φη, ε­πι­ζη­τά να ε­ντυ­πω­σιά­σει. Όταν, ό­μως, το main stream αρ­χί­ζει τον πό­λε­μο, α­να­δι­πλώ­νε­ται. Επα­νέρ­χε­ται αρ­γό­τε­ρα για να διεκ­δι­κή­σει τη θέ­ση του πρώ­του α­πο­στό­λου.
Αυ­τά τα α­να­φρο­δι­σια­κά για την “πρώ­τη φο­ρά” του Κα­βά­φη στον α­θη­ναϊκό Τύ­πο.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 17/11/2013

Μία δια­μά­χη ε­τών 160

$
0
0

Κων. Ασώπιος


 Κων­στα­ντί­νος Ασώ­πιος
«Τα Σού­τσεια»
Φι­λο­λο­γι­κή ε­πι­μέ­λεια
Λά­μπρος Βα­ρε­λάς
Εκδό­σεις Ίδρυ­μα Ου­ρά­νη
Φε­βρουά­ριος 2013

«Τα Σού­τσεια», αυ­τός ο ε­ντυ­πω­τι­κός, λό­γω της ει­ρω­νι­κής του χροιάς, τίτ­λος, μνη­μο­νεύε­ται σχε­δόν σε ό­λες τις Ιστο­ρίες Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνίας με μία σύ­ντο­μη α­να­φο­ρά στο κε­φά­λαιο για τον Πα­να­γιώ­τη Σού­τσο. Εκεί, προ­η­γεί­ται το κεί­με­νο του Σού­τσου, «Η Νέα Σχο­λή του γρα­φο­μέ­νου λό­γου», το ο­ποίο, α­να­λό­γως με τον ι­στο­ρι­κό, εί­τε χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ου­δέ­τε­ρα “γλωσ­σι­κή με­λέ­τη” εί­τε α­πα­ξιω­τι­κά ως “το πιο πε­ρίερ­γο ντο­κου­μέ­ντο του ποιη­τι­κού ε­ξαρ­χαϊσμού”. Στη συ­νέ­χεια, πά­ντα συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, γί­νε­ται α­να­φο­ρά στην α­πά­ντη­ση που δό­θη­κε στον Σού­τσο, δη­λα­δή στα «Σού­τσεια». Και πά­λι ε­δώ οι χα­ρα­κτη­ρι­σμοί α­ντα­να­κλούν τις ε­κτι­μή­σεις του ι­στο­ρι­κού, α­πό “σχο­λα­στι­κός λί­βελ­λος” μέ­χρι “δείγ­μα σπά­νιας νη­φα­λιό­τη­τας και ο­ξύ­νοιας”. Πά­ντως, χά­ρις στα «Σού­τσεια», μνη­μο­νεύε­ται στις Ιστο­ρίες και ο συ­ντά­κτης του έρ­γου, Κων­στα­ντί­νος Ασώ­πιος, που ε­πέ­χει τη θέ­ση του κρι­τι­κού και θα α­να­με­νό­ταν να χαί­ρει α­νε­ξάρ­τη­του σχο­λια­σμού. Σε μία Ιστο­ρία Ιδεών, μά­λι­στα, θα του α­ντι­στοι­χού­σε και ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο. 
Μπο­ρεί πα­ρό­μοια Ιστο­ρία να αρ­γεί πο­λύ α­κό­μα, ω­στό­σο, η Ιστο­ρία του Κ. Θ. Δη­μα­ρά προ­βλέ­πει την ι­σο­δύ­να­μη α­να­φο­ρά ποιη­τή και κρι­τι­κού. Προ­η­γεί­ται μεν το κε­φά­λαιο του ρο­μα­ντι­σμού και “το πε­ρί­φη­μο γλωσ­σι­κό μα­νι­φέ­στο του Πα­να­γιώ­τη Σού­τσου”, αλ­λά α­κο­λου­θεί κε­φά­λαιο για τους ποιη­τι­κούς δια­γω­νι­σμούς, ό­που βρί­σκει τη θέ­ση του ο κρι­τι­κός Ασώ­πιος και το σύγ­γραμ­μά του. Στην πα­ρου­σία­ση προ­σώ­πων και έρ­γων, ο Δη­μα­ράς α­πο­φεύ­γει να προ­βάλ­λει τις συ­μπά­θειές του, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει ό­τι δεν εί­ναι εμ­φα­νές ποια πρό­σω­πα ε­κτι­μά και με ποιων τις ι­δέες στοι­χί­ζε­ται. “Ο πιο με­γά­λος και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κά­θε Έλλη­να πο­λύ­πλευ­ρος φι­λό­λο­γος του και­ρού ε­κεί­νου”, γρά­φει για τον Ασώ­πιο. Αλλά α­ξιο­λο­γεί και το κεί­με­νο του Σού­τσου ως “το πιο ε­πί­ση­μο και το πιο εν­συ­νεί­δη­το μα­νι­φέ­στο της κα­θα­ρεύου­σας”. Ακό­μη και τη “βιο­γρα­φι­κή ζή­τη­ση” υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται, αρ­κεί αυ­τή να ε­ξη­γεί το για­τί και το πώς, α­ντί να ρέ­πει στο ε­γκώ­μιο ή την α­μαύ­ρω­ση.
Στην α­ντι­πα­ρά­θε­ση Σού­τσου - Ασώ­πιου –για­τί για α­ντι­πα­ρά­θε­ση πρό­κει­ται–  την ο­ποία ο Δη­μα­ράς πα­ρου­σιά­ζει ε­στια­σμέ­νη σε γλωσ­σι­κά και αι­σθη­τι­κά ζη­τή­μα­τα, ο μα­θη­τής του Πα­να­γιώ­της Μουλ­λάς α­φιε­ρώ­νει, το 1974, με­λέ­τη, με τίτ­λο, «Η δια­μά­χη Π. Σού­τσου - Κ. Ασώ­πιου (1853) και η ι­στο­ρι­κή συ­γκυ­ρία». Εκεί, ου­σια­στι­κά πα­ρα­κά­μπτει ή ε­λά­χι­στα μνη­μο­νεύει το κρι­τι­κό σκέ­λος, α­να­δει­κνύο­ντας τη “δια­μά­χη” σε “ι­δε­ο­λο­γι­κό α­γώ­να με ά­με­σους πο­λι­τι­κούς στό­χους”. Δεν προ­χώ­ρη­σε, ό­μως, στη α­να­δη­μο­σίευ­ση των πρω­τό­τυ­πων κει­μέ­νων των δυο πλευ­ρών, ώ­στε ο εν­δια­φε­ρό­με­νος να μπο­ρεί να μορ­φώ­σει γνώ­μη α­πευ­θείας α­πό τα αρ­χι­κά κεί­με­να. Κά­τι που έ­κα­νε έ­νας άλ­λος στε­νός συ­νερ­γά­της του Δη­μα­ρά, ο Άλκης Αγγέ­λου, α­να­δη­μο­σιεύο­ντας τα κεί­με­να μίας προ­η­γού­με­νης γλωσ­σι­κής “δια­μά­χης”, προ­ε­πα­να­στα­τι­κής, με­τα­ξύ Κο­ραή και Πα­να­γιώ­τη Κο­δρι­κά. Το η­μι­τε­λές έρ­γο του Μουλ­λά ο­λο­κλη­ρώ­νει ο τρί­τος (ή μάλ­λον τέ­ταρ­τος, με­τρώ­ντας και τη βρα­χύ­βια θη­τεία του Χρ. Αλε­ξίου, στο α­να­με­τα­ξύ της αιφ­νί­διας α­πο­χώ­ρη­σης του ι­δρυ­τή της σει­ράς Απ. Σα­χί­νη και το διο­ρι­σμό του δια­δό­χου του Β. Αθα­να­σό­που­λου) Γε­νι­κός Φι­λο­λο­γι­κός Επό­πτης της Σει­ράς «Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Βι­βλιο­θή­κη» του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη, Γιάν­νης Πα­πα­κώ­στας. Αυ­τός, ό­μως, α­να­θέ­τει σε έ­ναν νεό­τε­ρο τον ρό­λο του προ­λο­γι­στή. Ρό­λο κα­θο­ρι­στι­κό, κα­θώς, στην εν λό­γω Σει­ρά, η ει­σα­γω­γή προ­τάσ­σε­ται, δια­μορ­φώ­νο­ντας “τις α­να­μο­νές του α­να­γνώ­στη”. Ας μην λη­σμο­νού­με, ό­τι πα­ρό­μοιες εκ­δό­σεις τις χαί­ρε­ται ο μη ει­δι­κός, που δεν έ­χει πρό­σβα­ση στις πη­γές. Αυ­τός βρί­σκε­ται στην ε­ξου­σία του προ­λο­γι­στή, που α­πο­βαί­νει ί­δια α­πό­λυ­τη με ε­κεί­νη του μυ­θι­στο­ριο­γρά­φου ε­πί του α­να­γνώ­στη. Κα­θώς, μά­λι­στα, λεί­πουν για τα ε­μπλε­κό­με­να πρό­σω­πα οι “βιο­γρα­φι­κές ζη­τή­σεις”, που ευαγ­γε­λι­ζό­ταν ο Δη­μα­ράς, ο ση­με­ρι­νός α­να­γνώ­στης θα μορ­φώ­σει γνώ­μη για τον “κα­λό” και τον “κα­κό” της “δια­μά­χης” με βά­ση τις ε­κτι­μή­σεις του προ­λο­γι­στή. 

Εκσυγ­χρο­νι­στι­κή ο­πτι­κή

Ο Λά­μπρος Βα­ρε­λάς α­να­λαμ­βά­νει να πα­ρου­σιά­σει τα δυο έρ­γα και τους συγ­γρα­φείς τους στην ε­κτε­νή, 110 σελ., ει­σα­γω­γή του. Ήδη, με τους τίτ­λους των πρώ­των κε­φα­λαίων, προϊδεά­ζει για την εκ­συγ­χρο­νι­στι­κή χροιά, που θα έ­χουν “τα πολ­λα­πλά αί­τια” της εν λό­γω “δια­μά­χης”. Αν και στη δι­κή του φρα­σε­ο­λο­γία, πρό­κει­ται για “σύ­γκρου­ση” και “α­ντι­πά­λους”. Ή, σύμ­φω­να με τον τίτ­λο του δευ­τέ­ρου κε­φα­λαίου, “μο­νο­μά­χους”. Ο Μουλ­λάς α­νέ­φε­ρε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ό­τι “η γρα­φή ξε­κα­θα­ρί­ζει προ­σω­πι­κούς λο­γα­ρια­σμούς, ε­κτο­νώ­νει ε­μπά­θειες ή φα­νε­ρώ­νει τραυ­μα­τι­κές ευ­θι­ξίες”. Στο τρί­το κε­φά­λαιο της Ει­σα­γω­γής, με τίτ­λο, «Ξε­κα­θα­ρί­σμα­τα προ­σω­πι­κών λο­γα­ρια­σμών», οι νύ­ξεις του Μουλ­λά τεκ­μη­ριώ­νο­νται με συ­γκε­κρι­μέ­να στοι­χεία. Στο βαθ­μό, βε­βαίως, που α­πο­τε­λεί τεκ­μή­ριο έ­να πα­λαιό­τε­ρο δη­μο­σίευ­μα του Σού­τσου, που στρε­φό­ταν ε­να­ντίον του Ασώ­πιου. Αν πι­στεύου­με ό­τι η ε­να­σχό­λη­ση με την κρι­τι­κή συ­νι­στά λει­τούρ­γη­μα, τό­τε εί­ναι ύ­βρις να α­πο­δώ­σου­με σε μία α­πό τις πρώ­τες ε­ξέ­χου­σες μορ­φές της κρι­τι­κής πα­ρό­μοια κί­νη­τρα ή “τραυ­μα­τι­κές ε­μπει­ρίες”, κα­τά τη δια­τύ­πω­ση του Μουλ­λά. Να ση­μειώ­σου­με ό­τι αυ­τή η συλ­λο­γι­στι­κή εί­ναι σή­με­ρα κυ­ρίαρ­χη, με τους συγ­γρα­φείς να α­να­ζη­τούν ε­ξω­λο­γο­τε­χνι­κά κί­νη­τρα για την ό­ποια κρι­τι­κή ε­ντο­πί­ζει α­δυ­να­μίες στο έρ­γο τους. 
Δεν λεί­πουν οι πη­γές για να στοι­χειο­θε­τη­θεί μία α­κρι­βής πα­ρου­σία­ση του Σού­τσου, τό­σο του λο­γο­τέ­χνη ό­σο και του δη­μό­σιου προ­σώ­που. Ο Βα­ρε­λάς ε­πι­λέ­γει μεν για τον ποιη­τή έ­να ε­γκω­μια­στι­κό α­πό­σπα­σμα αλ­λά α­πό δη­μο­σίευ­μα σα­τι­ρι­κής ε­φη­με­ρί­δας, ε­νώ, για τον πρώ­το και μο­να­δι­κό τό­μο των Απά­ντων του, που κρί­νει ο Ασώ­πιος, δυο φι­λι­κές κρί­σεις, για τις ο­ποίες ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί ό­τι θα πρέ­πει να ή­ταν “στη­μέ­νες”  α­πό τον ί­διο, και μία κα­τα­δι­κα­στι­κή, της ο­ποίας, α­ντι­θέ­τως, υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται την ε­γκυ­ρό­τη­τα του συ­ντά­κτη της. Ακό­μη πιο μο­νό­πλευ­ρη εί­ναι η πα­ρου­σία­ση των άλ­λων δρα­στη­ριο­τή­των του Σού­τσου. Στη­ρι­ζό­με­νος στις “βιο­γρα­φι­κές ζη­τή­σεις” του Γιάν­νη Λέ­φα, δί­νει πλη­ρο­φο­ρίες για έ­ντο­κο δα­νει­σμό, που κα­τέ­λη­ξε, λό­γω θα­νά­του του δα­νειο­λή­πτη και α­δυ­να­μία των κλη­ρο­νό­μων του να α­πο­πλη­ρώ­σουν το χρέ­ος, σε κα­τά­σχε­ση και πλει­στη­ρια­σμό δυο κτη­μά­των, ό­που ο Σού­τσος έ­κα­νε την πρώ­τη προ­σφο­ρά και τα α­πό­κτη­σε. Αφή­νει να εν­νο­η­θεί ό­τι α­δί­κη­σε τους χρεώ­στες του, που ή­ταν μά­λι­στα α­γω­νι­στές του ’21, οι α­δελ­φοί Αι­νιάν. Με άλ­λα λό­για, λί­γο πο­λύ το­κο­γλύ­φος και αυ­τός, ό­πως, κα­λή ώ­ρα, ο Μα­κρυ­γιάν­νης. Αφού, ό­μως, ε­πι­λέ­γει ως πη­γή τον Λέ­φα, λο­γι­κά θα έ­πρε­πε ε­πί­σης να α­να­φέ­ρει, ό­τι αυ­τή η ε­μπο­ρι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του Σού­τσου ή­ταν μια εν­δοοι­κο­γε­νεια­κή υ­πό­θε­ση, πι­θα­νώς και δια­μά­χη. 
Γνω­στό­τε­ρος ο Λέ­φας για το δί­το­μο έρ­γο «Δη­μο­κρα­τι­κός Στρα­τός στην Πε­λο­πόν­νη­σο» και το «Χι­λιά­δες τέσ­σε­ρις σταυ­ροί στο μαρ­τυ­ρι­κό Μω­ριά», πα­ρου­σία­σε το 1979 δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή στο Πα­νε­πι­στή­μιο Ιωαν­νί­νων για τον Αλέ­ξαν­δρο Σού­τσο και το 1983, μο­νο­γρα­φία για τον μι­κρό­τε­ρο α­δελ­φό του, που βρα­βεύ­τη­κε α­πό την Ακα­δη­μία Αθη­νών. Σε αυ­τήν α­να­φέ­ρε­ται, ό­τι η μι­κρό­τε­ρη α­δελ­φή του Σού­τσου, Λου­κία, εί­χε πα­ντρευ­τεί τον με­γά­λο α­δελ­φό Ανιάν, τον Γεώρ­γιο, που α­πε­βίω­σε και ε­κεί­νη ξα­να­πα­ντρεύ­τη­κε. Η δια­φο­ρά προέ­κυ­ψε με­τά το θά­να­το του κου­νιά­δου τού Σού­τσου με τον α­δελ­φό ε­κεί­νου και την α­νι­ψιά του. Αλλά και ό­ταν α­να­φέ­ρε­ται στον προ­σω­πι­κό βίο του Σού­τσου, λαν­θά­νει ο υ­παι­νιγ­μός, ό­τι δεν στά­θη­κε “σω­στός”, κα­θώς με­τρά τρεις συ­ζύ­γους και η τρί­τη ή­ταν κα­τά πο­λύ νεό­τε­ρή του και πλού­σια. Αφού ό­λα αυ­τά α­να­φέ­ρο­νται για να μορ­φώ­σει ο α­να­γνώ­στης γνώ­μη για τον χα­ρα­κτή­ρα του, θα έ­πρε­πε να α­να­φερ­θεί και η έκ­βα­ση του τρί­του γά­μου του, που δεν τον έ­λυ­σε ο θά­να­τος ό­πως τους δυο προ­η­γού­με­νους, αλ­λά η μοι­χεία της συ­ζύ­γου με τον σύ­ζυ­γο της α­νι­ψιάς του, κό­ρης του α­δελ­φού του. Επί­σης, να μνη­μο­νευ­θεί η στά­ση του α­πα­τη­μέ­νου συ­ζύ­γου, ό­πως την α­φη­γεί­ται, έ­γκυ­ρος μάρ­τυς, ο Αλέ­ξαν­δρος Ρί­ζος Ρα­γκα­βής. 
Αντι­θέ­τως, τον πρε­σβύ­τε­ρο των “μο­νο­μά­χω­ν” τον πα­ρου­σιά­ζει εν συ­ντο­μία με δυο τρεις γραμ­μές, “μα­κα­ρό­νι­κου ύ­φους”. Εκ πρώ­της ό­ψεως θαυ­μα­στι­κές, μό­νο που η ε­πι­λο­γή ο­ρι­σμέ­νων λέ­ξεων υ­πο­σκά­πτει την πρώ­τη ε­ντύ­πω­ση. Για­τί λέ­ξεις, ό­πως “συ­ντε­χνία” ή “σκλη­ρός πυ­ρή­νας”, έ­χουν σή­με­ρα έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο φορ­τίο, που μέ­νει στην κρί­ση του ι­στο­ρι­κού, το εάν και κα­τά πό­σο α­πο­δί­δουν τις αλ­λο­τι­νές κα­τα­στά­σεις. Κα­τά τα άλ­λα, η πα­ρου­σία­ση δί­νει έμ­φα­ση στα πρό­σω­πα που πε­ρι­βάλ­λουν τους δυο “μο­νο­μά­χους”, τα α­πο­κα­λού­με­να “α­ντί­πα­λες ο­μά­δες”. Πα­ρα­δό­ξως, αυ­τά, πλην δυο τριών ε­ξαι­ρέ­σεων, ο προ­λο­γι­στής φαί­νε­ται να τα θεω­ρεί γνω­στά στον ση­με­ρι­νό α­να­γνώ­στη. Δια­φο­ρε­τι­κά, δεν ε­ξη­γεί­ται η α­που­σία σχε­τι­κών υ­πο­σε­λί­διων ση­μειώ­σεων. Ού­τε ευ­ρε­τή­ριο προ­βλέ­πε­ται, που α­πο­βαί­νει βο­η­θη­τι­κό, ι­δίως ό­ταν οι πλη­ρο­φο­ρίες για έ­να πρό­σω­πο εί­ναι διά­σπαρ­τες και με ε­πι­κα­λύ­ψεις. Κα­θώς, μά­λι­στα, η α­φή­γη­ση της “δια­μά­χης” στη­ρί­ζε­ται σε με­γά­λα α­πο­σπά­σμα­τα α­πό δη­μο­σιεύ­μα­τα, μέ­χρι και μία αυ­τού­σια σά­τι­ρα πέ­ντε σε­λί­δων, το βά­ρος του ο­νό­μα­τος των συγ­γρα­φέων τους εί­ναι α­να­γκαίο για να σταθ­μι­στεί η ε­γκυ­ρό­τη­τά τους. Πό­σο γνω­στός εί­ναι ο Ηλίας Σ. Στα­θό­που­λος, που, μα­ζί με τον Ιωάν­νη Ε. Γιαν­νό­που­λο, ε­πη­ρέ­α­σε τον Ασώ­πιο κα­τά τη συγ­γρα­φή του ε­πί­μα­χου έρ­γου; Πε­ρισ­σό­τε­ρο και α­πό τον Ασώ­πιο, αυ­τόν συ­γκρα­τεί ως τον “κα­λό” ο α­να­γνώ­στης, για τον ο­ποίο δί­νε­ται η ό­χι και τό­σο δια­φω­τι­στι­κή πλη­ρο­φο­ρία ό­τι ή­ταν κα­θη­γη­τής ελ­λη­νι­κών και μα­θη­μα­τι­κών.
Για τα πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να, «Η Νέα Σχο­λή» και «Τα Σού­τσεια», που κα­τα­λαμ­βά­νουν 48 και 237 σε­λί­δες α­ντι­στοί­χως, ε­πι­κρα­τεί η ά­πο­ψη, ό­τι σή­με­ρα δια­βά­ζο­νται με­τά δυ­σκο­λίας. Κά­τι πα­ρό­μοιο, ό­μως, ι­σχύει για τα πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να των μέ­σων του 19ου αι., κυ­ρίως τα δο­κι­μια­κά. Το ζη­τού­με­νο εί­ναι, αν πα­ρου­σιά­ζουν εν­δια­φέ­ρον. Ο πρώ­τος, που θα α­να­με­νό­ταν να τα βρί­σκει ά­κρως εν­δια­φέ­ρο­ντα και να φέ­ρει ι­σχυ­ρά υ­πο­στη­ρι­κτι­κά ε­πι­χει­ρή­μα­τα, εί­ναι ο προ­λο­γι­στής. Ει­δάλ­λως, ως προς τι η έκ­δο­ση; Η α­πό­φαν­σή του, “για το αι­σθη­τή­ριο του ση­με­ρι­νού α­να­γνώ­στη «Τα Σού­τσεια», γραμ­μέ­να α­πό έ­ναν πο­λυ­μα­θή κλα­σι­κό φι­λό­λο­γο και πα­νε­πι­στη­μια­κό δά­σκα­λο του 19ου αιώ­να, εί­ναι σχοι­νο­τε­νή και σχο­λα­στι­κά”, λει­τουρ­γεί μάλ­λον α­πο­τρε­πτι­κά στον α­να­γνώ­στη, που, έ­τσι κι αλ­λιώς, κό­ρε­σε με την Ει­σα­γω­γή τη διά­θε­σή  του για κρι­τι­κή. Εκεί, διά­βα­σε για ό­λα ό­σα σή­με­ρα συ­ζη­τού­νται, τα του ε­θνι­κι­σμού και του αλ­λο­τι­νού με­γα­λοϊδε­α­τι­σμού, και α­κό­μη, για τις τό­τε εκ­φάν­σεις του α­ντι­δυ­τι­κού πνεύ­μα­τος. Όσο για το συ­μπέ­ρα­σμα του προ­λο­γι­στή, ό­τι “οι προ­σω­πι­κές πι­κρίες εί­ναι ο ι­σχυ­ρό­τε­ρος λό­γος της δια­μά­χης” και μά­λι­στα, “κρυμ­μέ­νες πί­σω α­πό διά­φο­ρα ι­δε­ο­λο­γι­κά προ­πε­τά­σμα­τα”, συμ­βα­δί­ζει α­πό­λυ­τα με τον ση­με­ρι­νό α­το­μι­κι­στι­κό τρό­πο του συλ­λο­γί­ζε­σθαι.
Αυ­τές οι πα­ρα­τη­ρή­σεις α­φο­ρούν μό­νο την ο­πτι­κή γω­νία της Ει­σα­γω­γής, που εί­ναι σύμ­φω­νη με τους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους της τρέ­χου­σας ι­στο­ριο­γρα­φίας. Κα­τά τα άλ­λα, ο συ­στη­μα­τι­κός τρό­πος έκ­θε­σης των δια­φο­ρε­τι­κών πλευ­ρών της “δια­μά­χης” φω­τί­ζει το γε­νι­κό­τε­ρο το­πίο: Τους πρώ­τους ποιη­τι­κούς δια­γω­νι­σμούς και το πα­ρεμ­βα­τι­κό ρό­λο του ι­δρυ­τή τους, με ι­διαί­τε­ρο κε­φά­λαιο για το πώς οι κρι­νό­με­νοι ποιη­τές α­ντι­με­τώ­πι­ζαν τους κρι­τές. Την συ­στρά­τευ­ση Ασω­πι­κών και Κο­ραϊστών. Την α­ντί­θε­ση Φα­να­ριω­τών και Επτα­νη­σίων, αν και αυ­τή δεν ή­ταν στε­νά “το­πι­κι­στι­κή, πα­ρα­τα­ξια­κή ή και ι­δε­ο­λο­γι­κή”. 

Χρο­νο­λο­γι­κός δεί­κτης

Ένας χρο­νο­λο­γι­κός πί­να­κας, τύ­που Δη­μα­ρά, θα ή­ταν βο­η­θη­τι­κός. «Τα Σού­τσεια» εκ­δί­δο­νται 160 χρό­νια με­τά τη “δια­μά­χη” Σού­τσου-Ασώ­πιου και 180 α­πό το θά­να­το του Κο­ραή. Βα­ραί­νουν, ό­μως, ό­πως σε ό­λες τις δια­μά­χες, οι η­λι­κίες των δυο “μο­νο­μά­χω­ν”, τις ο­ποίες ο προ­λο­γι­στής πα­ρα­λεί­πει. Το 1853, ο Ασώ­πιος ή­ταν γύ­ρω στα 65, κα­θώς το έ­τος γεν­νή­σεώς του το­πο­θε­τεί­ται στην πε­ντα­ε­τία 1785-90, και ο Πα­να­γιώ­της Σού­τσος στα 47. Ο πρε­σβύ­τε­ρος των α­δελ­φών Σού­τσων, ο Αλέ­ξαν­δρος, το έ­τε­ρο σκέ­λος του ρο­μα­ντι­κού δι­δύ­μου, συ­μπλή­ρω­νε τα 50. Απε­βίω­σε στα 60, στις 5 Ιου­λίου 1863, δυο μή­νες με­τά τη γέν­νη­ση του Κα­βά­φη. Αμφό­τε­ροι κων­στα­ντι­νου­πο­λί­τι­κης κα­τα­γω­γής. Μία ο­λωσ­διό­λου λη­σμο­νη­μέ­νη ε­πέ­τειος. Όσο α­φο­ρά τα κεί­με­να που προ­η­γή­θη­καν των ε­πί­μα­χων κει­μέ­νω­ν: Το 1850, ο Ασώ­πιος εκ­δί­δει την «Ιστο­ρία Ελλή­νων ποιη­τών και συγ­γρα­φέων», ό­που υ­πο­βι­βά­ζει τον ρο­μα­ντι­σμό των α­δελ­φών Σού­τσου. Το 1851, ο Πα­να­γιώ­της Σού­τσος εκ­δί­δει τον πρώ­το τό­μο των Απά­ντων του, με­τά προ­λό­γου υ­πε­ρα­σπι­στι­κού της ποιή­σεως της «Νέ­ας Σχο­λής του γρα­φο­μέ­νου λό­γου», σύμ­φω­να με τον τίτ­λο του φυλ­λα­δίου που κυ­κλο­φο­ρεί Αύγ. 1853. Προ­η­γου­μέ­νως, στις 25.3.1853, οι κρι­τές του τρί­του ποιη­τι­κού δια­γω­νι­σμού βρα­βεύουν το «Αρμα­τω­λοί και Κλέ­πται» στη λό­για γλώσ­σα του Γεωρ­γίου Ζα­λό­κω­στα. Το προ­τι­μούν α­πό το «Κό­ριν­να και Πίν­δα­ρος» του δη­μο­τι­κι­στή Γεωρ­γίου Τερ­τσέ­τη, ό­χι λό­γω της αι­σθη­τι­κής υ­πε­ρο­χής του, αλ­λά προς α­πό­δο­ση τι­μής στην ο­μη­ρι­κή γλώσ­σα. Στις 15.4.1853, δη­μο­σιεύε­ται, στην ε­φη­με­ρί­δα «Αιών», άρ­θρο, με τίτ­λο, «Φι­λο­λο­γία» και υ­πο­γρα­φή, “Εξ Ερμου­πό­λεως 5 Απρ., Ι.Σ”. Αυ­τό αμ­φι­σβη­τεί και τους δυο προ­κρι­θέ­ντες ποιη­τές, σε σύ­γκρι­ση με τον Σού­τσο. Από τα τέ­λη Σεπ. 1853, αρ­χί­ζουν να κυ­κλο­φο­ρούν σε φυλ­λά­δια «Τα Σού­τσεια», ε­νώ, σε μορ­φή βι­βλίου, κυ­κλο­φο­ρούν έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα. Ο Ασώ­πιος ξε­κι­νά την α­πά­ντη­σή του κα­τ’ α­ντί­στρο­φη φο­ρά, α­πό το πρό­σφα­το άρ­θρο του Ι.Σ., στη συ­νέ­χεια πα­ρα­θέ­τει κρι­τι­κή του πρώ­του τό­μου των Απά­ντων του Σού­τσου, για να ε­πι­κε­ντρω­θεί τε­λι­κά στο φυλ­λά­διο του 1853.              
Όσο για τον σχοι­νο­τε­νή και σχο­λα­στι­κό λό­γο των δυο “μο­νο­μά­χω­ν”, ό­πως έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στεί, κα­τ’ ου­σία δεν δια­φέ­ρει και πο­λύ α­πό τα ρη­το­ρι­κά σχή­μα­τα ε­νός ση­με­ρι­νού δια­νοού­με­νου. Απου­σιά­ζει, βε­βαίως, α­πό τον ση­με­ρι­νό ο ει­ρω­νι­κός οί­στρος του Ασώ­πιου. Αυ­τός, μα­ζί με τις γλωσ­σι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις και την λε­πτο­με­ρή α­νί­χνευ­ση γλωσ­σι­κών δα­νείων και α­ντι­δα­νείων, κα­θι­στά το κεί­με­νό του α­ξια­νά­γνω­στο. Ύστε­ρα, υ­πάρ­χει και ο υ­πο­μνη­μα­τι­σμός του Ασώ­πιου, που κυ­ριο­λε­κτι­κά “κε­ντά­ει”, δεί­χνο­ντας σπα­νί­ζο­ντα συν­δυα­σμό ευ­ρυ­μά­θειας και κρί­σης.
Το κεί­με­νο του Ασώ­πιου δεν εί­ναι ο μο­να­δι­κός θη­σαυ­ρός που κρύ­βει ο 19ος αιώ­νας. Μό­νο που σή­με­ρα, το εκ­δο­τι­κό εν­δια­φέ­ρον έ­χει πε­ριο­ρι­στεί σε με­τρη­μέ­νους γνω­στούς λο­γο­τέ­χνες. Η Σει­ρά του Ιδρύ­μα­τος Ου­ρά­νη εί­ναι η μό­νη που ε­πι­βίω­σε α­πό την εκ­δο­τι­κή “ά­νοι­ξη” των δε­κα­ε­τιών ’80-’90. Ας ευ­χη­θού­με να συ­νε­χί­σει με  την ί­δια συ­νέ­πεια. Πά­ντως, οι ε­πι­μέ­ρους δι­κές μας πα­ρα­τη­ρή­σεις πη­γά­ζουν α­πό μία δια­φο­ρε­τι­κή α­ντί­λη­ψη της ε­πι­θυ­μη­τής ει­σα­γω­γής για τον συ­γκε­κρι­μέ­νο τό­μο. 
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 24/11/2013.

Σύνδρομο φυγής

$
0
0
Ευ­γε­νία Φα­κί­νου
«Πλα­νό­διοι θε­ρι­στές»
Εκδό­σεις Κα­στα­νιώ­τη
Οκτώ­βριος 2013 

Οσο α­πρό­βλε­πτο εί­ναι το πό­σο θα κρα­τή­σει η κρί­ση, άλ­λο τό­σο δύ­σκο­λο, αν ό­χι και πε­ρισ­σό­τε­ρο, εί­ναι να γί­νει κά­ποια ε­κτί­μη­ση για το πό­σο και­ρό α­κό­μη θα α­πο­τε­λεί πρό­σφο­ρο θέ­μα για την πε­ζο­γρα­φία. Προ­σώ­ρας, πά­ντως, η τά­ση εί­ναι σα­φώς αυ­ξη­τι­κή. Πα­ρό­τι η “ελ­λη­νι­κή κρί­ση χρέ­ους”, ό­πως έ­χει ε­πι­σή­μως ο­νο­μα­στεί, συ­μπλη­ρώ­νει αι­σίως τον τέ­ταρ­το χρό­νο, ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρα βι­βλία στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό αυ­τήν, ε­νώ δεν υ­πάρ­χει βι­βλίο στο ο­ποίο να μην μνη­μο­νεύε­ται έ­στω και α­κρο­θι­γώς. Οι συγ­γρα­φείς, ω­στό­σο, μέ­νουν μα­κριά α­πό τη λο­γο­τε­χνία τύ­που ντο­κου­μέ­ντο. Πι­θα­νώς, για­τί δεν α­νή­κουν στο τμή­μα του πλη­θυ­σμού, που πλήτ­τε­ται α­πό α­νερ­γία και α­νέ­χεια. Κα­νέ­νας δεν κα­τα­πιά­στη­κε με έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα μαρ­τυ­ρίας, παίρ­νο­ντας τη δύ­σκο­λη α­πό­φα­ση να ζή­σει για έ­να διά­στη­μα ως νεό­πτω­χος, του­τέ­στιν να κοι­μά­ται στρω­μα­τσά­δα στους δρό­μους της Αθή­νας και να σι­τί­ζε­ται στα ε­λέω θε­ού συσ­σί­τια για α­πό­ρους. Ακό­μη και τον έν­δον λό­γο του ση­με­ρι­νού ε­ξα­θλιω­μέ­νου, τον πλά­θουν α­πό τη θέ­ση του πα­ρα­τη­ρη­τή. Στο δη­μό­σιο λό­γο τους, ω­στό­σο, συ­μπά­σχουν, ό­πως και οι πο­λι­τι­κοί,  δια­βε­βαιώ­νο­ντας, πως θα βρού­με τη δύ­να­μη, θα δώ­σου­με τη μά­χη, και άλ­λα πα­ρό­μοια, με το χα­μό­γε­λο στα χεί­λη και σε πρώ­το πλη­θυ­ντι­κό πρό­σω­πο. 
Η Ευ­γε­νία Φα­κί­νου ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι η κρί­ση της έ­δω­σε το έ­ναυ­σμα για το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μά της και α­κό­μη, πως συ­νει­δη­τά ή­θε­λε να γρά­ψει “έ­να φω­τει­νό, αι­σιό­δο­ξο βι­βλίο”. Σε α­ντί­θε­ση με το κυ­ρίως ρεύ­μα, που προ­τι­μά τον ω­μό ρε­α­λι­σμό. Όπως ο νεό­τε­ρος Χρή­στος Χρυ­σό­που­λος, που ε­ξέ­δω­σε πέ­ρυ­σι το «Φα­κός στο στό­μα», με τον α­φη­γη­τή να ξε­πο­δα­ριά­ζε­ται, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας έ­ναν ά­στε­γο να κά­νει γύ­ρα τους σκου­πι­δο­τε­νε­κέ­δες, κρα­τώ­ντας κα­τά το ψα­χού­λε­μα τον φα­κό με το στό­μα. Εκεί­νος ή­θε­λε να γρά­ψει έ­να σκλη­ρό βι­βλίο για να “πα­ρέμ­βει στη σφαί­ρα της πραγ­μα­τι­κής ζωής”. Υπο­θέ­του­με ό­τι εν­νο­εί να τα­ρα­κου­νή­σει τους ε­φη­συ­χα­σμέ­νους. Μάλ­λον κα­νέ­ναν δεν τα­ρα­κού­νη­σε, κα­τά­φε­ρε ό­μως να α­πο­σπά­σει γαλ­λι­κό βρα­βείο για το κα­λύ­τε­ρο με­τα­φρα­σμέ­νο βι­βλίο πε­ζο­γρα­φίας του έ­τους. Όπως φαί­νε­ται, ό­σοι συγ­γρα­φείς και κι­νη­μα­το­γρα­φι­στές πε­ρι­γρά­φουν την κα­τά­στα­ση με τα πιο ζο­φε­ρά χρώ­μα­τα, εν­θου­σιά­ζουν τους Ευ­ρω­παίους.
Για το μυ­θι­στό­ρη­μα της Φα­κί­νου θα προ­τι­μού­σα­με τον πι­θα­νώς και πα­ρω­χη­μέ­νο χα­ρα­κτη­ρι­σμό που ο Βι­κέ­λας έ­δι­νε στο α­πα­ραί­τη­το για την ε­πο­χή του βι­βλίο. Όπως και κά­ποια προ­η­γού­με­να δι­κά της, εί­ναι τερ­πνό και ω­φέ­λι­μο. Πα­ρό­μοια βι­βλία λεί­πουν και στην δι­κή μας ε­πο­χή, ι­διαί­τε­ρα στον και­ρό της κρί­σης. Τα ω­μά ρε­α­λι­στι­κά εί­ναι κα­λά για ε­ξα­γω­γή στους ευ­ρω­παίους φι­λέλ­λη­νες ή και για έ­να μέ­ρος του γη­γε­νούς πλη­θυ­σμού, που δεν πλήτ­τε­ται αλ­λά α­ντι­θέ­τως, πο­ρί­ζε­ται α­πό την κρί­ση. Ενώ, τα τερ­πνά και ω­φέ­λι­μα εί­ναι ε­κεί­να που προ­σφέ­ρουν στον ε­γκλω­βι­σμέ­νο τη δια­φυ­γή, την ο­ποία έ­χει τό­σο α­νά­γκη, έ­στω και για την σύ­ντο­μη α­νά­παυ­λα μίας α­νά­γνω­σης. Όχι, ό­μως, ό­πως τα ροζ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, σαν α­πό­δρα­ση α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, αλ­λά σαν έ­να τα­ξί­δι πέ­ρα α­πό τις α­διέ­ξο­δες κα­τα­στά­σεις, σε κά­ποιες άλ­λες λυ­τρω­τι­κές, των ο­ποίων την ύ­παρ­ξη έ­χει προ πολ­λού λη­σμο­νή­σει. 
Το 2005, η Φα­κί­νου εί­χε πά­ρει το πρώ­το Βρα­βείο Ανα­γνω­στών. Από τα ο­κτώ, που συ­νο­λι­κά α­πο­νε­μή­θη­καν, ε­κεί­νο ή­ταν μάλ­λον το μο­να­δι­κό που α­ντα­πο­κρι­νό­ταν στην ο­νο­μα­σία του. Εί­χε δο­θεί χω­ρίς τις ποι­κί­λες χει­ρα­γω­γή­σεις που προέ­κυ­ψαν στη συ­νέ­χεια, σε μια α­πε­γνω­σμέ­νη προ­σπά­θεια α­πό την πλευ­ρά των θε­σμο­θε­τών να μην δο­θεί στους φυ­σι­κούς διεκ­δι­κη­τές του, που θα σή­μαι­νε τους συγ­γρα­φείς της λί­στας των ευ­πώ­λη­των. Αν, ό­μως, γρά­φο­νταν πε­ρισ­σό­τε­ρα τερ­πνά και ω­φέ­λι­μα βι­βλία δεν θα πνί­γο­νταν οι λί­στες στο ροζ και το με­λό, ού­τε η λέ­ξη ευ­πώ­λη­το θα εί­χε κα­τα­λή­ξει κα­κό­ση­μη. Αυ­τή εί­ναι η δια­φο­ρο­ποίη­ση που θα έ­πρε­πε να γί­νει στο χώ­ρο του ευ­πώ­λη­του και ό­χι η διά­κρι­ση λο­γο­τε­χνίας και πα­ρα­λο­γο­τε­χνίας. 
Το προ ο­κτα­ε­τίας βρα­βευ­μέ­νο βι­βλίο της Φα­κί­νου εί­ναι το 11ο μυ­θι­στό­ρη­μά της, «Η μέ­θο­δος της Ορλεά­νης». Πρό­κει­ται για έ­να ε­ρω­τι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα, σε α­ντί­θε­ση με το πρό­σφα­το, στο ο­ποίο α­που­σιά­ζει το σύ­νη­θες δί­πτυ­χο, έ­ρω­τας-θά­να­τος. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, το πρό­σφα­το εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κό του μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κού της κό­σμου. Εί­ναι το 15ο και με αυ­τό η συγ­γρα­φέ­ας ει­σέρ­χε­ται στην τέ­ταρ­τη δε­κα­ε­τία μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας. Ως ση­μείο έ­ναρ­ξης κρα­τού­με τον Μάιο του 1982, ό­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε το «Αστρα­δε­νή», με ε­ξώ­φυλ­λο μία “κα­θι­σμέ­νη μορ­φή, χα­ραγ­μέ­νη σε βό­τσα­λο νε­ο­λι­θι­κής ε­πο­χής”. Με την προο­πτι­κή του χρό­νου, δεί­χνει σαν να προοιω­νί­ζε­ται τη μη­τριαρ­χι­κή α­λυ­σί­δα των η­ρωί­δων που α­κο­λού­θη­σαν την Αστρα­δε­νή. 
Το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα έρ­χε­ται και στοι­χί­ζε­ται στη συ­νέ­χεια της «Με­γά­λης πρά­σι­νης», που ξε­χω­ρί­ζει στα πέ­ντε της πρώ­της δε­κα­ε­τίας, του «Η Με­ρό­πη ή­ταν το πρό­σχη­μα», που παίρ­νει τη σκυ­τά­λη στα τέσ­σε­ρα της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας, και του «Οδυσ­σέ­ας και μπλουζ» α­πό την πε­ντά­δα της τρί­της. Στην πρό­σφα­τη, τρί­τη δε­κα­ε­τία, α­νή­κει και το «Έρως, θέ­ρος, πό­λε­μος», που θα μπο­ρού­σε να εί­χε φέ­ρει έ­να Κρα­τι­κό Βρα­βείο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Θα το δι­καιού­το η συγ­γρα­φέ­ας ως γνή­σια πα­ρα­μυ­θού και ά­ρα, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος με τη ση­μα­σία που δί­νει σε αυ­τήν την προ­σω­νυ­μία το ευ­ρύ α­να­γνω­στι­κό κοι­νό. Αντ΄αυ­τού, τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, τι­μή­θη­κε με Κρα­τι­κό Βρα­βείο Διη­γή­μα­τος για τη μία και μο­να­δι­κή συλ­λο­γή ι­στο­ριών που έ­χει εκ­δώ­σει. Όποιος α­γνο­εί τη λο­γι­κή α­πο­νο­μής των Κρα­τι­κών Βρα­βείων, κά­τι τέ­τοια τα προ­σπερ­νά­ει ως πι­θα­νές α­στο­χίες. Δυ­στυ­χώς, ό­μως, δεν εί­ναι ού­τε ά­στο­χο ού­τε τυ­χαίο, αλ­λά α­πο­τέ­λε­σμα μίας δια­χει­ρι­στι­κής λο­γι­κής. Γι’ αυ­τό, α­πό μία ά­πο­ψη, με το δί­κιό της ι­σχυ­ρί­ζε­ται σε συ­νέ­ντευ­ξή της, ό­τι ο κρι­τι­κός “κρί­νει υ­πο­κει­με­νι­κά” ή, α­κό­μη χει­ρό­τε­ρα, ό­τι “μπο­ρεί να έ­χει και προ­σω­πι­κά με έ­ναν συγ­γρα­φέ­α”. Από­φαν­ση α­πα­ρά­δε­κτη για ό­σους ε­πι­δί­δο­νται συ­στη­μα­τι­κά στην κρι­τι­κή. 
Για να ε­πα­νέλ­θου­με στη σο­βού­σα κρί­ση, θα πρέ­πει να διευ­κρι­νί­σου­με, πως, στην πε­ρί­πτω­ση της Φα­κί­νου, δεν εί­ναι ε­κεί­νη που προ­σέγ­γι­σε θε­μα­τι­κά την κρί­ση, αλ­λά η κα­τά­στα­ση της κρί­σης που ήρ­θε και έ­δε­σε με τον βα­σι­κό θε­μα­τι­κό ά­ξο­να της μυ­θι­στο­ριο­γρα­φίας της. Εξαρ­χής μέ­χρι σή­με­ρα, πη­γή έ­μπνευ­σης στά­θη­κε η φυ­γή, με τη μορ­φή της βια­στι­κής α­πο­μά­κρυν­σης α­πό τον τό­πο κα­τοι­κίας, χω­ρίς, ό­μως, να υ­πάρ­χει κά­ποια συ­γκε­κρι­μέ­νη α­πει­λή ή κίν­δυ­νος. Πα­ρου­σιά­ζε­ται σαν τη φυ­γή της γυ­ναί­κας α­πό μία κα­τά­στα­ση, που βιώ­νε­ται ως ε­γκλει­σμός. Συ­νή­θως πρό­κει­ται για τον πε­ριο­ρι­σμό στα στε­νά ό­ρια της πυ­ρη­νι­κής οι­κο­γέ­νειας. Για την α­να­χώ­ρη­ση υ­πάρ­χει πά­ντα κά­ποιο πρό­σχη­μα, ό­πως δη­λώ­νε­ται και στον τίτ­λο ε­νός α­πό τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα.  Αυ­τό το α­να­γκαίο πρό­σχη­μα, στο πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα το δί­νει η κρί­ση. 
Η η­ρωί­δα έ­χει χά­σει την ερ­γα­σία της, κα­τά τα άλ­λα ό­μως, η κρί­ση την χτύ­πη­σε μάλ­λον ξώ­φαλ­τσα. Ανα­γκά­στη­κε μεν “να ξε­νοι­κιά­σει το ω­ραίο της δια­μέ­ρι­σμα”, αλ­λά δεν έ­μει­νε και στο δρό­μο. Στε­γά­στη­κε στο πα­λιό σπί­τι της μη­τέ­ρας της, που εί­χε πε­θά­νει προ διε­τίας, κρα­τώ­ντας το αυ­το­κί­νη­τό της. Γε­γο­νός που της ε­πέ­τρε­ψε να πραγ­μα­το­ποιή­σει ά­με­σα την τά­ση για φυ­γή. Το βα­σι­κό της πρό­βλη­μα εί­ναι α­νε­ξάρ­τη­το α­πό την κρί­ση, δί­νει ό­μως την ευ­και­ρία στην συγ­γρα­φέα να σκια­γρα­φή­σει την ψυ­χο­λο­γία μίας ση­με­ρι­νής σα­ρα­ντά­χρο­νης. Πρό­κει­ται για μία ε­γκυ­μο­σύ­νη, που προέ­κυ­ψε  α­πό “πε­ρι­στα­σια­κή σχέ­ση”, α­φού, έ­τσι κι αλ­λιώς, ε­κεί­νη ε­πε­δίω­κε τους “ρη­χούς δε­σμούς”. Τα αί­τια αυ­τής της συ­ναι­σθη­μα­τι­κής α­πο­στα­σιο­ποίη­σης ε­ξη­γού­νται με το σύ­μπλεγ­μα που δη­μιουρ­γεί­ται στο παι­δί, ό­ταν ο πα­τέ­ρας ε­γκα­τα­λεί­πει την οι­κο­γε­νεια­κή ε­στία. Όπως αρ­μό­ζει σε μία α­νε­ξάρ­τη­τη γυ­ναί­κα, α­πο­φά­σι­σε να μην πλη­ρο­φο­ρή­σει σχε­τι­κά τον συ­νυ­παί­τιο, αλ­λά και να κρα­τή­σει το παι­δί, κα­θώς η ση­με­ρι­νή γυ­ναί­κα διεκ­δι­κεί την μη­τρό­τη­τα α­πό μία η­λι­κία και ύ­στε­ρα ως δι­καίω­μα. “Τριά­ντα ο­κτώ χρό­νων, πρώ­τη φο­ρά έ­γκυος δεν το ρί­χνεις”, εί­ναι ο συλ­λο­γι­σμός της η­ρωί­δας, καί­τοι ά­νερ­γη και μό­νη. 
Τον τύ­πο της φυ­γής που α­πα­ντά­ται στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της Φα­κί­νου, τον πε­ρι­γρά­φει η η­ρωί­δα σαν πε­ρι­πλά­νη­ση α­πό τό­πο σε τό­πο προς α­πο­φυ­γή μίας “φυ­σιο­λο­γι­κής ζωής”, που την τρο­μά­ζει. Θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί, κα­θώς και κά­ποια προ­η­γού­με­να βι­βλία της, μυ­θι­στό­ρη­μα “on the road”. Σε αυ­τό, μά­λι­στα, υ­πάρ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρα στοι­χεία α­με­ρι­κα­νι­κής έ­μπνευ­σης. Όπως στο μυ­θι­στό­ρη­μα του Κέ­ρουα­κ, και ε­δώ πρω­τα­γω­νι­στεί το τρίο δυο φί­λων και μίας γυ­ναί­κας. Επί­σης, σύμ­φω­να με την συγ­γρα­φέα, τό­σο οι “πλα­νό­διοι θε­ρι­στές” ό­σο και “το Κί­νη­μα των Έτοι­μω­ν”, που μνη­μο­νεύει εί­ναι ο­μά­δες, οι ο­ποίες προέ­κυ­ψαν στην Αμε­ρι­κή την πε­ρίο­δο της κρί­σης. Πά­ντως, τα ό­ποια ξε­νι­κά δά­νεια ε­ξαν­τλού­νται στα πρώ­τα κε­φά­λαια. Άλλω­στε, τα “on the road” μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της Φα­κί­νου, μό­νο σε έ­να αρ­χι­κό τμή­μα τους ε­κτυ­λίσ­σο­νται “στο δρό­μο”. Στο πρό­σφα­το, η πε­ρι­πλα­νώ­με­νη γρή­γο­ρα α­πο­φα­σί­ζει, λό­γω προ­χω­ρη­μέ­νης ε­γκυ­μο­σύ­νης, να σταθ­μεύ­σει σε έ­ναν τό­πο, ό­που, χά­ρις σε α­πα­νω­τές συ­μπτώ­σεις, κα­τα­λή­γει να συμ­βιώ­νει με κά­ποιον. Μό­νο που αυ­τή η και­νούρ­για κα­τά­στα­ση α­πέ­χει της συμ­βα­τι­κής, κα­θώς, και σε αυ­τό το μυ­θι­στό­ρη­μα, πρό­κει­ται για μία πα­ρά­ται­ρη συ­νύ­παρ­ξη. Εδώ, εί­ναι έ­νας κο­ντά ε­βδο­μη­ντά­ρης ο­μο­φυ­λό­φι­λος, που έ­χει κα­τα­λή­ξει μο­νή­ρης με­τά την α­να­χώ­ρη­ση του α­γα­πη­μέ­νου του συ­ντρό­φου με έ­ναν νεό­τε­ρο. Και στη δι­κή του πε­ρί­πτω­ση, το ψυ­χο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα έ­χει τις ρί­ζες του στην πα­τρι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά.       
Ο τρί­τος, που ε­μπλέ­κε­ται στην πε­ρι­πε­τειώ­δη συ­νύ­παρ­ξη του ζεύ­γους, εί­ναι έ­νας συ­νο­μή­λι­κος του ο­μο­φυ­λό­φι­λου, χή­ρος με τα δυο παι­διά του “με­τα­νά­στες στα πέ­ρα­τα της γης”. Κι αυ­τός μο­νή­ρης, ή­ταν έ­νας τυ­χαίος “φί­λος της πα­ρα­λίας”, ό­που συ­νη­θί­ζαν να κο­λυ­μπούν. Με αυ­τό το τρίο, η συγ­γρα­φέ­ας α­να­δει­κνύει τις δια­φο­ρε­τι­κές μορ­φές που έ­χει πά­ρει σή­με­ρα το πρό­βλη­μα του πα­τρι­κού ει­δώ­λου, σκια­γρα­φώ­ντας πι­θα­νές μελ­λο­ντι­κές πα­ραλ­λα­γές του θε­σμού της οι­κο­γέ­νειας. Τι μπο­ρεί να προ­σφέ­ρει ο ά­ντρας και τι η ευαί­σθη­τη πλευ­ρά ε­νός ο­μο­φυ­λό­φι­λου, α­φή­νο­ντας με­τέω­ρη τη γυ­ναι­κεία συμ­με­το­χή. Κα­τά τα άλ­λα, σαν συ­νέ­χεια του «Οδυσ­σέ­ας και μπλούζ», η συγ­γρα­φέ­ας βρί­σκει πρό­σφο­ρο έ­δα­φος στις ση­με­ρι­νές οι­κο­λο­γι­κές ευαι­σθη­σίες, πε­ρι­γρά­φο­ντας τον τό­πο και την ζωή στη φύ­ση.  Εκεί ή­ταν ο «Αγρο­του­ρι­στι­κός Ξε­νώ­νας Η ΛΕ­ΒΑ­ΝΤΑ», ε­δώ το “δα­σι­κό χω­ριό”, με “το πο­μπώ­δες ό­νο­μα το Μαύ­ρο Δά­σος”. 
Πα­λαιό­τε­ρα, η Φα­κί­νου έ­στη­νε τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της στον Θεσ­σα­λι­κό κά­μπο. Στα με­τα­γε­νέ­στε­ρα, πα­ρου­σιά­ζει με­γα­λύ­τε­ρη κι­νη­τι­κό­τη­τα. Εξαρ­χής, πά­ντως, δεν ο­νο­μά­τι­ζε τους τό­πους, προ­τι­μώ­ντας πλά­γιες πα­ρα­πο­μπές και νύ­ξεις. Στο πρό­σφα­το, η πλη­σιέ­στε­ρη με­γά­λη πό­λη α­πο­κα­λεί­ται “η πό­λη με τα τρε­λά νε­ρά”, ε­νώ η κο­ντι­νή κω­μό­πο­λη έ­χει ια­μα­τι­κά λου­τρά, δεί­χνο­ντας α­ντι­στοί­χως προς Κε­ντρι­κή και Βό­ρεια Εύ­βοια. Εί­ναι, ό­μως, η α­φή­γη­ση του δεύ­τε­ρου η­λι­κιω­μέ­νου, που ο­ρί­ζει τον τό­πο. Για πρώ­τη φο­ρά, η συγ­γρα­φέ­ας πλά­θει έ­ναν χα­ρα­κτή­ρα που συμ­με­τέ­χει ε­νερ­γά στα κοι­νά. Εί­ναι έ­νας με­ταλ­λω­ρύ­χος, που πρω­το­στά­τη­σε στην “με­γά­λη α­περ­γία”, ά­νοι­ξη 1976. Μό­νο το ό­νο­μα “της κω­μό­πο­λης με τα κοι­τά­σμα­τα λευ­κό­λι­θου” δεν α­να­φέ­ρει, αλ­λά ποιος δεν θυ­μά­ται, στο ξε­κί­νη­μα της με­τα­πο­λί­τευ­σης, τους ε­ξε­γερ­μέ­νους με­ταλ­λω­ρύ­χους στο Μα­ντού­δι. Μέ­χρι ται­νία έ­γι­ναν. 
Κο­ντά στο “δα­σι­κό χω­ριό” βρί­σκε­ται “το Με­γά­λο Μο­να­στή­ρι”. Σε αυ­τό το βι­βλίο εί­ναι έ­ντο­νο το με­τα­φυ­σι­κό στοι­χείο. Ορι­σμέ­να μυ­θο­πλα­στι­κά ευ­ρή­μα­τα θυ­μί­ζουν το δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά της, «Το έ­βδο­μο ρού­χο». Και τα δυο στρέ­φο­νται γύ­ρω α­πό μία Ελέ­νη, αμ­φό­τε­ρα α­νοί­γουν με έ­να μο­να­χι­κό δέ­ντρο, μά­λι­στα στο πρό­σφα­το πλέ­κε­ται μία δει­σι­δαί­μο­να διή­γη­ση γύ­ρω α­πό αυ­τό, ε­νώ και στα δυο υ­πάρ­χει ο σε­λη­νια­σμέ­νος, που η πα­ρά­δο­ση τον θέ­λει με υ­περ­φυ­σι­κές ι­διό­τη­τες. Η τρια­κο­ντα­ε­τία που χω­ρί­ζει τους χρό­νους της συγ­γρα­φής τους α­πο­τυ­πώ­νε­ται και στην θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα των η­ρώων. Σε ε­κεί­νο, στις δο­ξα­σίες και στα θαύ­μα­τα πί­στευαν οι γυ­ναί­κες, κα­θώς αυ­τές θεω­ρού­νταν τό­τε πιο ευαί­σθη­τες φύ­σεις. Στο πρό­σφα­το, εί­ναι ο ο­μο­φυ­λό­φι­λος που α­πο­δέ­χε­ται τη θεία χά­ρη. Σε α­ντί­θε­ση με τον φί­λο του, που βλέ­πει στο κο­ντι­νό “Με­γά­λο Μο­να­στή­ρι” μό­νο το “πα­πα­δα­ριό”. Η συγ­γρα­φέ­ας α­φη­γεί­ται ό­νει­ρα και θαύ­μα­τα, ε­νώ πλά­θει α­σκη­τι­κές μορ­φές κα­λο­γή­ρων. 
Στο τερ­πνό και ω­φέ­λι­μο βι­βλίο βα­ραί­νει η κα­τά­λη­ξη. Αρχι­κά, η Φα­κί­νου ά­φη­νε το τέ­λος α­νοι­κτό, στα κα­το­πι­νά υιο­θέ­τη­σε το στρογ­γύ­λε­μα του χά­πι-ε­ντ. Από μία ά­πο­ψη, το ί­διο κά­νει και στο πρό­σφα­το. Εδώ, ω­στό­σο, δεν εί­ναι ο ε­να­γκα­λι­σμός της Αρέ­θας και του Αντρέα, που κέρ­δι­σε το Βρα­βείο των Ανα­γνω­στών, ού­τε τα φλο­γε­ρά φι­λιά του με­σή­λι­κα Οδυσ­σέα στα μά­γου­λα της νε­α­ρής Μπλου­ζ, που ε­ξα­σφά­λι­σαν τη θέ­ση στα ευ­πώ­λη­τα. Εί­ναι το ευ­τυ­χές τέ­λος μίας δύ­σκο­λης γέν­νας “on the road”, σε συν­θή­κες κοι­νο­βια­κής συ­νύ­παρ­ξης, που δεν μπο­ρεί πα­ρά να κα­τα­λή­ξει με έ­να θη­λυ­κό βρέ­φος, “παι­δί ό­λω­ν”, για να ε­ξη­με­ρω­θούν και να γλυ­κά­νουν οι μο­νή­ρεις. 


Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 15/12/2013.

Φάντασμα μικροφαλλίας

$
0
0
Ιά­κω­βος Ανυ­φα­ντά­κης
«Αλε­πού­δες στην πλα­γιά»
Εκδό­σεις Πα­τά­κη
Οκτώ­βριος 2013

Η κρί­ση τρο­φο­δο­τεί την πε­ζο­γρα­φία. Όπως σχο­λιά­ζα­με με α­φορ­μή το πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα της Ευ­γε­νίας Φα­κί­νου, δεν εκ­δί­δε­ται βι­βλίο στο ο­ποίο η κρί­ση να μην μνη­μο­νεύε­ται έ­στω και εν πα­ρό­δω. Στο βι­βλίο του Ιά­κω­βου Ανυ­φα­ντά­κη βρή­κε θέ­ση στο κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου, σύμ­φω­να με το ο­ποίο ο χρό­νος της ι­στο­ρίας το­πο­θε­τεί­ται “στις τε­λευ­ταίες μέ­ρες πριν α­πό το ξε­κί­νη­μα της κρί­σης”. Ο συγ­γρα­φέ­ας, σε συ­νέ­ντευ­ξή του, δια­τεί­νε­ται ό­τι οι κοι­νω­νι­κές κα­τα­στά­σεις που πε­ρι­γρά­φει προ­α­ναγ­γέλ­λουν την κρί­ση. Πράγ­μα­τι, κά­ποιες σκη­νές στην ελ­λη­νι­κή ε­παρ­χία, που δεί­χνουν έλ­λει­ψη η­θι­κών και αι­σθη­τι­κών α­ξιών, θα μπο­ρού­σαν να ε­κλη­φθούν ως προάγ­γε­λοι της κρί­σης. Μό­νο που με αυ­τήν την διευ­ρυ­μέ­νη ο­πτι­κή, η κρί­ση σο­βεί ε­δώ και αρ­κε­τά χρό­νια.    
Αν, ό­μως, έ­να βι­βλίο δεν δια­φη­μι­στεί ως ε­πί­και­ρο, χά­νει πό­ντους στην α­γο­ρά. Κα­τά τα άλ­λα, το κει­με­νά­κι του ο­πι­σθό­φυλ­λου λει­τουρ­γεί συ­νή­θως ως συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό του τίτ­λου. Οπό­τε, με την ί­δια ο­πτι­κή, το «Αλε­πού­δες στην πλα­γιά» θα μπο­ρού­σε να ση­μαί­νει τον ε­περ­χό­με­νο δο­λίως ε­χθρό. Υπάρ­χουν αρ­κε­τοί τίτ­λοι με τη λέ­ξη α­λε­πού: “μι­κρές α­λε­πού­δες”, “κόκ­κι­νη α­λε­πού”, “λυσ­σα­σμέ­νες α­λε­πού­δες” ή και σκέ­το “α­λε­πού­δες”. Αντι­στοί­χως οι συγ­γρα­φείς τους, Λί­λιαν Χέλ­μαν, Κω­στής Πα­πα­γιώρ­γης, Δη­μή­τρης Πε­τσε­τί­δης, Ντων Κιν­γκ, με την α­λε­πού ση­μα­το­δο­τούν το κα­κό. Αυ­τά, ό­ταν οι συγ­γρα­φείς “συ­νο­μι­λού­ν” με τη ζωή. Ο Ανυ­φα­ντά­κης, ό­μως, δη­λώ­νει ε­ξαρ­χής ό­τι γι’ αυ­τόν “η λο­γο­τε­χνία εί­ναι μία συ­ζή­τη­ση α­νά­με­σα σε κεί­με­να”. Αφο­ρι­σμός που ε­ντυ­πω­σιά­ζει, ι­διαί­τε­ρα ό­ταν έρ­χε­ται α­πό έ­ναν πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο και μά­λι­στα, χω­ρίς πα­νε­πι­στη­μια­κή φοί­τη­ση σε α­ντί­στοι­χο α­ντι­κεί­με­νο, ώ­στε κά­πως να δι­καιο­λο­γεί­ται αυ­τή η α­πο­λυ­τό­τη­τα. Αν και στην πε­ρί­πτω­σή του, προϋπάρ­χει μα­θη­τεία σε σε­μι­νά­ρια δη­μιουρ­γι­κής γρα­φής, ό­που δί­νε­ται ι­διαί­τε­ρη έμ­φα­ση σε τε­χνι­κές της α­φή­γη­σης, ό­πως η δια­κει­με­νι­κό­τη­τα, η προοι­κο­νο­μία κ.ά.  
Όπως και να έ­χει, τον τίτ­λο τον παίρ­νει α­πό στί­χο του Ουάλ­λας Στή­βε­νς. Συ­γκε­κρι­μέ­να, τον τε­λευ­ταίο στί­χο, “σαν α­λε­πού­δες στην πλα­γιά”, του τε­τρά­στι­χου που έ­χει χρη­σι­μο­ποιή­σει ως μό­το του βι­βλίου. Πρό­κει­ται για το πρώ­το τε­τρά­στι­χο του ποιή­μα­τος «Μία κάρ­τα α­πό το η­φαί­στειο», ό­που ο­λό­κλη­ρο το ποίη­μα και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση το τε­τρά­στι­χο ε­στιά­ζουν στη σχέ­ση των νεό­τε­ρων με τους νε­κρούς προ­γό­νους και τα έρ­γα τους. Κα­τ’ αυ­τήν την ερ­μη­νεία, το μό­το δεί­χνει ξέ­νο προς το πε­ριε­χό­με­νο του βι­βλίου. Οπό­τε εί­ναι ζη­τού­με­νο κα­τά πό­σο ο τε­λευ­ταίος στί­χος, αλ­λαγ­μέ­νος α­πό πα­ρο­μοίω­ση σε κυ­ριο­λε­ξία, μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί ως πα­ρα­πο­μπή στη χα­μέ­νη νεό­τη­τα των κε­ντρι­κών χα­ρα­κτή­ρων του βι­βλίου, ό­πως τον α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ο συγ­γρα­φέ­ας. Μία αρ­νη­τι­κή α­πά­ντη­ση θα α­κύ­ρω­νε τη “συ­νο­μι­λία” τίτ­λου και μό­το με το ποίη­μα του Στή­βε­νς. Μέ­νει, πά­ντως, ως κέρ­δος έ­νας ελ­κυ­στι­κός τίτ­λος και μέ­σω του μό­το, α­να­φο­ρά σε έ­ναν α­με­ρι­κα­νό ποιη­τή υ­ψη­λής αί­γλης.
Ερχό­μα­στε τώ­ρα στην α­φο­ρι­στι­κή δή­λω­ση του συγ­γρα­φέα, που α­πο­κα­λύ­πτει την πρό­θε­σή του να στή­σει την ι­στο­ρία του πά­νω “σε μία συ­ζή­τη­ση α­νά­με­σα σε κεί­με­να”, εκ­με­ταλ­λευό­με­νος τις λε­γό­με­νες α­να­γνω­στι­κές ε­μπει­ρίες. Σύμ­φω­να και πά­λι με συ­νέ­ντευ­ξή του, άρ­χι­σε να γρά­φει το βι­βλίο του το κα­λο­καί­ρι του 2009 στην πα­ρα­λία του Δρέ­πα­νου Θεσ­πρω­τίας. Ξε­κί­νη­σε μία α­φή­γη­ση σε πρώ­το πρό­σω­πο, το­πο­θε­τώ­ντας την αρ­χή της ι­στο­ρίας του στον τό­πο και τον χρό­νο που βρι­σκό­ταν. Μέ­χρι που θα μπο­ρού­σε στον ί­διο να εί­χε συμ­βεί η συ­νά­ντη­ση με πα­λαιά φί­λη, με την ο­ποία εί­χαν α­πό χρό­νια χα­θεί, ό­πως ε­κεί­νη της ι­στο­ρίας του. Πρώ­το βή­μα, ό­μως, στο στή­σι­μο κά­θε μυ­θο­πλα­σίας εί­ναι η με­ταμ­φίε­ση. Ως α­φη­γη­τή και κε­ντρι­κό ή­ρωα ε­πι­λέ­γει έ­ναν λέ­κτο­ρα στο Πα­νε­πι­στή­μιο Ιωαν­νί­νων, ε­τών 37. Τό­τε, ο Ανυ­φα­ντά­κης ή­ταν στα 26, δη­λα­δή έ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρος α­πό τον Χα­νς Σνι­ρ, τον ή­ρωα του Χάιν­ριχ Μπελ στο μυ­θι­στό­ρη­μα «Ο Κλόουν». Αυ­τό εί­ναι το βι­βλίο, με το ο­ποίο πρω­ταρ­χι­κά “συ­νο­μι­λεί” η ι­στο­ρία του. Με τον τίτ­λο «Ο Κλόουν» και ό­χι με την ε­πί λέ­ξει α­πό­δο­ση του γερ­μα­νι­κού τίτ­λου «Από­ψεις ε­νός κλόουν», εκ­δό­θη­κε για πρώ­τη φο­ρά στα ελ­λη­νι­κά, το 1973, δέ­κα χρό­νια με­τά την έκ­δο­ση του πρω­τό­τυ­που και έ­να χρό­νο α­πό την α­πο­νο­μή του βρα­βείου Νό­μπελ στον Γερ­μα­νό συγ­γρα­φέα. Κα­τά ευ­τυ­χή σύ­μπτω­ση για το βι­βλίο του Ανυ­φα­ντά­κη, στις 24 Ιαν. 2014, το μυ­θι­στό­ρη­μα του Μπε­λ, σε με­τά­φρα­ση-δια­σκευή-σκη­νο­θε­σία Αργύ­ρη Ξά­φη, α­νε­βαί­νει στο Εθνι­κό Θέ­α­τρο. 
Για τον ή­ρωα της ι­στο­ρίας, ο ο­ποίος δεν ο­νο­μα­τί­ζε­ται, “ο «Κλόουν» ή­ταν η μό­νη σχέ­ση που εί­χε α­ντέ­ξει στη ζωή του”. Το 2009 έ­κλει­νε “δε­κα­πέ­ντε χρό­νια” ε­να­σχό­λη­σης με αυ­τό το βι­βλίο, που ση­μαί­νει ό­τι με αυ­τό ξε­κί­νη­σε, το 1994, τις με­τα­πτυ­χια­κές του σπου­δές. Από­φοι­τος της Γερ­μα­νι­κής Φι­λο­λο­γίας, το εί­χε ε­πι­λέ­ξει για θέ­μα του δι­δα­κτο­ρι­κού του. Έκα­νε εν­δια­μέ­σως τη στρα­τιω­τι­κή του θη­τεία και ε­πα­νήλ­θε. Του πή­ρε “έ­ξι χρό­νια”  να το ο­λο­κλη­ρώ­σει, ε­νώ για “δέ­κα χρό­νια”, δη­λα­δή α­κό­μη πριν το τε­λειώ­σει κρα­τού­σε ση­μειώ­σεις, με την ελ­πί­δα να εκ­δώ­σει κά­πο­τε τη δια­τρι­βή του.
Οι κοι­νω­νι­κές και θε­ο­λο­γι­κές α­πό­ψεις του Μπελ θα πρέ­πει να ή­ταν οι­κείο θέ­μα για έ­ναν α­πό­φοι­το του Τμή­μα­τος Κοι­νω­νι­κής Θε­ο­λο­γίας ό­πως ο συγ­γρα­φέ­ας. Το ί­διο και το συ­γκε­κρι­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα του Μπε­λ, κα­θώς α­πο­τε­λεί το τυ­πι­κό πα­ρά­δειγ­μα α­πό το χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας ε­νός ε­ρω­τι­κού δε­σμού που δια­λύε­ται, για­τί α­ντι­βαί­νει στις ε­πι­τα­γές της Κα­θο­λι­κής εκ­κλη­σίας. Μό­νο που ο Ανυ­φα­ντά­κης, ό­ταν άρ­χι­σε να γρά­φει το βι­βλίο του, θα πρέ­πει να εί­χε ή­δη α­πο­μα­κρυν­θεί α­πό το α­ντι­κεί­με­νο των Σπου­δών του. Στο “αυ­τά­κι” του βι­βλίου, α­να­φέ­ρει πως “εί­ναι υ­πο­ψή­φιος δι­δά­κτο­ρας με α­ντι­κεί­με­νο τη μνή­μη του ελ­λη­νι­κού Εμφυ­λίου”. Τε­λι­κά, πά­ντως, φαί­νε­ται πως συμ­βί­βα­σε τις ι­στο­ρι­κές σπου­δές με την α­γά­πη του για τη λο­γο­τε­χνία, στη­ρί­ζο­ντας το με­τα­πτυ­χια­κό του στο μυ­θι­στό­ρη­μα «Ορθο­κω­στά» του Θα­νά­ση Βαλ­τι­νού. Όπως και να έ­χει, ο α­φη­γη­τής του δεν “συ­νο­μι­λεί” με τον κα­θο­λι­κι­σμό και τον ου­μα­νι­σμό του Μπε­λ, αλ­λά, σαν μέ­ρος της δια­τρι­βής που “ξα­να­δου­λεύει”, γρά­φει “το α­φή­γη­μα της Μα­ρί”. Όχι, ό­μως, “της Μα­ρί του Χα­νς και του Χάιν­ριχ”, αλ­λά των δι­κών του ε­ρω­τι­κών φα­ντα­σιώ­σεων. Όλα αυ­τά α­φο­ρούν το πρώ­το κε­φά­λαιο, που ο συγ­γρα­φέ­ας ε­ξο­μο­λο­γεί­ται ό­τι το “έ­γρα­ψε μέ­σα σε λί­γες μέ­ρες”. Στα ε­πό­με­να δυο κε­φά­λαια, ο α­φη­γη­τής σαν να λη­σμο­νεί τη “συ­νο­μι­λία” με τον Μπελ. Υπάρ­χει μό­λις μία α­να­φο­ρά στο μυ­θι­στό­ρη­μά του Μπελ ως ση­μα­ντι­κού σταθ­μού στη ζωή του.
Το δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο της ι­στο­ρίας, η πα­λαιά φί­λη του α­φη­γη­τή, την ο­ποία συ­να­ντά στην πα­ρα­λία, ή­ταν συμ­φοι­τή­τριά του α­πό την αρ­χή των πα­νε­πι­στη­μια­κών σπου­δών μέ­χρι και το ξε­κί­νη­μα του με­τα­πτυ­χια­κού. Το δι­κό της θέ­μα ή­ταν το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Ο θά­να­τος στη Βε­νε­τία», του Τό­μας Μαν. Με αυ­τό “πή­γε με υ­πο­τρο­φία στη Γερ­μα­νία” και “το άρ­θρο της δη­μο­σιεύ­τη­κε σε μια με­γά­λη α­με­ρι­κά­νι­κη ε­πι­θεώ­ρη­ση για τη λο­γο­τε­χνία”. Όταν συ­να­ντιού­νται, δέ­κα τέσ­σε­ρα χρό­νια α­φό­του ε­κεί­νη έ­χει ε­γκα­τα­λεί­ψει το δι­δα­κτο­ρι­κό της, η στρο­φή στις λο­γο­τε­χνι­κές της προ­τι­μή­σεις φαί­νε­ται α­πό τα βι­βλία που α­γο­ρά­ζει. “Δυο ελ­λη­νι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και το τε­λευ­ταίο μυ­θι­στό­ρη­μα του Ροθ «Ο Κα­θέ­νας»”. Βε­βαίως, το 2009, «Ο Κα­θέ­νας» δεν ή­ταν το πιο πρό­σφα­το του Ρο­θ, ού­τε το τε­λευ­ταίο του με­τα­φρα­σμέ­νο στα ελ­λη­νι­κά, συ­νι­στά ό­μως πα­ρά­δειγ­μα της “πει­ραγ­μέ­νης” πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, που εί­ναι έ­τε­ρη συ­χνά α­πα­ντώ­με­νη α­φη­γη­μα­τι­κή τε­χνι­κή. Στα δυο ε­πό­με­να κε­φά­λαια, ο α­φη­γη­τής λη­σμο­νεί τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα του Μαν και του Ρο­θ, πέ­ραν μίας α­να­φο­ράς στο πρώ­το, κα­θώς αυ­τό α­πο­τε­λεί σταθ­μό στη ζωή της φί­λης του. 
Πα­ρό­μοιες α­να­φο­ρές γί­νο­νται σε τέσ­σε­ρα α­κό­μη βι­βλία: Στη σύ­ντο­μη ι­στο­ρία του Τό­μας Μπέρν­χαρ­ντ «Η πλά­νη του Μοοσ­πρού­γκερ» α­πό το βι­βλίο του «Ο μί­μος των φω­νών», που ο α­φη­γη­τής την στρα­βο­κα­τα­λα­βαί­νει, κα­θώς “ο κα­θη­γη­τής του Μπέρν­χαρ­ντ” δε­ν “κα­τα­λή­γει στο συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι αυ­τός που συ­να­ντά­με δεν εί­ναι πο­τέ αυ­τός που πε­ρι­μέ­νου­με”. Ο α­φη­γη­τής εί­ναι ε­κεί­νος που του το υ­πο­δει­κνύει, με ο­λέ­θριες συ­νέ­πειες για τον κα­θη­γη­τή. Στην ει­ρω­νι­κή φρά­ση του Κουρτ Βόν­νε­γκα­τ, “έ­τσι πά­ει ο και­ρός” α­πό το μυ­θι­στό­ρη­μά του «Σφα­γείο Νο 5», που έ­μει­νε ως ι­στο­ρι­κή ε­πω­δός, χά­ρις στα συλ­λα­λη­τή­ρια ε­νά­ντια στον Πό­λε­μο του Βιετ­νάμ. Ο Βόν­νε­γκατ α­να­φέ­ρε­ται στους συ­νε­χείς θα­νά­τους, ε­νώ ο α­φη­γη­τής σε κο­πέ­λα πορ­νείου των Σερ­ρών, κο­ντά στο στρα­τό­πε­δο, που δεν θα ξα­να­δεί. Ο συν­δυα­σμός φα­ντά­ρου και πόρ­νης φέρ­νει και μια, εν πα­ρό­δω, α­να­φο­ρά στο «Κε­καρ­μέ­νοι» του Νί­κου Κάσ­δα­γλη. Τέ­λος, στο τρί­το κε­φά­λαιο, μνη­μο­νεύε­ται το μυ­θι­στό­ρη­μα, «Μα­ντάμ Μπο­βα­ρύ», του Φλω­μπέ­ρ, με α­φορ­μή άλ­λη συμ­φοι­τή­τρια, που ε­πέ­δει­ξε συ­μπε­ρι­φο­ρά πα­ρα­πλή­σια ε­κεί­νης της η­ρωί­δας του Φλω­μπέρ.     

Αυ­τές, ό­μως, οι α­να­φο­ρές, υ­πό μορ­φή πε­ρισ­σό­τε­ρο σχο­λίων και εν­δό­μυ­χων σκέ­ψεων του κε­ντρι­κού ή­ρωα, δεν συ­νι­στούν δια­κει­με­νι­κές σχέ­σεις. Αν, βε­βαίως, δια­κει­με­νι­κό­τη­τα ση­μαί­νει α­φο­μοίω­ση και λει­τουρ­γι­κός με­τα­σχη­μα­τι­σμός του ξέ­νου κει­μέ­νου. Γι’ αυ­τό και προ­κα­λεί α­πο­ρία η έμ­φα­ση που δί­νουν σε αυ­τές οι βι­βλιο­πα­ρου­σια­στές, συ­ναρ­τώ­ντας τες μά­λι­στα με τη λο­γο­τε­χνι­κή υ­πό­στα­ση του βι­βλίου. Ωστό­σο, αυ­τό το πρώ­το βι­βλίο του Ανυ­φα­ντά­κη θα μπο­ρού­σε να στα­θεί και χω­ρίς την τε­χνι­κή της δια­κει­με­νι­κό­τη­τας και τα λοι­πά διαν­θί­σμα­τα. Εί­ναι μία νου­βέ­λα, ε­ντέ­χνως στη­μέ­νη, ό­που η στα­δια­κή α­πο­κά­λυ­ψη του ψυ­χι­σμού του α­φη­γη­τή ε­νέ­χει το σα­σπέ­νς της προ­σμο­νής για ό,τι πε­ρίερ­γο ή δυ­σά­ρε­στο μπο­ρεί να α­πο­κρύ­πτε­ται. 
Για τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό νου­βέ­λα, που δί­νει ο συγ­γρα­φέ­ας, δεν συ­νη­γο­ρεί μό­νο η έ­κτα­ση. Επι­προ­σθέ­τως, η α­φή­γη­ση ε­στιά­ζει σε έ­να πρό­σω­πο και δεν στη­ρί­ζε­ται στην ο­μα­λή χρο­νο­λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη της πλο­κής, με τις συ­νή­θεις α­να­δρο­μές στην προ­η­γού­με­νη ζωή του ή­ρωα. Σε αυ­τήν, η κα­τα­βύ­θι­ση στο πα­ρελ­θόν προ­σο­μοιά­ζει με μία ψυ­χα­να­λυ­τι­κής φύ­σεως δια­δι­κα­σία. Όπου τα τρία κε­φά­λαια θα μπο­ρού­σαν να ε­κλη­φθούν σαν συ­νε­δρίες πα­ρου­σία  ε­νός βου­βού α­κρο­α­τή, φα­ντα­στι­κού ή α­κό­μη και υ­παρ­κτού. Με το ξε­κί­νη­μα, στην πρώ­τη κιό­λας φρά­ση, ο α­φη­γη­τής έ­χει την αί­σθη­ση ό­τι “η λά­μπα του δρό­μου έ­φεγ­γε α­κρι­βώς μέ­σα στο σα­λό­νι σαν να τον προ­ε­τοί­μα­ζε για α­νά­κρι­ση”. Από έ­να α­διευ­κρί­νι­στο χρο­νο­λο­γι­κά πα­ρών, α­να­τρέ­χει κα­τ’ α­ντί­στρο­φη φο­ρά σε τρεις δια­φο­ρε­τι­κούς χρό­νους, που α­ντι­στοι­χούν σε κρί­σι­μες κα­μπές της ε­πι­στη­μο­νι­κής του στα­διο­δρο­μίας. 
Κα­λο­καί­ρι 2009, εί­ναι λέ­κτο­ρας στο Πα­νε­πι­στή­μιο Ιωαν­νί­νων. Χει­μώ­να 2002, με τε­λειω­μέ­νο το δι­δα­κτο­ρι­κό, βρί­σκε­ται νε­ο­διο­ρι­σμέ­νος κα­θη­γη­τής γερ­μα­νι­κών σε χω­ριό της Κρή­της. Φθι­νό­πω­ρο 1996, φρέ­σκος υ­πο­ψή­φιος δι­δά­κτο­ρας, τα­ξι­δεύει σε χω­ριό της Κα­λα­μά­τας για να πα­ρευ­ρε­θεί στο γά­μο φί­λης του. Ο α­φη­γη­τής πε­ρι­γρά­φει τό­πους και ε­σω­τε­ρι­κούς χώ­ρους, ε­πι­μέ­νο­ντας σε κά­ποια στοι­χεία, που α­ντι­κα­το­πτρί­ζουν α­ντιαι­σθη­τι­κά γού­στα και νε­ο­πλου­τί­στι­κες συ­νή­θειες. Επί­σης, σχο­λιά­ζει τον συ­ντη­ρη­τι­σμό και την κρυ­ψί­νοια των ντό­πιων. Εκεί­νο, ό­μως, που σχε­δόν μο­νο­πω­λεί το λό­γο του εί­ναι η σχέ­ση του με τις γυ­ναί­κες. Προ­βάλ­λει ε­αυ­τόν σαν έναν ρο­μα­ντι­κό μο­νο­γα­μι­κό. Βο­λεύε­ται, ό­μως, με έ­ναν με­γά­λο έ­ρω­τα για νε­α­ρή κο­πέ­λα, που την εί­χε γο­η­τεύ­σει με την ει­κό­να του ε­σω­στρε­φούς δια­νοού­με­νου, που καλ­λιερ­γού­σε. Εκεί­νη τον έ­χει ε­γκα­τα­λεί­ψει, αλ­λά αυ­τός συ­νε­χώς α­να­βάλ­λει την ό­ποια προ­σπά­θεια για να την φέ­ρει πί­σω.  
Ο λό­γος του α­πο­κρύ­βει ε­πι­με­λώς τα αι­σθή­μα­τα α­να­σφά­λειας και τις ε­σώ­τε­ρες ε­πι­θυ­μίες. Μό­νο κά­ποια σχό­λια ή σπα­ράγ­μα­τα α­πό πε­ρι­γρα­φές, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό φα­ντα­σιώ­σεις, έρ­χο­νται να ρα­γί­σουν την περ­σό­να του κα­θη­γη­τή που μπο­ρεί “να φέ­ρει στο κρε­βά­τι του” ό­ποια μα­θή­τρια ε­πι­θυ­μεί. Οι α­φη­γή­σεις του δη­μιουρ­γούν την ε­ντύ­πω­ση ε­νός ά­ντρα, που ε­πι­δί­δε­ται με ε­πι­τυ­χία στις σε­ξουα­λι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες. Κα­τα­λύ­της για την α­πο­κά­λυ­ψη του έ­σω κό­σμου στέ­κε­ται η συ­νά­ντη­ση με την πα­λαιά συμ­φοι­τή­τρια. Η μο­να­δι­κή τους συ­νεύ­ρε­ση στο πρώ­το κε­φά­λαιο έ­χει έ­να πα­ρελ­θόν του­λά­χι­στον δυο μα­ταιω­μέ­νων προ­σπα­θειών. Αυ­τές θα έρ­θουν στην ε­πι­φά­νεια μέ­σα α­πό τις συ­νειρ­μι­κές του α­φη­γή­σεις. Αρχι­κά έμ­με­σα και τε­λι­κά ευ­θέως, θα δώ­σει μία ει­κό­να της σε­ξουα­λι­κής του μειο­νε­ξίας. Μπο­ρεί να α­να­φέ­ρε­ται σε λα­χτα­ρι­στές νε­α­ρές υ­πάρ­ξεις αλ­λά οι σχέ­σεις του πε­ριο­ρί­ζο­νται στις με­τρη­μέ­νες συ­νευ­ρέ­σεις του φα­ντά­ρου με την “σκου­ρό­χρω­μη” πόρ­νη και στις κλε­φτές του φοι­τη­τή με εμ­φα­νι­σια­κά δευ­τε­ρο­κλα­σά­τες, ό­πως η εν λό­γω συμ­φοι­τή­τρια. Όχι α­κρι­βώς ά­σχη­μη, μάλ­λον α­διά­φο­ρη, χω­ρίς τις θη­λυ­κές κα­μπύ­λες που διε­γεί­ρουν. Ο τύ­πος της κα­λής φοι­τή­τριας, που α­με­λεί την εμ­φά­νι­σή της.  
Ο α­φη­γη­τής ε­πι­μέ­νει να πε­ρι­γρά­φει τρυ­φε­ρές σκη­νές, ω­στό­σο στο λό­γο του δια­φαί­νε­ται φθό­νος για “χα­σα­πό­παι­δα” και “φορ­τη­γατ­ζή­δες”. Τον διε­γεί­ρουν α­να­φο­ρές σε άν­δρες που δέρ­νουν ή στο “ξε­παρ­θέ­νε­μα” έ­φη­βης μα­θή­τριας α­πό α­γό­ρια στην α­ρά­δα. Ποιό εί­ναι το τραυ­μα­τι­κό ση­μείο, ποια τα πα­ρελ­κό­με­να συ­μπλέγ­μα­τα, εί­ναι κά­ποια α­πό τα ε­ρω­τή­μα­τα που γεν­νά  αυ­τός ο αυ­θύ­παρ­κτος ή­ρωας, μα­κριά α­πό τον Χα­νς του Μπελ. Ας ε­πα­νέλ­θου­με, ό­μως, στις α­να­γνω­στι­κές ε­μπει­ρίες του Ανυ­φα­ντά­κη. Στις “συ­νο­μι­λίες” με ξέ­να κεί­με­να, που α­πα­ριθ­μή­σα­με, πα­ρα­λεί­ψα­με να α­να­φέ­ρου­με το «Άνθη της α­βύσ­σου» του Βαλ­τι­νού. Ο α­φη­γη­τής, αυ­τήν την ε­πί τρο­χά­δην μνεία την συ­μπλη­ρώ­νει με σχό­λιο για μία συ­ζή­τη­ση που εί­χε με τον συγ­γρα­φέα. Όπως α­πο­κα­λύ­πτει, τον α­πα­σχο­λούν “οι μορ­φι­κοί πει­ρα­μα­τι­σμοί” του Βαλ­τι­νού. Μή­πως, ό­μως, θα έ­πρε­πε πρω­τί­στως να τον α­πα­σχο­λή­σει η γλώσ­σα, που στά­θη­κε το κύ­ριο μέ­λη­μα του Βαλ­τι­νού α­πό το πρώ­το κιό­λας δη­μο­σιευ­μέ­νο πε­ζο­γρά­φη­μά του. Συ­μπτω­μα­τι­κά, το δη­μο­σίευ­σε σε πε­ριο­δι­κό στην ί­δια η­λι­κία με τον Ανυ­φα­ντά­κη, ε­νώ βι­βλίο έ­πια­σε στα χέ­ριά του δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα. Δια­φο­ρε­τι­κά τα εκ­δο­τι­κά ή­θη τό­τε, ό­πως δια­φο­ρε­τι­κό το κύ­ρος της ελ­λη­νι­κής. Τό­τε η ι­διω­μα­τι­κή φρά­ση ερ­χό­ταν α­πό την λαϊκή γλώσ­σα, σή­με­ρα α­πό την ε­πί λέ­ξει με­τα­γρα­φή των αγ­γλι­κών ι­διω­μα­τι­σμών. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 29/12/2013.

Παπαδιαμάντης - Καβάφης

$
0
0

Στις ε­ορ­τές των Χρι­στου­γέν­νων η μνη­μό­νευ­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη α­πο­τε­λεί πα­ρά­δο­ση, α­σχέ­τως αν αυ­τό μπο­ρεί να ε­κλη­φθεί ως έμ­με­ση α­πο­δο­χή της α­να­χρο­νι­στι­κής ά­πο­ψης που τον ό­ρι­ζε κά­πο­τε Άγιο των Γραμ­μά­των μας. Αν, μά­λι­στα, η μνη­μό­νευ­ση συν­δυά­ζει τον Πα­πα­δια­μά­ντη με τον Κα­βά­φη, του ο­ποίου το Έτος, λό­γω αρ­γο­πο­ρη­μέ­νου ζή­λου, θα ε­πε­κτα­θεί στο Νέ­ον Έτος, κα­θί­στα­ται και ε­πί­και­ρη. Αλλά, σε έ­να κει­με­νά­κι του Ex Libris, τι να πρω­το­μνη­μο­νεύ­σεις; Τα κοι­νά τους ση­μεία; Τα ση­μεία σύ­μπτω­σης, που α­πρό­σμε­να πα­ρου­σία­σαν τα ε­πε­τεια­κά τους έ­τη, 2011-2013; Ή την α­πί­θα­νη συ­νά­ντη­σή τους στη γει­το­νιά, ό­χι των αγ­γέ­λων, αλ­λά των μπλό­γκε­ρ; Τη λύ­ση μας την έ­δω­σε το φθι­νο­πω­ρι­νό τεύ­χος του κυ­πρια­κού πε­ριο­δι­κού «Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά», με τα κεί­με­να που τους α­φιε­ρώ­νει. Κά­ποια, μά­λι­στα, α­πό τα θέ­μα­τα, που αυ­τά εμ­μέ­σως αγ­γί­ζουν, προ­σφέ­ρουν την ευ­και­ρία μίας α­να­φο­ράς, έ­στω και ε­πί τρο­χά­δην, σε δυο κοι­νω­νι­κά φαι­νό­με­να, δια­φο­ρε­τι­κής μεν φύ­σεως, αλ­λά αμ­φό­τε­ρα κα­θο­ρι­στι­κά για την πο­λι­τι­στι­κή φυ­σιο­γνω­μία του ση­με­ρι­νού Έλλη­να. Πρό­κει­ται για την  αυ­ξα­νό­με­νη σε βά­ρος της φι­λαν­θρω­πίας φι­λο­ζωία, ι­δίως την κυ­νο­φι­λία, και την ο­λοέ­να με­γα­λύ­τε­ρη α­πο­μά­κρυν­ση α­πό τους κλα­σι­κούς, Έλλη­νες και Λα­τί­νους. 

Πε­ρί κυ­νο­φι­λίας

Ξε­κι­νού­με α­πό την τό­σο δια­δε­δο­μέ­νη κυ­νο­φι­λία. Τον τε­λευ­ταίο και­ρό, στην Αθή­να, ο ρυθ­μός ε­ξαν­θρω­πι­σμού των σκύ­λων έ­χει πά­ρει ε­ντυ­πω­σια­κές δια­στά­σεις. Κα­θη­με­ρι­νά εμ­φα­νί­ζε­ται και μία δια­φο­ρε­τι­κή έκ­φαν­ση αυ­τής της, α­πό έ­να ση­μείο και πέ­ρα, α­φύ­σι­κης ε­ξο­μοίω­σης. Πρώ­τα κα­ταρ­γή­θη­καν τα σκυ­λί­σια ο­νό­μα­τα και στη θέ­ση τους εμ­φα­νί­στη­κε ο­λό­κλη­ρο το χρι­στια­νι­κό και αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό φά­σμα των αν­θρώ­πι­νων, με­τά προ­βι­βά­στη­καν στις τα­μπέ­λες των ια­τρείων για μι­κρά ζώα α­πό κα­τοι­κί­δια σε συ­ντρο­φιάς, στη συ­νέ­χεια ήρ­θε ο τρό­πος που οι κά­το­χοί τους α­να­φέ­ρο­νται ή α­πευ­θύ­νο­νται σε αυ­τούς. Από πλευ­ράς στορ­γής και τρυ­φε­ρό­τη­τας, τους συ­μπε­ρι­φέ­ρο­νται ό­πως στα παι­διά τους και τους συ­ντρό­φους τους. Ζουν με αυ­τούς, κα­λύ­πτο­ντας τη­λε­φω­νι­κώς τις ε­πα­φές με φί­λους και γνω­στούς. Στον πε­ρί­πα­το, πε­ρι­μέ­νουν υ­πο­μο­νε­τι­κά με­σο­στρα­τίς ή στο παρ­τέ­ρι του αλ­σύλ­λιου να ο­λο­κλη­ρώ­σουν την α­φό­δευ­σή τους, φο­ρούν τα πλα­στι­κά γά­ντια που κου­βα­λούν α­πα­ραι­τή­τως μα­ζί τους - α­πό την ε­πο­χή της δη­μαρ­χίας Νι­κή­τα Κα­κλα­μά­νη, που τα πρό­σφε­ρε δω­ρεάν ε­ντός ει­δι­κών θη­κών το­πο­θε­τη­μέ­νων στις ει­σό­δους των δη­μό­σιων κή­πων - και μα­ζεύουν τα πε­ριτ­τώ­μα­τα χω­ρίς ί­χνος α­πό γκρι­μά­τσα α­η­δίας. Αν, πα­ρα­δί­πλα, συ­νάν­θρω­πος α­να­ζη­τά τρο­φή στον κά­δο α­πορ­ριμ­μά­των α­πο­στρέ­φουν το βλέμ­μα με­τά βδε­λυγ­μίας. Με αυ­τούς κά­νου­νε τζό­κιν­γκ ή κά­θο­νται στην κα­φε­τέ­ρια. Το δια­χω­ρι­στι­κό φράγ­μα έ­πε­σε ο­λο­σχε­ρώς με τη φρα­στι­κή ε­ξο­μοίω­ση. Δεν εί­ναι ου­δέ­τε­ρου γέ­νους - έ­χουν ό­νο­μα - και πε­θαί­νουν α­ντί να ψο­φά­νε. Οι κυ­νο­τρό­φοι στέ­κο­νται κέρ­βε­ροι στο πα­ρα­μι­κρό lapsus linguae, που θί­γει την υ­πό­στα­ση των προ­σφι­λών τους υ­πάρ­ξεων. Πα­ρά­δειγ­μα, έ­να πε­ρι­στα­τι­κό α­πό το λο­γο­τε­χνι­κό πε­δίο. 

Λε­ξι­λο­γι­κά 

Στο “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό” για τον Πα­πα­δια­μά­ντη, ο Ν. Δ. Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος α­φη­γεί­ται σχε­τι­κό πά­θη­μά του. Σε πρό­σφα­το “γρα­φτό” του “χρη­σι­μο­ποίη­σε τη λέ­ξη κυ­νέ­ρω­τες και στε­νο­χώ­ρη­σε κα­λή (του) φί­λη, που έ­χει ι­διαί­τε­ρη α­δυ­να­μία στα τε­τρά­πο­δα του πρώ­του συν­θε­τι­κού.” Δεν κα­το­νο­μά­ζει την “κα­λή φί­λη”, πα­ρό­λο που δεν υ­πάρ­χει την σή­με­ρον με­γα­λύ­τε­ρη φι­λο­φρό­νη­ση α­πό το να σε α­πο­κα­λέ­σουν φι­λό­ζωο, πό­σω μάλ­λον κυ­νό­φι­λο, α­ντί για το ε­παί­σχυ­ντο κυ­νό­φο­βος, α­ντί­στοι­χο του α­κό­μη α­θη­σαύ­ρι­στου νε­ο­λο­γι­σμού ο­μο­φο­βι­κός. Συ­μπλη­ρώ­νει πως “α­μύν­θη­κε λέ­γο­ντας ό­τι την έ­χει χρη­σι­μο­ποιή­σει και ο Πα­πα­δια­μά­ντης, το α­πο­τέ­λε­σμα ό­μως ή­ταν να δε­χθεί κι ε­κεί­νος την ί­δια μομ­φή.” Πώς εί­ναι πο­τέ δυ­να­τόν να α­πο­δί­δου­με  στα σκυ­λιά ε­ρω­τι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές αν­θρώ­πων; Αντι­στρά­φη­καν τα πράγ­μα­τα. Πά­λαι πο­τέ ή­ταν οι άν­θρω­ποι που προ­σβάλ­λο­νταν ό­ταν τους ε­ξο­μοίω­ναν με τους σκύ­λους, τώ­ρα εί­ναι οι κυ­νο­τρό­φοι που θί­γο­νται, ό­ταν πα­ρο­μοιά­ζουν τις εν­στι­κτώ­δεις πρά­ξεις των “συ­ντρό­φω­ν” τους με τις η­δο­νο­θη­ρευ­τι­κές των αν­θρώ­πων.
Ο με­λε­τη­τής, α­ντί να θυ­μώ­σει, α­πο­λο­γεί­ται. Προ­σπά­θη­σε να ε­ντο­πί­σει το πα­πα­δια­μα­ντι­κό δά­νειο σε Liddell-Scott, Δη­μη­τρά­κο και Κου­μα­νού­δη, αλ­λά εις μά­την. Οπό­τε και συ­μπε­ραί­νει: “Εί­ναι, λοι­πόν, πά­ρα πο­λύ πι­θα­νό ό­τι η ά­σπλα­χνη λέ­ξη έ­χει πλα­στεί α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη.” Απο­ρού­με πως έ­νας “α­νία­τα λε­ξι­κο­μα­νής” και δη πα­πα­δια­μα­ντι­στής, δεν έ­χει α­κό­μη α­ντι­λη­φθεί ό­τι τα εν λό­γω λε­ξι­κά κα­λύ­πτουν μέ­ρος μό­νο του φά­σμα­τος της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας. Ο τρό­πος κα­τάρ­τι­σής τους α­δυ­να­τεί να συ­μπε­ρι­λά­βει τον λαϊκό λό­γο πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών, α­πό τα το­πι­κά ι­διώ­μα­τα μέ­χρι τους ε­λευ­θε­ριά­ζο­ντες νε­ο­λο­γι­σμούς. Οπό­τε κα­τα­λή­γει στο α­ξίω­μα, “κά­θε μη λε­ξι­κο­γρα­φη­μέ­νη λέ­ξη εί­ναι το πι­θα­νό­τε­ρο πλα­σμέ­νη α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη”. Πέ­ραν αυ­τού, φαί­νε­ται να μη λαμ­βά­νει υ­πό­ψη τις πλα­σμέ­νες α­πό τους λοι­πούς λο­γο­τέ­χνες και πα­ρα­μυ­θά­δες λέ­ξεις.
Και ερ­χό­μα­στε στην ε­πί­μα­χη λέ­ξη, που “η μνή­μη του τον πα­ρέ­κρουε” πως α­πα­ντά­ται στο κεί­με­νο «Οιω­νός» του Πα­πα­δια­μά­ντη, κα­θώς σε αυ­τό υ­πάρ­χει ο “τολ­μη­ρός” πα­ραλ­λη­λι­σμός της συ­μπε­ρι­φο­ράς ω­ραίας και πλου­σίας κό­ρης με ε­κεί­νης “με­γά­λης, λευ­κής, υ­πε­ρή­φα­νης σκύ­λας”. Κα­λή ώ­ρα, ό­πως και στην πα­ροι­μία, “Αν δεν κου­νή­σει η σκύ­λα την ου­ρά της, ο σκύ­λος δεν πά­ει κο­ντά της”, την ο­ποία α­πο­θη­σαυ­ρί­ζει ο Μπα­μπι­νιώ­της, αλ­λά θα πρέ­πει στην ε­πό­με­νη έκ­δο­ση να την α­πο­σύ­ρει ο­μού με­τά των υ­πο­λοί­πων που πα­ρα­βαί­νουν κα­τά­φω­ρα το τρέ­χον πο­λι­τι­κώς ορ­θό α­πέ­να­ντι στη ζωο­φι­λία. Τε­λι­κά, ο Πα­πα­δια­μά­ντης “την σφή­νω­σε στο α­να­φές «Όνει­ρο στο κύ­μα»”. Μό­νο που δεν “σφή­νω­σε τη λέ­ξη” αλ­λά την έκ­φρα­ση “τας λυ­κο­φι­λίας και τους κυ­νέ­ρω­τες”. Πα­ροι­μια­κή φρά­ση, που ή­ταν σε ευ­ρεία χρή­ση πα­λαιό­τε­ρα. Όπου το πρώ­το συν­θε­τι­κό του κυ­νέ­ρω­τες δεν α­να­φέ­ρε­ται ευ­θέως στους κύ­νες, αλ­λά μέ­σω των κυ­νι­κών φι­λο­σό­φων.  Έτσι φθά­σα­με στους Έλλη­νες κλα­σι­κούς. Οι πα­λαιό­τε­ροι θα θυ­μού­νται τον Κρά­τη, μα­θη­τή του Διο­γέ­νη, που, καί­τοι “ά­σχη­μος και κυ­φός”, τον η­ρά­σθη, χά­ρις στο λέ­γειν του, ευ­γε­νής κό­ρη και του ζη­τού­σε ε­πι­μό­νως γά­μο. Αυ­τό, ό­μως, σή­μαι­νε πα­ρά­βα­ση των φι­λο­σο­φι­κών του αρ­χών. Τε­λι­κά ε­νέ­δω­σε, αλ­λά για να δια­σκε­δά­σει τις ε­νο­χές του, α­πο­κα­λού­σε την πα­ντρειά του κυ­νο­γα­μία ή και κυ­νο­γά­μια. Το δά­νειο, λοι­πόν, α­πό τους Έλλη­νες θα μπο­ρού­σε να εί­ναι τα κυ­νο­γά­μια, που με­τα­τρά­πη­καν α­πό τους σε­μνό­τυ­φους Νε­οέλ­λη­νες, ε­πί το κο­σμιό­τε­ρο αλ­λά και λο­γιό­τε­ρο, σε κυ­νέ­ρω­τες.
Στο κεί­με­νό του, ο Τρια­ντα­φυλ­λό­που­λος α­να­φέ­ρει και άλ­λες α­θη­σαύ­ρι­στες λέ­ξεις α­πό το «Πα­πα­δια­μα­ντι­κό λε­ξι­λό­γιο». Δύο προέρ­χο­νται α­πό το ί­διο διή­γη­μα. Επί­θε­τα που πε­ρι­γρά­φουν το “ά­ντρο, ό­που ε­νίο­τε κα­τήρ­χε­το η Μο­σχού­λα” ως “κογ­χυ­λό­στρω­το και νυμ­φο­στό­λι­στο”. Το πρώ­το εί­ναι τύ­ποις μό­νο α­θη­σαύ­ρι­στο, κα­θώς υ­πάρ­χουν τα κογ­χυ­λιο­κέ­ντη­τος και βο­τσα­λό­στρω­τος. Ενώ,  το δεύ­τε­ρο υ­πάρ­χει στου Κου­μα­νού­δη. Μία τρί­τη λέ­ξη, α­πό «Τα Ρό­διν’ α­κρο­γιά­λια», εί­ναι το βα­θυ­γό­να­τος, με το ο­ποίο ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται η πε­ρι­γρα­φή του Αγάλ­λου: “ορ­θός εις την πλώ­ρην της βάρ­κας, υ­ψη­λός, ε­πι­βλη­τι­κός, βα­θυ­γό­να­τος”. Ο με­λε­τη­τής προ­τεί­νει να με­τα­φρα­στεί “μα­κρυ­πό­δα­ρος” κα­τά τα α­πο­θη­σαυ­ρι­σμέ­να, βα­θυ­γέ­νειος, βα­θύ­κο­μος ή και βα­θύ­μαλ­λος. Υπάρ­χει, ό­μως, και το α­πο­θη­σαυ­ρι­σμέ­νο βα­θυ­κνή­μις, “ο φέ­ρων υ­ψη­λάς πε­ρι­κνη­μί­δας”, που έρ­χε­ται στο νου, δε­δο­μέ­νου ό­τι την πε­ρι­γρα­φή του Αγάλ­λου α­κο­λου­θεί η πα­ρεν­θε­τι­κή φρά­ση, “με τα υ­πο­δή­μα­τα έως ά­νω σχε­δόν εις τους βου­βώ­νας”, πα­ρα­πλή­σια της φρά­σης, “με τα υ­πο­δή­μα­τα μέ­χρι των μη­ρών”, στο διή­γη­μα «Το σπι­τά­κι στο λι­βά­δι». Κα­τά α­ντι­στοι­χία με το βα­θυ­κνή­μις, το βα­θυ­γό­να­τος θα μπο­ρού­σε να ση­μαί­νει τον φέ­ρο­ντα υ­ψη­λάς πε­ρι­γο­να­τί­δες. Τέ­λος, ο με­λε­τη­τής α­να­φέ­ρει το υ­παι­θριά­ζω α­πό το διή­γη­μα «Το κου­κού­λω­μα», γραμ­μέ­νο πριν το 1907. Αυ­τό θα μπο­ρού­σε να εί­ναι σκω­πτι­κός νε­ο­λο­γι­σμός του Πα­πα­δια­μά­ντη, προς δια­κω­μώ­δη­ση της πρό­σφα­της τό­τε με­ταλ­λα­γής της ση­μα­σίας του πα­ρα­θε­ρί­ζω που ξε­κι­νά α­πό το: θε­ρί­ζω τα πλευ­ρι­κά του χω­ρα­φιού και κα­τα­λή­γει στο γνω­στό: ξε­κα­λο­και­ριά­ζω.

Κα­βα­φι­κά μυ­στή­ρια

Τον ε­ξαν­θρω­πι­σμό των κυ­νών α­κο­λού­θη­σαν τα έ­τε­ρα κα­τοι­κί­δια του ά­στεως, οι γα­λείς. Το τρέ­χον πο­λι­τι­κώς ορ­θό προ­στα­τεύει τους κα­τό­χους τους α­πό τα ει­ρω­νι­κά σχό­λια που θα μπο­ρού­σαν να ε­πι­σύ­ρουν οι προς αυ­τές δια­χύ­σεις. Ποιος θα τολ­μού­σε σή­με­ρα να θυ­μί­σει πως ο Ιου­βε­νά­λης υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι “η πρώ­τη θέ­ση εν τη καρ­δία γυ­ναι­κός ή­τις ου­δέ τον ε­ρα­στή, ου­δέ τον σύ­ζυ­γόν της α­γα­πά, κα­τέ­χε­ται πά­ντο­τε υ­πό ζώου”. Κι ό­μως, ο 23ε­τής Κα­βά­φης το τολ­μά σε έ­να πρώ­το ει­ρω­νι­κό­τα­το άρ­θρο του, με τίτ­λο, «Οι α­πάν­θρω­ποι φί­λοι των ζώων». Αλλά τα τρία “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά” ε­στιά­ζουν σε άλ­λες πλευ­ρές του, ό­που έ­να ε­μπλέ­κει τους Λα­τί­νους κλα­σι­κούς. Πριν έρ­θου­με σε αυ­τό, να ση­μειώ­σου­με πως η Λέ­να Αρα­μπατ­ζί­δου, συγ­γρα­φέ­ας ε­νός α­πό αυ­τά, αμ­φι­σβη­τεί τη φι­λο­λο­γι­κή αρ­τιό­τη­τα των “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κώ­ν”, ο­ρί­ζο­ντας “τη να­νο­μο­νά­δα” ως “το ό­ριο με­γέ­θους αρ­τιό­τη­τας ε­νός άρ­θρου ή α­κό­μη ε­νός σχο­λίου”, χω­ρίς να α­να­φέ­ρει αν ε­ρεύ­νη­σε ως ε­ναλ­λα­κτι­κό μέ­γε­θος αυ­τό της πι­κο­μο­νά­δας. Δυ­στυ­χώς, το να­νοάρ­θρο της γύ­ρω α­πό το εν­δε­χό­με­νο συγ­γέ­νειας της καβαφικής ποίησης με την αγ­γλι­κή, δεν δια­φω­τί­ζει πε­ρί του νέ­ου το­μέα της “να­νο­φι­λο­λο­γίας”. Η φή­μη, πά­ντως, α­πό τις γι­γα­με­λέ­τες και τα να­νοάρ­θρα της κα­θη­γή­τριας του Αρι­στο­τε­λείου έ­χει ε­ντυ­πω­σιά­σει τους Αθη­ναίους, πριν α­κό­μη φτά­σουν οι 500σέ­λι­δες με­λέ­τες της στο κλει­νόν ά­στυ.
Τα άλ­λα δυο “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά” εί­ναι της Μ. Κα­ρα­μπί­νη-Ια­τρού, κα­τα­γρα­φέα της Βι­βλιο­θή­κης Κα­βά­φη και συγ­γρα­φέα του προ δε­κα­ε­τίας ο­μώ­νυ­μου βι­βλίου. Και τα δύο α­να­φέ­ρο­νται στα “μι­κρά μυ­στή­ρια” που προ­κά­λε­σε η Βι­βλιο­θή­κη του. Το πρώ­το α­φο­ρά τον αλ­λη­λο­γρά­φο Κα­βά­φη. Δυο συλ­λο­γές διη­γη­μά­των και μια με­λέ­τη, με συγ­γρα­φέα τον Μ. Βισ­σάν­θη, την πα­ρα­κί­νη­σαν να ε­ρευ­νή­σει τα βιο­γρα­φι­κά του, κα­θώς μά­λι­στα, στη μια συλ­λο­γή υ­πάρ­χει θερ­μή α­φιέ­ρω­ση στον Κα­βά­φη. Μια δια­δυ­κτια­κή α­να­ζή­τη­ση ο­δη­γεί στο Αρχείο του κα­θη­γη­τή στο Ώστεν του Τέ­ξας Γ. Γεωρ­γιά­δη-Αρνά­κη, ό­που ε­ντο­πί­στη­καν τρεις σύ­ντο­μες ευ­χα­ρι­στή­ριες ε­πι­στο­λές Κα­βά­φη προς Βισ­σάν­θη της δε­κα­ε­τίας του 1920. Την πα­ρου­σία­σή τους συ­μπλη­ρώ­νει ε­πί­με­τρο με στοι­χεία για τον Βισ­σάν­θη, ψευ­δώ­νυ­μο του Μι­χαήλ Χά­τσου, και πε­ρι­γρα­φή των τριών τευ­χών του πε­ριο­δι­κού, «Η Σύγ­χρο­νη Σκέ­ψη», που ε­ξέ­δι­δε στο Σι­κά­γο. Το πε­ριο­δι­κό ή­ταν γνω­στό α­πό τη Βι­βλιο­γρα­φία Κα­βά­φη, αλ­λά χω­ρίς α­να­φο­ρά στον εκ­δό­τη. Από αυ­τές τις τυ­πι­κές ε­πι­στο­λές, η με­λε­τή­τρια βγά­ζει το έω­λο συ­μπέ­ρα­σμα πως “ο Κα­βά­φης δεν εί­ναι με­γά­λος αλ­λη­λο­γρά­φος”. Στη μο­νο­το­νι­κή με­τα­γρα­φή των ε­πι­στο­λών, α­τύ­χη­σε ο Γε­ρά­σι­μος Κο­λαΐτης, κα­τα­λή­γο­ντας α­πό Μέ­μας σε Με­μάς.   
Στο δεύ­τε­ρο “μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κό”, η Κα­ρα­μπί­νη α­πα­ντά στο ε­ρώ­τη­μά, “τι γύ­ρευε στη βι­βλιο­θή­κη του Κα­βά­φη έ­να βι­βλίο αρ­χαιο­λο­γι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου, το «Nimes, Arles, Orange, Saint-Remy. Ouvrage orne de 93 gravures (Les villes d’ art celebres)», Paris, 1929, του Roger Peyre”. Σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση δεν χρειά­στη­κε έ­ρευ­να. Την α­πο­ρία την α­πά­ντη­σε η αλ­λη­λο­γρα­φία Κα­βά­φη-Φόρ­στε­ρ, που εκ­δό­θη­κε πρό­σφα­τα. Το βι­βλίο το εί­χε στεί­λει ο Φόρ­στερ. Ο λό­γος ή­ταν η ε­πι­γρα­φή σε μια σαρ­κο­φά­γο, που θύ­μι­σε στον ί­διο και τον Γάλ­λο με­τα­φρα­στή Charles Mauron ποιή­μα­τα του Κα­βά­φη. Ο με­τα­φρα­στής της αλ­λη­λο­γρα­φίας, Peter Jeffreys, πα­ρα­θέ­τει σε υ­πο­σε­λί­δια ση­μείω­ση τη με­τα­γρα­φή της λα­τι­νι­κής ε­πι­γρα­φής, ό­πως δί­νε­ται στο βι­βλίο, και τη με­τά­φρα­σή της μέ­σω της γαλ­λι­κής του βι­βλίου. Ωστό­σο, ο Φόρ­στερ στην ε­πι­στο­λή του πα­ρα­τη­ρεί: “δεν νο­μί­ζω ό­τι έ­χει με­τα­γρα­φεί σω­στά, και η με­τά­φρα­ση εί­ναι με βε­βαιό­τη­τα ε­σφαλ­μέ­νη”. Ο με­τα­φρα­στής πα­ρα­κά­μπτει την πα­ρα­τή­ρη­ση, χω­ρίς σχο­λια­σμό. Η Κα­ρα­μπί­νη α­να­φέ­ρει το πε­ριε­χό­με­νο της ε­πι­στο­λής του Φόρ­στερ και την εν λό­γω πα­ρα­τή­ρη­ση, χω­ρίς πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρί­νι­ση. Σχο­λιά­ζει μό­νο ό­τι η ε­πι­γρα­φή της εί­χε θυ­μί­σει το ποίη­μα «Εν τω μη­νί Αθύρ» του Κα­βά­φη. Σκέ­φτη­κε πως το ε­μπνεύ­στη­κε α­πό το βι­βλίο, αλ­λά σκό­ντα­ψε στις χρο­νο­λο­γίες. Το ποίη­μα γρά­φτη­κε το 1917 και το βι­βλίο εκ­δό­θη­κε το 1929.  Λη­σμό­νη­σε πως ο Κα­βά­φης ζού­σε στη χώ­ρα με τις μνη­μειώ­δεις ε­νε­πί­γρα­φες σαρ­κο­φά­γους, φτιαγ­μέ­νες αιώ­νες πριν α­πό ε­κεί­νες της Προ­βη­γκίας. 
Σχε­τι­κά με την ε­πι­γρα­φή, μέ­νει η α­πο­ρία κα­τά πό­σο εί­χε δί­κιο ο Φόρ­στερ. Σύμ­φω­να με πρό­σφα­τη α­πο­κα­τά­στα­ση της σαρ­κο­φά­γου, πράγ­μα­τι στη με­τα­γρα­φή της λα­τι­νι­κής ε­πι­γρα­φής υ­πάρ­χουν λά­θη, ση­μα­ντι­κό­τε­ρα στους τρεις πρώ­τους στί­χους. Σε αυ­τούς, ο ε­πι­γρα­φο­ποιός στη­ρί­ζε­ται στην ά­πο­ψη του Βερ­γί­λιου, α­πό το τέ­ταρ­το κε­φά­λαιο των «Γεωρ­γι­κών», το πε­ρί με­λισ­σών, πως αυ­τές τρέ­φο­νται α­πό τα νε­κρά σώ­μα­τα.  Η με­τά­φρα­ση της διορ­θω­μέ­νης με­τα­γρα­φής εί­ναι: “Εσύ που γνω­ρί­ζεις γράμ­μα­τα, διά­βα­σε τη συμ­φο­ρά και μά­θε τον ο­δυρ­μό μας / Πολ­λοί α­πο­κα­λούν αυ­τό μια σαρ­κο­φά­γο που πε­ριέ­χει ο­στά / Αλλά αυ­τό έ­χει γί­νει κα­τοι­κία α­νίε­ρων με­λισ­σών...” Κα­τά τα άλ­λα, η με­λε­τή­τρια σχο­λιά­ζει τη σχέ­ση Κα­βά­φη-Έλιο­τ, το­νί­ζο­ντας το πό­σο βοή­θη­σε ο Φόρ­στερ και ό­τι “η δια­φω­νία του με τον Έλιοτ εί­χε δυ­σμε­νείς ε­πι­πτώ­σεις στη διά­δο­ση της κα­βα­φι­κής ποίη­σης”. Στη βι­βλιο­πα­ρου­σία­ση της Αλλη­λο­γρα­φίας («Η Επο­χή», 30.6.2013), δεί­χνα­με πως πα­ρό­μοια συ­μπε­ρά­σμα­τα ε­λά­χι­στα ευ­στα­θούν.
Όπως και να έ­χει, α­πό τους Κυ­νι­κούς και τον Βερ­γί­λιο ό­λο και α­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε. Όπως α­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε και α­πό την ε­πο­χή του Πα­πα­δια­μά­ντη και του Κα­βά­φη. Ενδει­κτι­κό έ­να α­κό­μη πα­ρά­δειγ­μα α­πό τις α­πο­ρίες της Κα­ρα­μπί­νη: “Ακό­μα δεν μπο­ρού­με να βρού­με μια πει­στι­κή ε­ξή­γη­ση για­τί χρεια­ζό­ταν ο Κα­βά­φης τα βι­βλία ε­νός ξε­χα­σμέ­νου σή­με­ρα θε­α­τρι­κού συγ­γρα­φέα, του Arthur W. Pinero, που πιά­νουν έ­να ρά­φι της βι­βλιο­θή­κης.” Μια πρώ­τη α­πά­ντη­ση έ­δω­σε η Βελ­γί­δα κα­θη­γή­τρια του Πα­νε­πι­στη­μίου της Φλώ­ρι­δας Gonda van Steen, σε α­να­κοί­νω­σή της, με τίτ­λο «Cavafy the dramatist», στο Συ­μπό­σιο, που διορ­γα­νώ­θη­κε στο Georgia State University, στις 28-29 Οκτ. Στη­ρι­ζό­με­νη σε πέ­ντε ποιή­μα­τα “του κα­νό­να”, α­πο­φάν­θη­κε ό­τι η ε­πί­δρα­ση του Πι­νέ­ρο στην κα­βα­φι­κή ποίη­ση υ­πήρ­ξε ση­μα­ντι­κή. Ίσως έ­τσι να δι­καιο­λο­γού­νται οι 14 τό­μοι Πι­νέ­ρο της Βι­βλιο­θή­κης του. Να θυ­μί­σου­με, πά­ντως, ό­τι ο Πι­νέ­ρο ξε­κί­νη­σε ως η­θο­ποιός και συγγραφέας στο Λί­βερ­πουλ και το Λον­δί­νο, την ε­πο­χή που ε­κεί κα­τοι­κού­σαν ο Κα­βά­φης και η μη­τέ­ρα του. Της Χα­ρί­κλειας Κα­βά­φη  της ά­ρε­σε το θέ­α­τρο. Για­τί ό­χι, τα δρά­μα­τα και οι κω­μω­δίες του Πι­νέ­ρο, που φη­μί­ζο­νταν για τις ι­σχυ­ρές προ­σω­πι­κό­τη­τες των η­ρωί­δων, με τίτ­λους ό­πως «The notorious Mrs Ebbsmith» ή «The Schoolmistress».
Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή"στις 29/12/2013.
Viewing all 176 articles
Browse latest View live